ελ
Καινή Διαθήκη
Βιβλίον προφητικόν, είς τό όποϊον ό θεόπνευστος συγγραφεύς εκθέτει τήν «Άποκάλυψιν», τήν όποίαν «έδωκεν αύτω ό Θεός», ίνα δείξη είς τους δούλους αύτοϋ «ά δεϊ γενέσθαι έν τάχει» (Άποκ. α' 1). Συγγραφεύς δ' αύτοϋ είναι ό δούλος τοϋ Χριστού 'Ίωάννης, ώς ό ίδιος κατονομάζει έαυτόν είς αύτον τόν πρώτον στίχον τού βιβλίου. Καί ύπέθεσαν μέν τινες, ότι ό Ίωάννης ούτος είναι άλλος τις παρά τόν άπόστολον Ιωάννην. Περί τοιούτου όμως προσώπου, άπολαύοντος έν τή Αποστολική Έκκλησία τοσούτου κύρους, ώστε σύγγραμμα αύτοϋ νά περιληφθή ώς θεόπνευστον είς τόν κανόνα της Καινής Διαθήκης, δέν έχομεν σοβαράν τινα καί άδιαμφισβήτητον μαρτυρίαν έκ της Ιστορίας των άποστολικών χρόνων. Ό Ίωάννης λοιπόν, ό συγγραφεύς τής 'Αποκαλύψεως, είναι αύτός ούτος ό άπόστολος καί ευαγγελιστής Ίωάννης.
Σκοπός, διά τόν όποϊον ό θεϊος Άπόστολος συνέγραψε τό βιβλίον τούτο, είναι νά προτρέψη μέν τούς πιστούς, όπως δι' έγρηγόρσεως καί μετανοίας προπαρασκευάζουν έαυτούς διά τήν δευτέραν του Κυρίου παρουσίαν, παρηγορήση δ' αύτούς, ίνα μεθ' ύπομονής καί έλπίδος άντιμετωπίζωσι τάς θλίψεις, αίτινες θά προηγηθώσι της παρουσίας ταύτης. Κατ' άκολουθίαν κύριον θέμα του βιβλίου είναι ό πρό της δευτέρας παρουσίας τού Κυρίου άγων μεταξύ της Βασιλείας του Θεού καί της δυνάμεως του σατανά, ήτις έν τέλει κατασυντρίβεται διά του Ίησοϋ Χριστοϋ καί τοϋ όριστικού θριάμβου της Έκκλησίας, τής έκπροσωπούσης τήν Βασιλείαν του Θεού. Ή δι' όλου δε τού βιβλίου διήκουσα έννοια είναι ό άγων ούτος του εσφαγμένου Άρνίου, ήτοι τοϋ Ίησού Χριστού, τό όποϊον εξήλθε νικών καί ίνα νικήση. Νικήσας δηλαδή ό Χριστός τόν σατανάν άπό της πρώτης παρουσίας αύτου έπί της γής καί συμβασιλεύων ήδη μετά τού Θεού Πατρός έν τω ούρανω, εϊναι καί τώρα ό πραγματικός κύριος το κόσμου καί των έν αύτω συμβαινόντων. Παρά τήν έν τω παρόντι αίώνι προσωρινήν και περιωρισμένην επικράτησιν του σατανά, τό Αρνίον εξακολουθεϊ νά είναι ό κύριος της Ιστορίας τών άνθρώπων, θά έλθη δε ώς Κριτής καί Βασιλεύς, ϊνα έκμηδενίση τόν σατανάν καί κρίνη ζώντας και νεκρούς, όπότε άποδίδων έκάστω κατά τά έργα αύτοϋ, θα εγκαθιδρύση νέαν τάξιν πραγμάτων, έν τή όποία ή νέα Ιερουσαλήμ, ή άποτελεσθησομένη ύπό της εν ούρανοϊς είς τό διηνεκές θριαμβευούσης 'Έκκλησίας τών πιστών, έν «καινώ ούρανω καί καινή γή» θα άπολαύση έν άλήκτω κοινωνία μετά τού Θεού της μακαριότητος καί δόξης αύτου.
Τόπος δε της συγγραφής τού βιβλίου πιθανώτατα είναι ή νήσος Πάτμος, όπου, ώς δηλούται έν τη άρχή το βιβλίου (α΄ 9), εγένοντο είς τόν 'Ίωάννην αί άπό τοϋ Θεού άποκαλύψεις, αί περιληφθεΐσαι είς τό βιβλίον. Είς τήν νήσον δε ταύτην ό θεϊος 'Απόστολος εξωρίσθη κατά τό 14ον έτος της βασιλείας του Δομετιανού (τουτέστι περί τό 95 μ. Χ.), ώς άναφέρει ό Ευσέβιος έν τω Χρονικώ αύτοϋ. Περίπου κατά τόν αύτον χρόνον συνεγράφη και ή Αποκάλυψις «ύπό τήν νωπήν έντύπωσιν» τών όπτασιών, τάς όποίας έν έκστάσει είδεν ό Ίωάννης.
1 ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός, δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει, καὶ ἐσήμανεν ἀποστείλας διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ,
Φανέρωσις τῶν θείων βουλῶν περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ πνευματικοῦ σώματός του, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὡς ἄνθρωπον καὶ ἀρχηγὸν τῆς Ἐκκλησίας, διὰ νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς ὅλους τοὺς πιστοὺς δούλους του ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ πραγματοποίησις σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον πρέπει νὰ ἀρχίσῃ γρήγορα. Καὶ ἐξήγησε ταῦτα ὁ Χριστὸς διὰ μέσου τοῦ ἀγγέλου του εἰς τὸν δοῦλον του Ἰωάννην,
2 ὃς ἐμαρτύρησε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσα εἶδε.
ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ δι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ μαρτυρία περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του. Καὶ ἡ μαρτυρία αὐτὴ τοῦ Ἰωάννου στηρίζεται εἰς ὅσα οὗτος εἶδε μὲ ὁράματα καὶ εἰκόνας καὶ σύμβολα.
3 μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καὶ οἱ ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς προφητείας καὶ τηροῦντες τὰ ἐν αὐτῇ γεγραμμένα· ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς.
Μακάριος εἶναι αὐτός, ποὺ ἀναγινώσκει καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἀκούουν τοὺς λόγους τῆς θεοπνεύστου αὐτῆς προφητείας καὶ διδασκαλίας, καὶ φυλάττουν μὲ εὐλάβειαν ὅσα ἔχουν γραφῆ εἰς αὐτήν. Διότι εἶναι πολὺ πλησίον ὁ καιρός, ποὺ θὰ πραγματοποιηθοῦν ταῦτα.
4 Ἰωάννης ταῖς ἑπτὰ ἐκκλησίαις ταῖς ἐν τῇ Ἀσίᾳ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, καὶ ἀπὸ τῶν ἑπτὰ πνευμάτων, ἃ ἐνώπιον τοῦ θρόνου αὐτοῦ,
Ὁ Ἰωάννης ἀπευθύνεται πρὸς τὰς ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἑπτὰ Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκπροσωποῦν καὶ τὴν ὅλην Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Εἴθε νὰ εἶναι εἰς σᾶς χάρις καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πράγματι καὶ ἐξ ἑαυτοῦ ὑπάρχων καὶ ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε πάντοτε καὶ θὰ ὑπάρχῃ διαρκῶς καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἀπὸ τὰ πλούσια πνευματικὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι ἐμπρὸς εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ ἕτοιμα νὰ σταλοῦν διὰ τὸν φωτισμὸν καὶ τὸν ἁγιασμὸν τῶν ἀνθρώπων,
5 καὶ ἀπὸ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ μάρτυς ὁ πιστός, ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν καὶ ὁ ἄρχων τῶν βασιλέων τῆς γῆς. τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καὶ λούσαντι ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ,
καὶ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθὴς καὶ κατὰ πάντα ἀξιόπιστος μάρτυς, ὁ ὁποῖος μὲ τὸν θάνατον του ἐπεσφράγισε τὴν μαρτυρίαν του περὶ τῆς θείας ἀληθείας καὶ ἀνεστήθη πρῶτος ἀπὸ ὅλους τοὺς νεκροὺς καὶ εἶναι ὁ αἰώνιος Βασιλεὺς καὶ ἐξουσιάζει τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς. Εἰς αὐτόν, ποὺ μᾶς ἀγαπᾷ καὶ ἕνεκα τῆς ἀγάπης του αὐτῆς μᾶς ἔλουσε καὶ μᾶς ἐκαθάρισεν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας μας μὲ τὸ αἷμα του,
6 καὶ ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλείαν, ἱερεῖς τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὐτοῦ, αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
καὶ μᾶς κατέστησε πνευματικὸν καὶ θεῖον βασίλειον, ἱερεῖς διὰ νὰ λατρεύωμεν καὶ προσφέρωμεν πνευματικὰς θυσίας εἰς τὸν πατέρα του, τὸν ὁποῖον ὡς ἐνανθρωπήσας καὶ ἐξομοιωθεὶς πρὸς ἡμᾶς τὸν ἔχει καὶ Θεόν του. Εἰς αὐτὸν τὸν Θεάνθρωπον Σωτῆρα ὀφείλεται καὶ ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ κραταιᾶ ἐξουσία καὶ βασιλεία εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
7 Ἰδοὺ ἔρχεται μετὰ τῶν νεφελῶν, καὶ ὄψεται αὐτὸν πᾶς ὀφθαλμὸς καὶ οἵτινες αὐτὸν ἐξεκέντησαν, καὶ κόψονται ἐπ᾿ αὐτὸν πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς. ναί, ἀμήν.
Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ Θεάνθρωπος Κύριος μὲ τὰς νεφέλας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ κάθεται ὡς Θεός. Καὶ θὰ τὸν ἴδῃ κάθε μάτι. Ὄχι μόνον οἱ πιστοί, ποὺ ἐλπίζουν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἄπιστοι καὶ ἰδιαιτέρως αὐτοί, ποὺ τὸν ἐσταύρωσαν καὶ τὸν ἐλόγχισαν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Καὶ θὰ κτυπήσουν τὰ στήθη τους ἐξ αἰτίας τῆς λύπης καὶ τοῦ φόβου, ποὺ θὰ δοκιμάσουν ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, ὅσαι παρέμειναν ἄπιστοι. Ναί, ἀμήν.
8 Ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ.
Διακηρύττω καὶ βεβαιώνω τοῦτο ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχή, ποὺ ἐδημιούργησε τὰ πάντα, καὶ τὸ τέλος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξουν ὡς εἰς ὕψιστον σκοπόν των ὅλα, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, χωρὶς νὰ τὸν δημιουργήσῃ ἄλλος, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν ἀϊδίως καὶ θὰ ὑπάρχῃ διαρκῶς καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ.
9 Ἐγὼ Ἰωάννης, ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν καὶ συγκοινωνὸς ἐν τῇ θλίψει καὶ βασιλείᾳ καὶ ὑπομονῇ ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ, ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῇ καλουμένῃ Πάτμῳ διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐγὼ ὁ Ἰωάννης ὁ ἀδελφός σας, ὁ συγκοινωνὸς καὶ συμμέτοχος εἰς τὴν θλῖψιν καὶ τοὺς διωγμοὺς διὰ τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἔνδοξον βασιλείαν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς ἀνταμείψῃ ἐὰν δείξωμεν ὑπομονὴν καὶ μείνωμεν ἐνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦν, ἦλθα ἐξόριστος εἰς τὴν νῆσον ποὺ ὀνομάζεται Πάτμος διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν, ποὺ δίδω διὰ τὸν Ἰησοῦν, ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Σωτήρ μας.
10 ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ κυριακῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος
Ἦλθα εἰς ἔκστασιν καὶ ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν Κυριακὴν ἡμέραν καὶ ἤκουσα ἀπὸ πίσω μου φωνὴν μεγάλην καὶ δυνατὴν σὰν σάλπιγγα,
11 λεγούσης· ὃ βλέπεις γράψον εἰς βιβλίον καὶ πέμψον ταῖς ἑπτὰ ἐκκλησίαις, εἰς Ἔφεσον καὶ εἰς Σμύρναν καὶ εἰς Πέργαμον καὶ εἰς Θυάτειρα καὶ εἰς Σάρδεις καὶ εἰς Φιλαδέλφειαν καὶ εἰς Λαοδίκειαν.
ποὺ ἔλεγε· Γράψε αὐτὰ ποὺ θὰ ἴδῃς εἰς βιβλίον καὶ στεῖλε το εἰς τὰς ἑπτὰ Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκπροσωποῦν τὴν ὅλην Ἐκκλησίαν· δηλαδὴ εἰς τὰς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι εἰς τὴν Ἔφεσον καὶ εἰς τὴν Σμύρνην καὶ εἰς τὴν Πέργαμον καὶ εἰς τὰ Θυάτειρα καὶ εἰς τὰς Σάρδεις καὶ εἰς τὴν Φιλαδέλφειαν καὶ εἰς τὴν Λαοδίκειαν.
12 Καὶ ἐκεῖ ἐπέστρεψα βλέπειν τὴν φωνὴν ἥτις ἐλάλει μετ᾿ ἐμοῦ· καὶ ἐπιστρέψας εἶδον ἑπτὰ λυχνίας χρυσᾶς,
Καὶ ἔστρεψα ὀπίσω μου διὰ νὰ ἴδω τὸ πρόσωπον, ποὺ μὲ τὴν φωνὴν αὐτὴν ὡμίλει πρὸς ἐμέ. Καὶ ὅταν ἐγύρισα ὀπίσω εἶδον ἑπτὰ χρυσᾶς λυχνίας, ποὺ ἐσυμβόλιζαν τὰς ἑπτὰ Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι σκορπίζουν φῶς εἰς τὸν σκοτισμένον ἀπὸ τὴν πλάνην καὶ ἁμαρτίαν κόσμον.
13 καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου, ἐνδεδυμένον ποδήρη καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς ζώνην χρυσῆν·
Καὶ εἰς τὸ μέσον τῶν λυχνιῶν αὐτῶν, προστάτην των καὶ πηγὴν τοῦ φωτός των, πρόσωπον ἔνδοξον ποὺ ὠμοίαζε πρὸς υἱὸν ἀνθρώπου, καὶ ἐφόρει μεγαλοπρεπὲς ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον ἔφθανεν ἕως τὰ πόδια του, καὶ ἦτο ζωσμένος πλησίον τοῦ στήθους του μὲ ζώνην χρυσὴν βασιλικήν.
14 ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκόν, ὡς χιών, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρός,
Ἡ κεφαλή του δὲ καὶ αἱ τρίχες της ἦσαν λευκαὶ σὰν ἄσπρο μαλλί, σὰν χιόνι, διὰ να συμβολίζουν, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι σὰν τὸν Θεὸν παλαιὸς τῶν ἡμερῶν. Καὶ τὰ μάτια του ἦσαν σὰν φλόγα φωτιᾶς, ποὺ φωτίζει ὅλα καὶ δὲν μένει τίποτε κρυμμένον ἐμπρός της.
15 καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ, ὡς ἐν καμίνῳ πεπυρωμένοι, καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν,
Καὶ τὰ πόδια του ὠμοίαζαν κατὰ τὴν λαμπρότητα καὶ στερεότητα πρὸς μεταλλικὸν μίγμα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, σὰν νὰ ἦσαν καθαρισμένα καὶ δοκιμασμένα καὶ χυμένα μέσα εἰς κάμινον, καὶ ἡ φωνή του ἦτο δυνατὴ σὰν τὴν βοὴν ποὺ κάνουν νερὰ πολλά, ὅταν πίπτουν ἀπὸ ὑψηλά.
16 καὶ ἔχων ἐν τῇ δεξιᾷ χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτά, καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ρομφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ.
Καὶ εἶχεν εἰς τὸ δεξιόν του χέρι ἑπτὰ ἀστέρια, τοὺς ἐπισκόπους τῶν ἑπτὰ Ἐκκλησιῶν, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁρίζει καὶ κυβερνᾷ. Καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἔβγαινε ρομφαία δίκοπος κοπτερή, σύμβολον τῆς δυνάμεως τοῦ λόγου του καὶ τῆς δικαίας κρίσεως του. Καὶ τὸ πρόσωπόν του ἔλαμπε φωτεινὸν καὶ ἀστραπτερόν, ὅπως λάμπει ὁ ἥλιος μὲ ὅλην τὴν λαμπρότητά του.
17 Καὶ ὅτε εἶδον αὐτόν, ἔπεσα πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡς νεκρός, καὶ ἔθηκε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ χεῖρα ἐπ᾿ ἐμὲ λέγων· μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος
Καὶ ὅταν τὸν εἶδα ἔπεσα ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια του σὰν νεκρὸς ἀπὸ τὸν φόβον μου. Καὶ ἔβαλε τὸ δεξιόν του χέρι ἐπάνω μου καὶ εἶπε· Μὴ φοβῆσαι. Ἐγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος, διότι ὑπάρχω ἀϊδίως, καὶ ὁ ἔσχατος, διότι θὰ εἶμαι πάντοτε.
18 καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου.
Εἶμαι ἀκόμη ἐκεῖνος, ποὺ ζῇ διαρκῶς καὶ ἔχει τὴν ζωὴν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ ἔγινα νεκρός, διότι ἀπέθανα διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἰδού, ὅτι παρὰ τὸν σταυρικὸν θάνατόν μου ζῶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Καὶ ἔχω εἰς τὰ χέριά μου τὰ κλειδιὰ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδου, διότι μὲ τὸν θάνατόν μου κατέλυσα τὸν θάνατον καὶ ἔλαβα ἐξουσίαν καὶ ἐπὶ τοῦ Ἅδου.
19 γράψον οὖν ἃ εἶδες, καὶ ἅ εἰσι καὶ ἃ μέλλει γίνεσθαι μετὰ ταῦτα·
Γράψε λοιπὸν ὅσα εἶδες, καὶ ὅσα ὑπάρχουν καὶ ἀναφέρονται εἰς τὸ παρὸν καὶ ὅσα μέλλουν νὰ γίνουν ὕστερα μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων.
20 τὸ μυστήριον τῶν ἑπτὰ ἀστέρων ὧν εἶδες ἐπὶ τῆς δεξιᾶς μου, καὶ τὰς ἑπτὰ λυχνίας τὰς χρυσᾶς. οἱ ἑπτὰ ἀστέρες ἄγγελοι τῶν ἑπτὰ ἐκκλησιῶν εἰσι, καὶ αἱ λυχνίαι αἱ ἑπτὰ ἑπτὰ ἐκκλησίαι εἰσίν.
Καὶ πρωτίστως σοῦ ἐξηγῶ τὸ μυστικὸν νόημα τῶν ἑπτὰ ἀστέρων, ποὺ εἶδες εἰς τὸ δεξιόν μου χέρι, καὶ τῶν ἑπτὰ λυχνῶν τῶν χρυσῶν. Οἱ ἑπτὰ ἀστέρες σημαίνουν ἑπτὰ ἐπισκόπους τῶν ἑπτὰ Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἐκπροσωποῦν τὴν ὅλην Ἐκκλησίαν. Καὶ αἱ ἑπτὰ λυχνίαι συμβολίζουν τὰς ἑπτὰ Ἐκκλησίας.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα