ελ
Καινή Διαθήκη

Πρό της άφίξεως του Παύλου είς Ρώμην, ή όποία εγένετο κατά τήν πρώτην φυλάκισιν αύτου, ήτοι περί τό 60 μ.Χ., δέν φαίνεται πιθανόν άλλος Απόστολος νά έκήρυξε τό εύαγγέλιον έκεϊ. Διότι άλλως, πως ήτο δυνατόν νά βεβαιοϊ ό Παϋλος περί έαυτού έν σχέσει καί πρός τήν Ρώμην, ότι εφιλοτιμεϊτο νά κηρύττη τό Ευαγγέλιον ούχι έκεϊ, «όπου ώνομάσθη Χριστός, ίνα μή έπ' άλλότριον θεμέλιον οίκοδομή»; (Ρωμ. ιε΄ 20).
Εν τούτοις, καθώς φαίνεται έκ της επιστολής, εν Ρώμη ύπήρχεν Έκκλησία προηγμένη καί άκμάζουσα. Πώς λοιπόν καί ύπό ποίου είχεν Ιδρυθή αύτη; Η πιθανωτέρα γνώμη φαίνεται νά είναι, ότι ό Χριστιανισμός είσήχθη είς τήν πρωτεύουσαν τού τότε κόσμου ούχί ύπό μελών τής έκεϊ άκμαζούσης άπό της έποχής τοϋ Πομπηϊου (61 π.Χ.) Ιουδαϊκής παροικίας, άτινα είχον άκούσει τό κήρυγμα του Ευαγγελίου έν Ίεροσολύμοις καί έκεθεν έκόμισαν αύτό, άλλ' ύπό Χριστιανών εξ έθνών δι' έμπορικους καί πολιτικούς λόγους έκ Συρίας, Μακεδονίας καί Άχαϊας επισκεπτομένων συχνάκις τήν πρωτεύουσαν, μεταξύ τών όποίων πιθανώτατα συγκατελέγοντο καί οι Ρωμ. ιστ΄ 7 μνημονευόμενοι Άνδρόνικος καί 'Ίουνία ή 'Ιουνίας.
Καί συγκατηριθμήθησαν μέν είς τά μέλη της εν Ρώμη Έκκλησίας καί εξ 'Ίουδαίων πολλοί, ώς εμφαίνεται καί έκ τοϋ περιεχομένου της επιστολής (παράβαλε τά περί Αβραάμ καί Άδάμ άναπτυσσόμενα είς τά πρώτα κεφάλαια). Κατά τό πλεϊστον όμως οl Χριστιανοί της Ρώμης προήρχοντο εξ έθνών (παράβαλε τά εν κεφ. θ' καί εξης άναπτυσσόμενα).
Έφ' όσον δε ό Άπόστολος είχεν άπό μακρού τήν επιθυμίαν νά επισκεφθή τήν Ρώμην καί προτιθέμενος ήδη με πρώτην ευκαιρίαν νά επιχειρήση τό είς αύτήν ταξίδιον, έπωφελείται τής είς Ρώμην μεταβάσεως τής Φοίβης, διακόνου της έν Κεγχρεαϊς Έκκλησίας, νά άποστείλη έκ Κορίνθου είς τούς έκεϊ Χριστιανούς τήν έπιστολήν του ταύτην διά νά προαναγγείλη μέν είς αύτους τό μελετώμενον ταξίδιον, νά προπαρασκευάση δέ μεταξύ αύτων τό έδαφος πρός καρποφορίαν τού έργου του, όταν θά έπεσκέπτετο αύτούς. Έπι τώ σκοπώ τούτω προβαίνει είς πλήρη έκθεσιν του Εαγγελίου του, άναπτύσσων τάς κεντρικάς γραμμάς αύτου. Δεδομένου δέ, ότι, ώς άναφέρεται εν τή επιστολή (ιε΄ 25 28), επρόκειτο ό Απόστολος νά κομίση είς 'Ίεροσόλυμα τάς χρηματικάς συνδρομάς, αίτινες είχον συλλεγή άπό τάς διαφόρους εξ έθνών Έκκλησίας ύπέρ των έκεϊ πτωχών Χριαστιανών, δυνάμεθα νά συναγάγωμεν, ότι ή έπιστολή έγράφη κατά τό τελευταϊον ταξίδιον του Παύλου είς Κόρινθον καί μήνας τινάς πρίν ή συλληφθή ούτος έν Ίεροσολύμοίς, διά νά φυλακισθή έν συνεχεία είς Καισάρειαν· ήτοι περίπου κατά τό 58 μ. Χ.
1 ΠΑΥΛΟΣ, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητὸς ἀπόστολος, ἀφωρισμένος εἰς εὐαγγέλιον Θεοῦ
Παῦλος, δοῦλος καὶ διάκονος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπόστολος καλεσμένος εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον, ξεχωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον καὶ διαδίδω τὴν χαρμόσυνον ἀγγελίαν τῆς σωτηρίας, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς παρέχει εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
2 ὃ προεπηγγείλατο διὰ τῶν προφητῶν αὐτοῦ ἐν γραφαῖς ἁγίαις
Τὸ κήρυγμα δὲ αὐτὸ τῆς σωτηρίας τὸ ὑπεσχέθη πρὸ πολλοῦ ὁ Θεὸς διὰ μέσου τῶν προφητῶν του μὲ προφητείας, ποὺ ὑπάρχουν γραμμέναι εἰς Γραφὰς ὄχι κοινὰς καὶ ἀνθρωπίνας, ἀλλὰ ἁγίας καὶ θεοπνεύστους.
3 περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυΐδ κατὰ σάρκα,
Ἔδωκε δὲ ὑπόσχεσιν ἔκτοτε ὁ Θεὸς διὰ τὸν Υἱόν του, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη ὡς ἄνθρωπος εἰς ὡρισμένον χρόνον ἀπὸ ἀπόγονον τοῦ Δαβίδ,
4 τοῦ ὁρισθέντος υἱοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει κατὰ πνεῦμα ἁγιωσύνης ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν,
ἀπεδείχθη δὲ ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ διὰ δυνάμεως ὑπερφυσικῆς, ποὺ προήρχετο ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον μεταδίδει ἁγιασμόν· καὶ πρὸ πάντων ἀπεδείχθη διὰ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεώς του. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας.
5 δι᾿ οὗ ἐλάβομεν χάριν καὶ ἀποστολὴν εἰς ὑπακοὴν πίστεως ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ,
Διὰ τοῦ Χριστοῦ δὲ ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸ δῶρον τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα, διὰ νὰ διαδοθῇ ἡ πίστις καὶ ἡ ὑπακοή, ποὺ ἐπιβάλλει αὐτὴ μεταξὺ ὅλων τῶν ἐθνικῶν πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματός του.
6 ἐν οἷς ἐστε καὶ ὑμεῖς κλητοὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
Μεταξὺ δὲ τῶν ἐθνικῶν τούτων εἶσθε καὶ σεῖς, προσκαλεσμένοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
7 πᾶσι τοῖς οὖσι ἐν Ρώμῃ ἀγαπητοῖς Θεοῦ, κλητοῖς ἁγίοις· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐγὼ λοιπὸν ὁ Παῦλος γράφω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην εἰς ὅλους τοὺς πιστούς, ὅσοι εὑρίσκεσθε εἰς τὴν Ρώμην, οἱ ὁποῖοι εἶσθε ἰδιαιτέρως ἀγαπητοὶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ προσκαλεσμένοι διὰ νὰ γίνετε ἅγιοι. Εὔχομαι δὲ νὰ εἶναι μαζί σας ἡ χάρις καὶ ἡ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα μας καὶ ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.
8 Πρῶτον μὲν εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ πάντων ὑμῶν, ὅτι ἡ πίστις ὑμῶν καταγγέλλεται ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ.
Πρῶτον μὲν εὐχαριστῶ τὸν Θεόν μου διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δι’ ὅλους σας, ἐπειδὴ ἡ πίστις σας διαλαλεῖται καὶ εἶναι ξακουσμένη εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
9 μάρτυς γὰρ μού ἐστιν ὁ Θεός, ᾧ λατρεύω ἐν τῷ πνεύματί μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ὡς ἀδιαλείπτως μνείαν ὑμῶν ποιοῦμαι,
Διότι μάρτυς μου εἶναι ὁ Θεός, τὸν ὁποῖον λατρεύω ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου μὲ τὰς ἀνωτέρας πνευματικὰς δυνάμεις μου, κηρύττων τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Υἱοῦ του, ὅτι σᾶς ἐνθυμοῦμαι διαρκῶς καὶ χωρὶς νὰ παραλείψω τοῦτο ποτέ,
10 πάντοτε ἐπὶ τῶν προσευχῶν μου δεόμενος εἴ πως ἤδη ποτὲ εὐοδωθήσομαι ἐν τῷ θελήματι τοῦ Θεοῦ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς.
παρακαλῶν πάντοτε τὸν Θεὸν εἰς τὰς προσευχάς μου, μήπως ἔστω καὶ τόσον ἀργὰ τώρα καταξιωθῶ μὲ τὸ θέλημά του νὰ ταξιδεύσω μὲ τὸ καλὸ καὶ νὰ ἔλθω πρὸς σᾶς.
11 ἐπιποθῶ γὰρ ἰδεῖν ὑμᾶς, ἵνα τι μεταδῶ χάρισμα ὑμῖν πνευματικὸν εἰς τὸ στηριχθῆναι ὑμᾶς,
Διότι ἔχω μεγάλον πόθον νὰ σᾶς ἴδω,διὰ νὰ σᾶς μεταδώσω κανένα χάρισμα πνευματικόν, ὥστε νὰ στηριχθῆτε καὶ στερεωθῆτε πνευματικῶς.
12 τοῦτο δέ ἐστι συμπαρακληθῆναι ἐν ὑμῖν διὰ τῆς ἐν ἀλλήλοις πίστεως ὑμῶν τε καὶ ἐμοῦ.
Ἐννοῶ δὲ μὲ τοῦτο νὰ παρηγορηθῶ καὶ ἐγὼ εὑρισκόμενος μεταξύ σας καὶ βλέπων τὴν πίστιν σας, καθὼς καὶ σεῖς νὰ παρηγορηθῆτε ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου πίστιν.
13 οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι πολλάκις προεθέμην ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐκωλύθην ἄχρι τοῦ δεῦρο, ἵνα τινὰ καρπὸν σχῶ καὶ ἐν ὑμῖν καθὼς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς ἔθνεσιν.
Δὲν θέλω δὲ νὰ ἀγνοῆτε σεῖς, ἀδελφοί, ὅτι πολλὰς φορὰς ἔβαλα εἰς τὸν νοῦν μου νὰ ἔλθω πρὸς σᾶς καὶ ἐμποδίσθηκα ἕως τώρα. Ἐπεθύμουν νὰ ἔλθω διὰ νὰ ἐπιτύχω καὶ μεταξύ σας κάποιον καρπόν, καθὼς ἐπέτυχα καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐθνῶν.
14 Ἓλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί·
Καὶ εἰς Ἕλληνας καὶ εἰς βαρβάρους, καὶ εἰς σοφοὺς καὶ εἰς ἀμαθεῖς εἶμαι ὀφειλέτης καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς κηρύξω τὸ εὐαγγέλιον.
15 οὕτω τὸ κατ᾿ ἐμὲ πρόθυμον καὶ ὑμῖν τοῖς ἐν Ρώμῃ εὐγγελίσασθαι.
Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, εἶμαι πρόθυμος νὰ κηρύξω τὸ εὐαγγέλιον καὶ εἰς σᾶς, ποὺ εἶσθε εἰς τὴν Ρώμην.
16 οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· δύναμις γὰρ Θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἓλληνι.
Καὶ ἔχω προθυμίαν εἰς τοῦτο, διότι δὲν ἐντρέπομαι νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον, ποὺ ἔχει ὡς περιεχόμενον τὸν σταυρικὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ. Διότι τὸ εὐαγγέλιον εἶναι δύναμις Θεοῦ, ποὺ δίδει σωτηρίαν εἰς ὅλους ὅσοι πιστεύουν εἰς τὸν Χριστόν, εἰς κάθε Ἰουδαῖον κατὰ πρῶτον λόγον καὶ εἰς κάθε Ἕλληνα καὶ εἰδωλολάτρην.
17 δικαιοσύνη γὰρ Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται ἐκ πίστεως εἰς πίστιν, καθὼς γέγραπται· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.
Εἶναι δὲ τέτοια δύναμις τὸ εὐαγγέλιον, διότι δι’ αὐτοῦ φανερώνεται ἡ δικαίωσις, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς παρέχει εἰς κάθε πιστεύοντα ἁμαρτωλόν, τὸν ὁποῖον ἀνακηρύττει καὶ μεταβάλλει εἰς δίκαιον. Ἡ δικαίωσις δὲ αὐτὴ καὶ σωτηρία προέρχεται ὄχι ἀπὸ ἔργα, ἀλλ’ ἐκ πίστεως, καὶ παρέχεται εἰς καθένα ποὺ ἔχει πίστιν σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν προφήτην Ἀββακούμ· ὁ δίκαιος ποὺ τηρεῖ τὸν νόμον, θὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν πίστιν του.
18 Ἀποκαλύπτεται γὰρ ὀργὴ Θεοῦ ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ κατεχόντων,
Καὶ ἦτο ἀναγκαία ἡ δικαίωσις διὰ τῆς πίστεως, διότι φανερώνεται ὀργὴ Θεοῦ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐναντίον κάθε ἀσεβοῦς προσβολῆς κατὰ τοῦ θείου μεγαλείου καὶ ἐναντίον κάθε παραβάσεως τοῦ ἠθικοῦ νόμου του, ποὺ διαπράττουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καταπατοῦν καὶ ἀδικοῦν τὴν ἀλήθειαν διὰ τῆς εἰδωλολατρείας καὶ τοῦ αἰσχροῦ των βίου.
19 διότι τὸ γνωστὸν τοῦ Θεοῦ φανερόν ἐστιν ἐν αὐτοῖς· ὁ γὰρ Θεὸς αὐτοῖς ἐφανέρωσε.
Ἀδικοῦν δὲ καὶ καταπιέζουν τὴν ἀλήθειαν, διότι ἡ ἀληθὴς περὶ τοῦ Θεοῦ γνῶσις, ὅσην δύναται νὰ ἀποκτήσῃ ὁ πεπερασμένος νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι φανερὰ εἰς τὴν διάνοιάν τους, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὴν ἔχει σαφῶς φανερώσει εἰς αὐτούς.
20 τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπολογήτους,
Τὴν ἐφανέρωσε δὲ σαφῶς καὶ καθαρά, διότι αἱ μὴ βλεπόμεναι μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια ἄπειροι τελειότητες τοῦ Θεοῦ, ἀφ’ ὅτου ἐκτίσθη ὁ κόσμος, βλέπονται καθαρὰ διὰ μέσου τῶν δημιουργημάτων μὲ τὰ μάτια τῆς διανοίας, τόσον ἡ δύναμίς του, ποὺ δὲν ἔχει ἀρχὴν καὶ τέλος ἀλλ’ εἶναι αἰωνία, ὅσον καὶ κάθε τελειότης, ὥστε αὐτοὶ νὰ εἶναι ἀναπολόγητοι καὶ νὰ μὴ ἡμποροῦν νὰ προβάλουν καμμίαν δικαιολογίαν.
21 διότι γνόντες τὸν Θεὸν οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν ἢ εὐχαρίστησαν, ἀλλ᾿ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία·
Εἶναι δὲ ἀδικαιολόγητοι, διότι ἐνῷ διὰ τῶν θαυμασίων τῆς δημιουργίας ἐγνώρισαν τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ πᾶσαν σοφίαν καὶ δύναμιν τὰ ἐδημιούργησε, δὲν τὸν ἐδόξασαν διὰ τὰς ἀπείρους τελειότητάς του ἢ δὲν τὸν ηὐχαρίστησαν διὰ τὰς τόσας εὐεργεσίας του, ὅπως ἁρμόζει εἰς αὐτόν, ἀλλὰ μὲ τοὺς ψευδεῖς καὶ πλανημένους συλλογισμούς των ἀπεδείχθησαν μωροὶ καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος καὶ ἀνίκανος νὰ καταλάβῃ τὰ ἀληθῆ καὶ τὰ πρέποντα διάνοιά τους.
22 φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν,
Καὶ ἐνῷ ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι σοφοί, ἔγιναν μωροὶ καὶ ἀνόητοι.
23 καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν.
Καὶ ἀντήλλαξαν τὸ ἔνδοξον μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν φθοράν, μὲ ὑλικὰ ἀγάλματα, ποὺ ἔχουν τὴν εἰκόνα φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν.
24 Διὸ καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τὰ σώματα αὐτῶν ἐν αὐτοῖς,
Διότι δὲ ἔκαμαν τὴν ἀσεβῆ αὐτὴν ἀνταλλαγήν, δι' αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐπῆρε ἀπὸ αὐτοὺς τὴν χάριν του καὶ τοὺς ἀφῆκε νὰ παραδοθοῦν μὲ τὰς αἰσχρὰς ἐπιθυμίας τῶν καρδιῶν τους εἰς ἀκαθαρσίαν, ὥστε νὰ ἀτιμάζωνται τὰ σώματά τους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους.
25 οἵτινες μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
Αὐτοὶ ἀντικατέστησαν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν μὲ τοὺς ψευδεῖς τῶν εἰδώλων θεοὺς καὶ ἀπέδωκαν τὸν σεβασμὸν τῆς καρδίας των καὶ τὴν ἐξωτερικὴν λατρείαν των εἰς τὴν κτίσιν, ἀντὶ νὰ σέβωνται καὶ νὰ λατρεύουν ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔκτισεν, ὁ ὁποῖος εἶναι πρέπον καὶ δίκαιον νὰ εὐλογῆται καὶ νὰ δοξάζεται εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
26 Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας. αἵ τε γὰρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν,
Ἐπειδὴ δὲ ἐλάτρευσαν τὴν κτίσιν ἀντὶ τοῦ Κτίστου, δι’ αὐτὸ ἐπέτρεψεν ὁ Θεὸς νὰ παραδοθοῦν εἰς ἀτιμωτικὰ πάθη. Διότι καὶ αἱ γυναῖκες των ἄλλαξαν τὴν φυσικὴν σχέσιν καὶ χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν καὶ ἐξευτελίσθησαν μὲ ἀκατονόμαστους ἀσελγείας.
27 ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες.
Κατὰ τὸν ὅμοιον ἀκριβῶς τρόπον καὶ οἱ ἄρρενες ἄφησαν τὴν φυσικὴν σχέσιν καὶ χρῆσιν τῆς γυναικὸς καὶ ἐκάησαν ἀπὸ φλόγα ἀκρατήτου ἐπιθυμίας μεταξύ τους, πράττοντες ἀρσενικοὶ μὲ ἀρσενικοὺς ἀσχήμους καὶ ἀτίμους πράξεις καὶ λαμβάνοντες τὸν μισθόν, ποὺ τοὺς ἤξιζε διὰ τὴν πλάνην τῆς εἰδωλολατρείας των, ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν τους.
28 Καὶ καθὼς οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα,
Καὶ ὅπως ἀκριβῶς δὲν ἔκριναν καλὸν καὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ κατέχουν τὴν πλήρη καὶ ἀληθῆ γνῶσιν τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἐγκατέλιπεν ὁ Θεὸς καὶ παρεδόθησαν εἰς νοῦν ἀνίκανον νὰ διακρίνῃ τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ὀρθόν, καὶ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ὑπῆρξε τὸ νὰ πράττουν ἀπρεπῆ καὶ ἀνήθικα ἔργα.
29 πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ, πορνείᾳ, πονηρίᾳ, πλεονεξία, κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου, φόνου, ἔριδος, δόλου κακοηθείας,
Καὶ ἔτσι ἐκυριεύθησαν καὶ ἐγέμισαν ἀπὸ κάθε εἶδος ἁμαρτίας, ἀπὸ πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν, ἐγέμισαν ἀπὸ φθόνον, φόνον, φιλονεικίαν, δόλον, κακοτροπίαν.
30 ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγεῖς, ὑβριστάς, ὑπερηφάνους, ἀλαζόνας, ἐφευρέτας κακῶν, γονεῦσιν ἀπειθεῖς,
Καὶ κακολογοῦν μὲ κρυφομιλήματα, κατακρίνουν φανερά, μισοῦν τὸν Θεόν, ὑβρίζουν, εἶναι φαντασμένοι, προσβλέποντες εἰς τοὺς ἄλλους μὲ περιφρόνησιν, εἶναι καυχηματίαι εἰς τοὺς λόγους, ἐπινοοῦν καὶ ἐφευρίσκουν κακά, εἶναι ἀπειθεῖς εἰς τοὺς γονεῖς,
31 ἀσυνέτους, ἀσυνθέτους, ἀστόργους, ἀσπόνδους, ἀνελεήμονας·
δὲν ἔχουν σύνεσιν, καταπατοῦν τὸν λόγον τους καὶ τὰς συμφωνίας ποὺ ἔκαμαν μὲ τοὺς ἄλλους, δὲν ἔχουν οὔτε αὐτὴν τὴν στοργήν, τὴν τόσον φυσικὴν καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ ζῶα, εἶναι ἀδιάλλακτοι καὶ ξένοι πρὸς τὸν οἶκτον καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν.
32 οἵτινες τὸ δικαίωμα τοῦ Θεοῦ ἐπιγνόντες, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες ἄξιοι θανάτου εἰσίν, οὐ μόνον αὐτὰ ποιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσι.
Αὐτοί, μολονότι ἐγνώρισαν καλὰ ἐκεῖνο, ποὺ ὁ Θεὸς ἐπρόσταξεν ὡς δίκαιον, ὅτι δηλαδὴ ὅσοι πράττουν τέτοια ἔργα εἶναι ἄξιοι θανάτου, ὄχι μόνον πράττουν αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἐπιδοκιμάζουν ἐκείνους ποὺ τὰ πράττουν καὶ δεικνύουν ἔτσι, ὅτι ὅχι ἀπὸ ἀδυναμίαν, ἀλλὰ ἀπὸ βαθεῖαν τῆς ψυχῆς τῶν διαφθορὰν τρέχουν πρὸς τὸ κακόν. Αὐτὰ περὶ τῶν ἐθνικῶν καὶ εἰδωλολατρῶν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα