ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἔχων τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας· οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρὸς εἶ.
Καὶ εἰς τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι εἰς τὰς Σάρδεις γράψε· Αὐτὰ λέγει ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ ὅλα τὰ χαρίσματά του καὶ τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας, τοὺς ἐπισκόπους δηλαδὴ καὶ ἀνωτάτους εἰς τὰς Ἐκκλησίας λειτουργούς· γνωρίζω τὰ ἔργα σου, ἄλλα δὲν εἶμαι ἰκανοποιημένος ἀπὸ αὐτά. Διότι ἔχεις ὄνομα, ποὺ σημαίνει ὅτι ζῇς, καὶ ὅμως εἶσαι νεκρός.
2 γίνου γρηγορῶν, καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθνήσκειν· οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου.
Γίνε ἄγρυπνος καὶ προσεκτικός. Καὶ στήριξε τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα ἐκινδύνευσαν νὰ ἀποθάνουν. Σοῦ γράφω αὐτά, διότι δὲν ἔχω εὔρει τὰ ἔργα σου καὶ τὴν ἐπισκοπικὴν συμπεριφοράν σου τέλεια ἐνώπιον τοῦ Πατρός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μου εἶναι καὶ Θεός μου.
3 μνημόνευε οὖν πῶς εἴληφας καὶ ἤκουσας, καὶ τήρει καὶ μετανόησον. ἐὰν οὖν μὴ γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπὶ σὲ ὡς κλέπτης, καὶ οὐ μὴ γνώσῃ ποίαν ὥραν ἥξω ἐπὶ σέ.
Ἐνθυμοῦ λοιπὸν τὸν ζῆλον, μὲ τὸν ὁποῖον ἔχεις παραλάβει καὶ ἤκουσες τὸ εὐαγγέλιον καὶ μετανόησε καὶ φυλάττε αὐτό, ποὺ ἤκουσες καὶ παρέλαβες. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἐξυπνήσῃς καὶ δὲν γίνῃς προσεκτικός, θὰ ἔλθω διὰ τοῦ θανάτου σου εἰς σὲ ἔξαφνα, ὅπως ἔρχεται καὶ ὁ κλέπτῃς κατὰ τὴν νύκτα. Καὶ δὲν θὰ γνωρίσῃς ποίαν ὥραν θὰ ἔλθω εἰς σὲ διὰ νὰ ζητήσω λόγον τῶν πράξεών σου.
4 ἀλλὰ ἔχεις ὀλίγα ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, ἃ οὐκ ἐμόλυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ' ἐμοῦ ἐν λευκοῖς, ὅτι ἄξιοί εἰσιν.
Ἔχεις ὅμως εἰς τὰς Σάρδεις ὀλίγα πρόσωπα, ποὺ δὲν ἐμόλυναν τὰ ἐνδύματά τους μὲ ἁμαρτίας. Καὶ αὐτοὶ θὰ περιπατήσουν καὶ θὰ ζήσουν μαζί μου ντυμένοι εἰς τὰ ἄσπρα, διότι τοὺς ἀξίζει νὰ εἶναι μαζί μου ντυμένοι μὲ πνευματικὸν χιτῶνα φωτεινὸν καὶ λαμπρόν.
5 Ὁ νικῶν οὗτος περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις λευκοῖς, καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.
Ἐκεῖνος, ποὺ θὰ νικᾷ πάντοτε, θὰ περιβληθῇ ἔτσι μὲ ἐνδύματα ἄσπρα καὶ φωτεινά. Καὶ δὲν θὰ σβήσω ποτὲ τὸ ὅνομά του ἀπὸ τὸ βιβλίον τῆς αἰωνίου καὶ οὐρανίας ζωῆς. Καὶ θὰ ὁμολογήσω τὸ ὄνομά του ἐμπρὸς εἰς τὸν Πατέρα μου καὶ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους του συσταίνων αὐτὸν ὡς πρόσωπον ἰδικόν μου καὶ ἀγαπητόν μου.
6 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.
Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει πνευματικὸν ἐνδιαφέρον καὶ αὐτί, ἂς ἀκούσῃ, τί λέγει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὰς Ἐκκλησίας.
7 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἅγιος, ὁ ἀληθινός, ὁ ἔχων τὴν κλεῖν τοῦ Δαυΐδ, ὁ ἀνοίγων καὶ οὐδεὶς κλείσει, καὶ κλείων καὶ οὐδεὶς ἀνοίξει·
Καὶ εἰς τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι εἰς τὴν Φιλαδέλφειαν, γράψε· Αὐτὰ λέγει ὁ ἅγιος, ὁ πραγματικὸς καὶ ἀληθινὸς Κύριος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μεσσιανικὴν ἐξουσίαν καὶ βασιλείαν τοῦ Δαβίδ. Αὐτὸς ποὺ ἀνοίγει τὴν θύραν τῶν οὐρανῶν καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κλείσῃ καὶ τὴν κλείει καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀνοίξῃ.
8 οἶδά σου τὰ ἔργα· ~ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην, ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι αὐτήν·~ ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν, καὶ ἐτήρησάς μου τὸν λόγον καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ ὄνομά μου.
Γνωρίζω τὰ ἔργα σου τὰ ἐπισκοπικά. Ἰδοὺ ἔχω δώσει ἐμπρός σου ἀνοικτὴν θύραν πρὸς ἀνεμπόδιστον ἱεραποστολικὴν δρᾶσιν, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κλείσῃ. Σοῦ τὴν ἤνοιξα ἐγώ, διότι σὺ ἔχεις μικρὰν δύναμιν καὶ ὀλίγα μέσα διὰ τὴν δρᾶσιν αὐτήν. Ἐφύλαξες ὅμως τὸν λόγον μου καὶ δὲν ἠρνήθης τὸ ὄνομά μου ἐν μέσῳ τοῦ διωγμοῦ, ποὺ σὲ ηὗρε.
9 ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσίν, ἀλλὰ ψεύδονται· ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε.
Ἰδοὺ θὰ δώσω εἰς τὸ ποίμνιόν σου μερικοὺς ἀπὸ τὴν συναγωγὴν τοῦ σατανᾶ, ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ὀνομάζουν τοὺς ἑαυτούς των Ἰουδαίους, δὲν εἶναι ὅμως καὶ πραγματικοὶ τοιοῦτοι, ἄλλα ψεύδονται. Ἰδοὺ θὰ τοὺς κάμω νὰ ἔλθουν καὶ νὰ προσκυνήσουν ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια σου καὶ νὰ μάθουν, ὅτι ἐγὼ σὲ ἠγάπησα.
10 ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς.
Ἐπειδὴ δὲ ἐφύλαξες τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς εἰς τὰς διὰ τὸ ὄνομά μου θλίψεις, καὶ ἐγὼ θὰ σὲ φυλάξω ἀπὸ τὴν ὥραν τοῦ πειρασμοῦ καὶ τῶν θλίψεων, ποὺ μέλλουν νὰ ἔρχωνται εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, διὰ νὰ θέσουν εἰς δοκιμασίαν ἐκείνους, ποὺ κατοικοῦν ἐπὶ τῆς γῆς.
11 ἔρχομαι ταχύ· κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου.
Ἔρχομαι γρήγορα. Κράτει καλὰ τὴν πίστιν, ποὺ ἔχεις, διὰ νὰ μὴ πάρῃ κανεὶς τὸν στέφανόν σου καὶ τὴν ἀνταμοιβὴν τῶν ἀγώνων σου.
12 Ὁ νικῶν, ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ ἔξω οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἔτι, καὶ γράψω ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς καινῆς Ἱερουσαλήμ, ἣ καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ κα
Ἐκεῖνον, ποὺ πάντοτε θὰ νικᾷ, θὰ τὸν κάμω στῦλον τῆς Ἐκκλησίας μου, ἡ ὁποία εἶναι ὁ πραγματικὸς ναὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀπὸ τὴν τιμητικὴν αὐτὴν θέσιν, ποὺ θὰ τοῦ δώσω, δὲν θὰ βγῇ πλέον ἔξω ποτέ. Καὶ θὰ γράψω ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου, διὰ νὰ εἶναι αἰωνίως ἰδικός του· καθὼς καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς νέας Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κτισθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ καταβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὸν Θεόν μου· καὶ τῆς πόλεως αὐτῆς θὰ γίνῃ οὗτος αἰώνιος πολίτης. Θὰ γράψω ἀκόμη ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὸ νέον ὄνομά μου, Λόγος τοῦ Πατρὸς ἐνανθρωπήσας, διὰ νὰ εἶναι λυτρωμένος καὶ σωσμένος μὲ τὸ αἷμα μου αἰωνίως.
13 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.
Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει πνευματικὸν ἐνδιαφέρον καὶ αὐτί, ἂς ἀκούσῃ τί λέγει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὰς Ἐκκλησίας.
14 Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ·
Καὶ εἰς τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι εἰς τὴν Λαοδίκειαν, γράψε· Αὐτὰ λέγει ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια καὶ ὁ Ἀμήν, ὁ ἀληθὴς καὶ ἀξιόπιστος μάρτυς, ἡ δημιουργικὴ ἀρχὴ τῶν κτισμάτων τοῦ Θεοῦ.
15 οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός.
Γνωρίζω καλὰ τὰ ἔργα σου, ὅτι δηλαδὴ οὔτε ψυχρὸς εἶσαι εἰς τὴν πίστιν καὶ τὸν ζῆλον, οὔτε ζεστὸς καὶ θερμός. Εἴθε νὰ ἤσουν ἢ ψυχρός, διότι τότε θὰ ὑπῆρχε μεγαλυτέρα ἐλπὶς νὰ μετανοήσῃς κάποτε καὶ νὰ γίνης ζηλωτής· ἢ νὰ ἤσουν θερμὸς καὶ ζεστός.
16 οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.
Ἔτσι, ἐπειδὴ εἶσαι χλιαρὸς καὶ δὲν εἶσαι οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, θὰ σὲ ξεράσω ἀπὸ τὸ στόμα μου.
17 ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, ~καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός,~
Λέγεις ἐξ αἰτίας τῆς οἰήσεώς σου καὶ αὐταρεσκείας σου, ὅτι εἶμαι πλούσιος εἰς ἀρετὰς καὶ ἔχω πλουτήσει καὶ δὲν μοῦ χρειάζεται τίποτε. Καὶ δὲν ἠξεύρεις, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ πράγματι ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς εἰς ἀρετὴν καὶ τυφλός, ὥστε νὰ μὴ βλέπῃς τὴν πραγματικὴν πνευματικήν σου κατάστασιν, καὶ γυμνός.
18 συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾿ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.
Διότι λοιπὸν λέγεις, ὅτι ἔχω πλουτήσει, σὲ συμβουλεύω νὰ ἀγοράσῃς ἀπὸ ἐμὲ διὰ ταπεινόφρονος συντριβῆς καὶ προσευχῆς ἀρετὴν πραγματικὴν καὶ γνησίαν σὰν τὸν χρυσόν, ποὺ ἔχει λυώσει καὶ καθαρισθῇ μέσα εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ γίνῃς πλούσιος εἰς ἀρετὴν καὶ ἀγαθὰ ἔργα. Νὰ προμηθευθῇς ἀκόμη καὶ ἁγιότητα καὶ ἁγνότητα βίου, ὥστε μὲ αὐτὰ νὰ περιβληθῇς σὰν μὲ ἄλλα λευκὰ ἐνδύματα καὶ ἔτσι νὰ μὴ γίνῃ φανερὰ εἰς ὅλους ἡ ἐντροπὴ τῆς πνευματικῆς σου γυμνότητος. Νὰ προμηθευθῇς καὶ φωτισμὸν ἀληθείας, διὰ νὰ χρίσῃς σὰν μὲ ἄλλο κολλύριον τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σου, ὥστε νὰ βλέπῃς τὴν κατάστασίν σου καὶ μὴ πλανᾶσαι νομίζων, ὅτι εἶσαι πλούσιος.
19 ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον.
Σοῦ λέγω αὐτὰ ἐξ ἀγάπης. Ἐγὼ ὀσουσδηποτε ἀγαπῶ, τοὺς ἐλέγχω, δεικνύων εἰς αὐτοὺς τὰ σφάλματά των, καὶ τοὺς παιδαγωγῶ. Δείκνυε λοιπὸν ζῆλον καὶ μετανόησε.
20 ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ.
Ἰδοὺ στέκομαι ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν καὶ κτυπῶ δυνατά. Ἐὰν κανεὶς ἀκούσῃ τὴν φωνήν μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν τῆς καρδίας του, θὰ ἔμβω εἰς αὐτόν, θὰ συνδεθῶ μὲ αὐτὸν στενῶς καὶ μὲ πολλὴν οἰκειότητα καὶ θὰ συμφάγω μαζί του χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος διὰ τὴν σωτηρίαν του. Καὶ αὐτὸς θὰ συμφάγῃ μαζί μου ἀπολαμβάνων τὴν εὐφροσύνην καὶ τὴν χαρὰν τῆς μακαρίας μου ζωῆς.
21 Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ.
Εἰς ἐκεῖνον, ποὺ θὰ νικᾷ πάντοτε, θὰ τοῦ δώσω ὡς ἀνταμοιβὴν νὰ καθίσῃ μαζί μου εἰς τὸν ἔνδοξον θρόνον μου, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅταν ἔγινα ἄνθρωπος, ἐνίκησα καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψίν μου ἐκάθισα μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα μου εἰς τὸν θρόνον αὐτοῦ.
22 Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.
Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει πνευματικὸν ἐνδιαφέρον καὶ αὐτί, ἂς ἀκούσῃ τί λέγει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὰς Ἐκκλησίας.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα