ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΤΟ λοιπόν, ἀδελφοί μου, χαίρετε ἐν Κυρίῳ. τὰ αὐτὰ γράφειν ὑμῖν ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές.
Καὶ ἡ προτροπή, ποὺ ὑπολείπεται νὰ σᾶς κάμω, ἀδελφοί μου, εἶναι αὐτή· Χαίρετε τὴν χαράν, ποὺ φέρει ἡ μετὰ τοῦ Κυρίου στενὴ σχέσις καὶ ἐπικοινωνία. Σᾶς τὸ εἶπα καὶ προφορικῶς. Τὸ νὰ σᾶς γράφω δὲ καὶ τώρα τὰ ἴδια, εἰς ἐμὲ μὲν δὲν προκαλεῖ ὀκνηρίαν καὶ ἐνόχλησιν, εἰς σᾶς δὲ εἶναι ἀσφαλές.
2 Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, βλέπετε τὴν κατατομήν·
Παρατηρεῖτε προσεκτικὰ καὶ ἀποφεύγετε τοὺς ψευδοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι σκύλοι ἀκάθαρτοι καὶ βέβηλοι καὶ ξένοι πρὸς τὸν Θεόν. Σημαδεύετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, ποὺ ἀντὶ νὰ οἰκοδομοῦν κρημνίζουν· παρατηρεῖτε αὐτούς, ποὺ μὲ τὴν περιτομήν, τὴν ὁποίαν διδάσκουν ὡς ἀναγκαίαν, κατακόπτουν καὶ ἀκρωτηριάζουν τὴν σάρκα.
3 ἡμεῖς γάρ ἐσμεν ἡ περιτομή, οἱ Πνεύματι Θεοῦ λατρεύοντες καὶ καυχώμενοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ οὐκ ἐν σαρκὶ πεποιθότες,
Ναί· αὐτοὶ εἶναι κατατομὴ καὶ ὄχι περιτομή. Διότι ἡ ἀληθινὴ περιτομὴ εἴμεθα ἠμεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ φωτισμοῦ, ποὺ μᾶς δίδει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, προσφέρομεν εἰς τὸν Θεόν ἀληθινὴν λατρείαν. Καὶ ὡς μόνην πηγὴν καυχήσεως ἔχομεν τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν καὶ δὲν στηρίζομεν τὴν πεποίθησίν μας εἰς σαρκικὰ πλεονεκτήματα, ὅπως εἶναι ἡ περιτομή.
4 καίπερ ἐγὼ ἔχων πεποίθησιν καὶ ἐν σαρκί. εἴ τις δοκεῖ ἄλλος πεποιθέναι ἐν σαρκί, ἐγὼ μᾶλλον·
Καίτοι ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν καὶ δυνατότητα νὰ καυχηθῶ καὶ διὰ σαρκικὰ πλεονεκτήματα. Ἐὰν κανεὶς ἄλλος νομίζῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ μὲ πεποίθησιν εἰς τὰ σαρκικὰ πλεονεκτήματά του καὶ προσόντα του καὶ καυχηθῇ δι’ αὐτά, ἐγὼ πολὺ περισσότερον δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο.
5 περιτομῇ ὀκταήμερος, ἐκ γένους Ἰσραήλ, φυλῆς Βενιαμίν, Ἑβραῖος ἐξ Ἑβραίων, κατὰ νόμον Φαρισαῖος,
Ἔλαβα περιτομὴν ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν γέννησίν μου· κατάγομαι ἀπὸ τὸ γένος τοῦ εὐλογημένου Ἰσραὴλ καὶ ἀπὸ τὴν φυλὴν Βενιαμίν. Εἶμαι Ἑβραῖος ἀπὸ γονεῖς Ἑβραίους καὶ ἐξ ἀρχῆς ἐπῆρα ἑβραϊκὴν ἀνατροφὴν καὶ ἔμαθα νὰ ὁμιλῶ ὡς γλῶσσαν μητρικὴν τὴν ἑβραϊκήν. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν νόμον ἤμην Φαρισαῖος καὶ ἐτήρουν αὐτὸν μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν.
6 κατὰ ζῆλον διώκων τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος.
Ἐκ πραγματικοῦ ζήλου κατεδίωκα τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία προήρχετο ἀπὸ τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τοῦ νόμου, ἀπεδείχθην ἄμεμπτος καὶ δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ μὲ κατηγορήσῃ διὰ τὴν παραμικρὰν παράβασιν.
7 ἀλλ' ἅτινα ἦν μοι κέρδη, ταῦτα ἥγημαι διὰ τὸν Χριστὸν ζημίαν.
Ἀλλ’ αὐτά, ποὺ ἦσαν τότε εἰς ἐμὲ κέρδη καὶ πλεονεκτήματα, ταῦτα ἔχω θεωρήσει ζημίαν καὶ μειονεκτήματα, προκειμένου νὰ ἀρέσω εἰς τὸν Χριστὸν καὶ νὰ σωθῶ διὰ τοῦ Χριστοῦ.
8 ἀλλὰ μενοῦνγε καὶ ἡγοῦμαι πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου, δι' ὃν τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω
Ὄχι δὲ μόνον ὅταν ἐφωτίσθην καὶ ἤμην εἰς τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐπιστροφῆς μου, ἀλλὰ βεβαίως καὶ τώρα ἑξακολουθῶ νὰ νομίζω, ὅτι ὅλα εἶναι ζημία συγκρινόμενα πρὸς τὴν ὑπεροχὴν τῆς γνώσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐστερήθην καὶ ἀπέρριψα ὅλα διὰ νὰ ἐγκολπωθῶ αὐτὸν ὡς σωτῆρα μου.. Καὶ τὰ θεωρῶ σκύβαλα καὶ ἀξία περιφρονήσεως διὰ νὰ κερδήσω τὸν Χριστόν,
9 καὶ εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ μὴ ἔχων ἐμὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ νόμου, ἀλλὰ τὴν διὰ πίστεως Χριστοῦ, τὴν ἐκ Θεοῦ δικαιοσύνην ἐπὶ τῇ πίστει,
καὶ διὰ νὰ εὑρεθῶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως ἐνωμένος μὲ αὐτὸν καὶ μὴ ἔχων δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν μὲ τοὺς ἰδικούς μου κόπους καὶ ἱδρῶτας ἀπέκτησα διὰ τῆς ἐπακριβοῦς τηρήσεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐπιζητῶ νὰ ἔχω τότε τὴν δικαιοσύνην, ποὺ ἀποκτᾶται διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστὸν καὶ προέρχεται ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ στηρίζεται ἐπὶ τῆς πίστεως.
10 τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ,
Ζητῶ δὲ τὴν ἐκ πίστεως δικαιοσύνην διὰ νὰ γνωρίσω διὰ τῆς θρησκευτικῆς μου πείρας τὸν Χριστὸν καὶ τὴν δύναμιν, ποὺ πηγάζει εἰς ἠμᾶς ἀπὸ τὴν ἀνάστασίν του. Καὶ νὰ συμμετάσχω εἰς τὰ παθήματά του, πάσχων καὶ ἐγὼ διωγμοὺς καὶ κακοπαθείας, καθὼς ἐκεῖνος, καὶ ἐξομοιούμενος πρὸς τὸν θάνατόν του διὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν αὐτῶν συναισθημάτων, ποὺ εἶχεν ὁ Χριστός, ὅταν ἀπέθνησκε.
11 εἴ πως καταντήσω εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν.
Προσπαθῶ νὰ γίνω συμμέτοχος τῶν παθημάτων καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, μήπως ἠμπορέσω καὶ ἑγὼ νὰ ἐπιτύχω καὶ ἀπολαύσω τὴν ἔνδοξον ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν.
12 οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ' ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ.
Δὲν λέγω, ὅτι ἔλαβον πλέον τὸ βραβεῖον ἢ ὅτι ἔχω πλέον κατορθώσει τὴν πνευματικὴν τελειοποίησίν μου. Δὲν ἔχω φθάσει ἀκόμη εἰς τὸ ἔνδοξον αὐτὸ τέρμα, ἀλλ’ ἀγωνίζομαι καὶ τρέχω μὲ κόπον καὶ βιασύνην, μήπως ἠμπορέσω καὶ πιάσω στερεὰ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιάσθην καλὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Εἶναι δὲ αὐτὸ ἡ πλήρης ἐπιτυχία εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς μου καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου.
13 ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι·
Ἀδελφοί, ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἀκόμη, ὅτι ἐπέτυχα τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπεστάλην ἀπὸ τὸν Κύριον. Ὅσα καὶ ἂν ἔχω ἐργασθῇ ἕως τώρα καὶ ὅσα καὶ ἂν κατώρθωσα, δὲν φρονῶ ὅτι ἀνταπεκρίθην πλήρως εἰς τὴν ἀποστολήν μου.
14 ἑν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Ἀλλὰ ἕνα πρᾶγμα κάνω καὶ δι’ ἓν φροντίζω· λησμονῶ μὲν τὰ ὅσα ἔγιναν εἰς τὸ παρελθόν, ποὺ τὰ ἔχω ἀφήσει ὀπίσω μου, ἀπλώνομαι δὲ διαρκῶς καὶ σπεύδω πρὸς ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι ἐμπρός μου, καὶ τὰ ὁποῖα μένουν ἀκόμη ἀνεκτέλεστα καὶ πρέπει νὰ τὰ ἐκτελέσω. Καὶ ἔτσι προχωρῶ κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸν ἐπὶ διωκόμενον σκοπὸν καὶ τρέχω βιαστικὰ διὰ νὰ λάβω τὸ βραβεῖον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ πρόσκλησις πρὸς τὸν οὐρανὸν ἐπάνω, ὅπου μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
15 ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν· καὶ εἴ τι ἑτέρως φρονεῖτε, καὶ τοῦτο ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀποκαλύψει.
Ὅσοι λοιπὸν προσπαθοῦμεν νὰ γίνωμεν τέλειοι, τοῦτο ἂς φρονῶμεν δηλαδὴ ἂς μὴ νομίζωμεν, ὅτι ἐπετύχαμεν τὸ βραβεῖον, ἀλλὰ ἂς ἐπεκτεινώμεθα πάντοτε πρὸς τὰ ἐμπρός. Καὶ ἐὰν ἔχετε κανὲν διαφορετικὸν φρόνημα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἔχετε, δὲν ἀνησυχῶ. Διότι καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς τὸ φανερώσῃ ὁ Θεός.
16 πλὴν εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, τῷ αὐτῷ στοιχεῖν κανόνι, τὸ αὐτὸ φρονεῖν.
Πλὴν μὴ μένετε ξένοιαστοι μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ σᾶς φανερώσῃ ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἠξεύρετε. Ἀλλ’ εἰς τὸ πνευματικὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν, πρέπει νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ πέσωμεν ἔξω. Καὶ διὰ νὰ μὴ πάθωμεν αὐτό, πρέπει νὰ ἀκολουθῶμεν ὅλοι τὸν αὐτὸν κανόνα τῆς συμπεριφορᾶς ποὺ ἐδιδάχθημεν, καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ φρόνημα τῆς ἀληθείας.
17 Συμμιμηταί μου γίνεσθε, ἀδελφοί, καὶ σκοπεῖτε τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθὼς ἔχετε τύπον ἡμᾶς.
Δὲν σᾶς ζητῶ τίποτε τὸ ἄγνωστον καὶ ἀδύνατον. Μὲ ἠξεύρετε ὅλοι καλά. Γίνεσθε λοιπόν, ἀδελφοί, ὅλοι μαζὶ μιμηταί μου καὶ προσέχετε εἰς ἐκείνους, ποὺ δεικνύουν εἰς τὸν βίον των τὴν ὑποδειγματικὴν συμπεριφοράν, ποὺ σᾶς ἐδώκαμεν ὡς παράδειγμα· καὶ μὲ αὐτοὺς συναναστρέφεσθε.
18 πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, ~οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ,
Σᾶς λέγω νὰ δίδετε προσοχὴν μόνον εἰς αὐτούς, ποὺ πολιτεύονται κατὰ τὸ ἰδικόν μας παράδειγμα, διότι πολλοὶ παρουσιάζουν κακὴν συμπεριφοράν. Περὶ αὐτῶν, ὅταν ἤμην εἰς Φιλίππους πολλὲς φορὲς σᾶς ἔκαμα λόγον, τώρα δέ, ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ ἐχειροτέρευσαν, μὲ κλάματα ὁμιλῶ δι’ αὐτούς, ποὺ μὲ τὴν σαρκικήν των ζωὴν ἀποδεικνύονται ἐχθροὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι σύμβολον αὐτοθυσίας καὶ πόνου.
19 ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες!
Αὐτῶν τὸ τέλος θὰ εἶναι ἡ ἀπώλεια, διότι θὰ καταλήξουν εἰς τὴν αἰωνίαν κόλασιν. Αὐτοὶ ὡς Θεόν λατρεύουν τὴν κοιλίαν των καὶ δόξαν των θεωροῦν πράξεις ποὺ φέρουν ἐντροπήν, ἔχουν δὲ φρονήματα γήϊνα.
20 ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν,
Ἡ συμπεριφορά των καὶ τὰ φρονήματά των εἶναι τελείως ἀντίθετα πρὸς τὰ ἰδικά μας. Διότι ἡ ἰδική μας πατρὶς καὶ πολιτεία καὶ τὰ ἰδικά μας πολιτικὰ δικαιώματα εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μὲ πολὺν πόθον περιμένομεν καὶ τὸν Σωτῆρα μας, τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.
21 ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δύνασθαι αὐτὸν καὶ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα.
Αὐτὸς ὁ Κύριος καὶ Σωτήρ μας θὰ δώσῃ νέαν ἔνδοξον μορφὴν εἰς τὸ σῶμα τῆς μικρότητος καὶ ταπεινότητός μας, ποὺ εἶναι τώρα φθαρτὸν καὶ ὑπόκειται εἰς πόνους καὶ ἀσθενείας. Θὰ μεταμορφώσῃ αὐτό, ὥστε νὰ γίνῃ ὅμοιον πρὸς τὸ δοξασμένον σῶμα του καὶ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν αὐτὴν ἔνδοξον καὶ ἄφθαρτον μορφὴν πρὸς αὐτό. Τὴν μεταμόρφωσιν δὲ αὐτὴν θὰ τὴν κάμῃ διὰ τῆς πανισχύρου ἐνεργείας του, διὰ τῆς ὁποίας δύναται καὶ να ὑποτάξῃ τὰ πάντα εἰς τὸν ἑαυτόν του.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα