ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΠΑΣΑ ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. οὐ γάρ ἔστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν.
Εἶσθε ὅμως καὶ μέλη τῆς ἄλλης κοινωνίας, ποὺ ἀγνοεῖ τὸν Χριστόν. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ σᾶς γράψω, πῶς πρέπει νὰ φέρεσθε καὶ ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας αὐτῆς. Κάθε ἄνθρωπος ἂς ὑποτάσσεται εἰς ἐκείνους, ποὺ κατέχουν ἀνωτέρας ἐξουσίας ἐν τῇ πολιτείᾳ. Διότι τὸ καθεστὼς τοῦ Κράτους μὲ τὰς ἐξουσίας του εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τοὺς ἀνθρώπους διὰ νὰ ζοῦν εἰς κοινωνίας. Συνεπῶς κάθε ἐξουσία προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν. Οἱ δὲ ἄρχοντες, ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσίαν, ἔχουν ταχθῆ κατ’ ἀπόφασιν ἢ ἀνοχὴν τοῦ Θεοῦ.
2 ὥστε ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ τῇ τοῦ Θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν· οἱ δὲ ἀνθεστηκότες ἑαυτοῖς κρῖμα λήψονται.
Ὥστε ἐκεῖνος ποὺ ἀπειθεῖ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐναντιώνεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι δὲ ἐναντιώνονται, θὰ λάβουν εἰς τὸν ἑαυτόν τους τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν.
3 οἱ γὰρ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν. θέλεις δὲ μὴ φοβεῖσθαι τὴν ἐξουσίαν; τὸ ἀγαθὸν ποίει, καὶ ἕξεις ἔπαινον ἐξ αὐτῆς·
Πράγματι δὲ ὅποιος ἀπειθεῖ εἰς τοὺς ἄρχοντας, ἐναντιώνεται εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Θεοῦ, διότι οἱ ἄρχοντες δὲν ἐμπνέουν φόβον διὰ τὰ καλὰ ἔργα, ποὺ συντελοῦν εἰς τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην καὶ πρόοδον, ἀλλὰ διὰ τὰ κακὰ ἔργα, ποὺ διαταράττουν τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν. Θέλεις δὲ νὰ μὴ φοβῆσαι τοὺς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἄρχοντας; Πρᾶττε κάθε τι ποὺ συντελεῖ εἰς τὸ καλὸν τῆς κοινωνίας καὶ θὰ ἔχῃς ἔπαινον ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας.
4 Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστι σοι εἰς τὸ ἀγαθόν. ἐὰν δὲ τὸ κακὸν ποιῇς, φοβοῦ· οὐ γὰρ εἰκῆ τὴν μάχαιραν φορεῖ· Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστιν εἰς ὀργήν, ἔκδικος τῷ τὸ κακὸν πράσσοντι.
Θὰ ἔχῃς δὲ ἔπαινον ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, διότι αὐτὸς εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ πρὸς προστασίαν ἰδικήν σου καὶ διὰ τὸ καλὸν τῶν πολιτῶν. Ἐὰν ὅμως πράττῃς τὸ κακόν, τότε νὰ φοβῆσαι. Διότι δὲν φορεῖ ματαίως τὴν μάχαιραν, τὸ σύμβολον αὐτὸ τῆς δικαστικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὴν φορεῖ διὰ νὰ τιμωρῇ καὶ διὰ θανάτου ἀκόμη κάθε ἄτακτον στοιχεῖον. Διότι εἶναι ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ, ἐκδικητὴς ποὺ ἔχει ἐντολὴν καὶ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ τιμωρίας εἰς κάθε κακοποιόν.
5 διὸ ἀνάγκη ὑποτάσσεσθαι οὐ μόνον διὰ τὴν ὀργήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συνείδησιν.
Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποτάσσεσθε ὄχι μόνον διὰ τὸν φόβον τῆς τιμωρίας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ συνείδησις ἐπιβάλλει ὡς δικαίαν τὴν ὑποταγὴν ταύτην.
6 διὰ τοῦτο γὰρ καὶ φόρους τελεῖτε· λειτουργοὶ γὰρ Θεοῦ εἰσιν εἰς αὐτὸ τοῦτο προσκαρτεροῦντες.
Διότι δὲ εἶναι δικαία ἡ ὑποταγὴ αὐτή, δι’ αὐτὸ πληρώνετε καὶ φόρους πρὸς συντήρησιν τῶν ἀρχόντων. Διότι εἶναι ὑπηρέται Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀφίνουν κάθε ἄλλο ἰδιωτικόν τους ἔργον καὶ ἀσχολοῦνται ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
7 ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν.
Ἀποδώσατε λοιπὸν εἰς ὅλους, ὅσοι κατέχουν ἐξουσίαν, ὅ,τι τοὺς ὀφείλετε ὡς χρέος καὶ ὡς καθῆκον. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ εἰσπράττει τὸν ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων καὶ τὸν κεφαλικὸν φόρον, ἀποδώσατε τὸν φόρον. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ εἰσπράττει τοὺς τελωνειακοὺς δασμούς, ἀποδώσατε τὸν τελωνειακὸν δασμόν. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀνήκει ὁ βαθὺς σεβασμός, ἀποδώσατε τὸν βαθὺν σεβασμόν. Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀνήκει ἡ τιμή, ἀποδώσατε τὴν τιμήν.
8 μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους. ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε·
Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς κοινωνίας, ποὺ δὲν ἔχουν ἐξουσίαν ἢ ἀξίωμα, σᾶς παραγγέλλω νὰ μὴ χρεωστῆτε εἰς κανένα τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον τὸ νὰ ἀγαπᾷ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄλλον, ἔχει ἐκπληρώσει διὰ τῆς ἀγάπης τὸν ὅλον νόμον.
9 τὸ γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.
Ἔχει δὲ ἐκπληρώσει τὸν ὅλον νόμον, διότι αἱ ἐντολαὶ τοῦ Θεοῦ: Δὲν θὰ μοιχεύσῃς· δὲν θὰ φονεύσῃς· δὲν θὰ κλέψῃς· δὲν θὰ ἐπιθυμήσῃς καὶ πᾶσα ἅλλη ἐντολὴ περιλαμβάνονται καὶ συγκεφαλαιώνονται εἰς αὐτὸ τὸ παράγγελμα, εἰς τὸ θὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτόν σου.
10 ἡ ἀγάπη τῷ πλησίον κακὸν οὐκ ἐργάζεται· πλήρωμα οὖν νόμου ἡ ἀγάπη.
Ὅποιος ἔχει ἀγάπην δὲν πράττει κακὸν εἰς τὸν πλησίον του. Εἶναι λοιπὸν ἡ ἀγάπη τελεία τήρησις καὶ ἐκπλήρωσις τοῦ νόμου.
11 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν.
Ἂς πράττωμεν δὲ τὰ ἔργα αὐτὰ τῆς ἀγάπης ἀκούραστοι καὶ χωρὶς ἀναβολήν, γνωρίζοντες εἰς ποῖον καιρὸν ζῶμεν. Ζῶμεν εἰς ἐποχήν, ποὺ ἀπαιτεῖ ἐπειγόντως τὴν ἄσκησιν τῆς ἀρετῆς. Διότι εἶναι πλέον ὥρα νὰ σηκωθῶμεν ἀπὸ τὸν ὕπνον τῆς ἀμελείας, ποὺ μᾶς κάνει δυσκολοκινήτους εἰς τὸ ἀγαθόν. Διότι τώρα ἡ ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας, ἡ ὁποία θὰ σημάνῃ τὴν πλήρη ἀπολύτρωσιν τῶν πιστῶν, εἶναι πλησιέστερα πρὸς ἡμᾶς παρὰ τότε ποὺ ἐπιστεύσαμεν. Ἐὰν λοιπὸν τότε ἐδείξαμεν ζῆλον καὶ δραστηριότητα, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ τὰ δείξωμεν καὶ τώρα.
12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.
Ὁ παρὼν βίος, ποὺ μοιάζει μὲ νύκτα σκοτεινήν, ἐπροχώρησε, ἡ δὲ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς ἐπλησίασε. Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ Κύριος δὲν ἔλθῃ σύντομα διὰ τῆς δευτέρας του ἐνδόξου παρουσίας, ἔρχεται ὅμως διὰ τὸν καθένα μας διὰ τοῦ θανάτου. Πλησιάζει λοιπὸν διὰ τὸν καθένα μας ἡ ἡμέρα τῆς μελλούσης ζωῆς. Ἂς ἀποθέσωμεν λοιπὸν σὰν ἄλλα νυκτερινὰ ἐνδύματα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ γίνονται εἰς τὸ σκοτάδι, καὶ ἂς ἐνδυθῶμεν σὰν ἄλλα ὅπλα τὰ φωτεινὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς.
13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίτας καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ,
Ὅπως συμπεριφέρεται κανεὶς τὴν ἡμέραν, ποὺ τὰ βλέμματα πολλῶν τὸν παρακολουθοῦν, ἔτσι καὶ ἡμεῖς ἂς συμπεριφερθῶμεν μὲ εὐπρέπειαν καὶ εὐταξίαν· ὄχι μὲ ἄσεμνα φαγοπότια καὶ μέθας, οὔτε μὲ πράξεις αἰσχρότητος καὶ ἀσελγείας, οὔτε μὲ φιλονεικίας καὶ ζηλοτυπίας.
14 ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.
Ἀλλὰ φορέσατε σὰν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς σας τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὥστε εἰς τὴν ὅλην ζωήν σας νὰ ὁμοιάσετε τελείως πρὸς αὐτόν. Καὶ μὴ φροντίζετε διὰ τὴν σάρκα, πῶς νὰ ἰκανοποιῆτε τὰς παρανόμους ἐπιθυμίας της. Τέτοια πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά σας μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν ποὺ ζῆτε.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα