ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΙ τις οὖν παράκλησις ἐν Χριστῷ, εἴ τι παραμύθιον ἀγάπης, εἴ τις κοινωνία Πνεύματος, εἴ τις σπλάγχνα καὶ οἰκτιρμοί,
Εν ὀνόματι λοιπὸν τῆς πορηγορίας, τὴν ὁποίαν οἰ Χριστιανοὶ ἠμποροῦν νὰ δώσουν ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον λόγῳ τῆς κοινωνίας των μὲ τὸν Χριστόν· ἐν ὀνόματι τῆς παραμυθίας ποὺ προέρχεται ἐξ ἀγάπης· ἐὰν μετέχετε καὶ σεῖς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπηλαύσατε τὰ χαρίσματά του· ἐὰν ἔχετε εὐσπλαγχνίαν καὶ οἰκτιρμοὺς καὶ μὲ συμπονῆτε δι’ ὅσα ὑποφέρω τώρα,
2 πληρώσατέ μου τὴν χαράν, ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες,
γεμίσατε ὅλον τὸ μέτρον τῆς χαρᾶς, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ αἰσθανθῇ ἡ καρδία μου. Θὰ πληρωθῇ δὲ τὸ μέτρον τῆς χαρᾶς μου, ἐὰν φροντίσετε νὰ ἔχετε τὰ αὐτὰ ὅλοι φρονήματα καὶ ἰδανικά. Θὰ ἐπιτύχετε δὲ τοῦτο, ἐὰν ἀγαπᾶσθε μεταξύ σας εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ὅλοι, καὶ ἐὰν γίνεσθε μία ψυχὴ ὅλοι διὰ τῆς πλήρους μεταξύ σας συμφωνίας, ἔχοντες ὅλοι ἕνα φρόνημα,
3 μηδὲν κατὰ ἐριθείαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν.
χωρὶς τίποτε νὰ πράττετε ἢ νὰ φρονῆτε ἐκ φατριασμοῦ καὶ ἀντιζηλίας ἢ ἐκ κενοδοξίας. Ἀλλὰ διὰ τῆς ταπεινοφροσύνης νὰ θεωρῇ ὁ καθένας σας τοὺς ἄλλους ὅλους ὑπερτέρους καὶ ἀνωτέρους ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὡς τοιούτους νὰ τοὺς σέβεται καὶ νὰ τοὺς τιμᾷ.
4 μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων ἕκαστος.
Μὴ ἐπιδιώκετε ἕκαστος τὰ συμφέροντά του ἢ ἐκεῖνα, ποὺ ἀρέσουν εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἀλλ’ ἂς ἐπιζητῇ ἕκαστος καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων.
5 τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
Διότι ἐφ’ ὅσον εἶσθε μαθηταὶ καὶ ἀκόλουθοι καὶ δοῦλοι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ μιμηθῆτε τὴν ταπείνωσιν καὶ αὐταπάρνησίν του. Ἂς ὑπάρχῃ λοιπὸν μέσα σας αὐτὸ τὸ φρόνημα τῆς ταπεινώσεως καὶ αὐταπαρνήσεως, ποὺ ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ,
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δηλαδή, καίτοι εἶχε τὴν αὐτὴν οὐσίαν καὶ φύσιν πρὸς τὸν Θεόν καὶ ὡς ἀπαράλλακτος καὶ ζωντανὴ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ ὑπῆρχεν ἐν μορφὴ Θεοῦ, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι εἶχεν ἐξ ἁρπαγῆς τὴν ἰσότητά του πρὸς τὸν Θεόν ὥστε νὰ μὴ τολμᾷς νὰ ἀποθέσῃ τὸ ἀρπαγέν, ἐκ φόβου μήπως τὸ χάσῃ·
7 ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος,
ἀλλ’ ἐκένωσε τὸν ἑαυτόν του, διότι ἐμίκρυνε μόνος του πρὸς καιρὸν τὴν δόξαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς θεότητός του καὶ ἔλαβε μορφὴν δούλου, γενόμενος ὅμοιος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.
8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ.
Καὶ κατὰ τὸ ἐξωτερικὸν φαινόμενον εὑρέθη σὰν ἄνθρωπος, ἐνῶ πραγματικῶς δὲν ἦτο μόνον ἄνθρωπος, ὅπως ἐφαίνετο, ἀλλ’ ἦτο συγχρόνως καὶ Θεός. Καὶ ἐταπείνωσε τὸν ἑαυτόν του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ, ποὺ εἶναι ὁ πλέον ὀδυνηρὸς καὶ ἐπονείδιστος θάνατος.
9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα,
Διὰ τὴν ταπείνωσιν δὲ καὶ ὑπακοὴν αὐτὴν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσεν αὐτὸν καὶ ὡς ἄνθρωπον καὶ τοῦ ἐχάρισεν ὄνομα, τὸ ὄνομα Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ εἶναι παραπάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο ὄνομα.
10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων,
Τὸν ὑπερύψωσεν, ἵνα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καμφθῇ ταπεινῶς κάθε γόνατον καὶ προσκυνήσουν λατρευτικὰ τὸν Ἰησοῦν καὶ οἰ ἐν οὐρανοῖς ἄγγελοι κα οἰ ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὸ ὄντα ποὺ εἶναι εἰς τὰ καταχθόνια, ὅπως οἱ δαίμονες, μετὰ τρόμου νὰ ὑποκλιθοῦν πρὸ τοῦ μεγαλείου του.
11 καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός.
Καὶ ἔτσι κάθε γλῶσσα νὰ ὁμολογήσῃ δυνατὰ καὶ καθαρά, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος. Καὶ ἡ ὁμολογία αὐτὴ καὶ ἀναγνώρισις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Κυρίου καταλήγει εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.
12 ¨Ωστε, ἀγαπητοί μου, καθὼς πάντοτε ὑπηκούσατε, μὴ ὡς ἐν τῇ παρουσίᾳ μου μόνον, ἀλλὰ νῦν πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε·
Ὥστε, ἀγαπητοί μου, τὸ συμπέρασμά μας ἀπὸ αὐτά, ποὺ σᾶς εἶπα, εἶναι τοῦτο: Νὰ μιμηθῆτε τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτόν σας. Καθὼς δηλαδὴ πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ὑπηκούσατε, ἔτσι καὶ τώρα, ὄχι μόνον ὅταν ἤμην παρὼν μεταξύ σας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τώρα κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, μὲ φόβον καὶ τρόμον νὰ ἐργάζεσθε διὰ νὰ φέρετε εἰς πέρας τὴν σωτηρίαν σας.
13 ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας.
Λέγω μὲ φόβον καὶ μὲ τρόμον, διότι πρόκειται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς καὶ ὄχι ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, ποὺ ἀποτελεσματικῶς ἐργάζεται μέσα σας καὶ τὸ νὰ θέλετε καὶ τὸ νὰ ἐνεργῆτε διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ ἀγαθή του θέλησις τοῦ νὰ σωθῆτε. Ὁ Θεός, χωρὶς νὰ ἐκμηδενίζῃ τὴν ἐλευθερίαν σας, δημιουργεῖ μέσα σας καὶ τὴν θέλησιν τὴν καλήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν προθυμίαν, ἀκόμη δὲ καὶ σᾶς ἐνισχύει νὰ ἐργασθῆτε τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας σας.
14 πάντα ποιεῖτε χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν,
Ὅλα ὅσα ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας σας, κάμετέ τα χωρὶς γογγυσμούς, ὅτι τάχα ὁ Θεὸς σᾶς ἐπιβάλλει ὑπερβολικὰ ἡ ἀνυπόφορα καὶ θλιβερά, καὶ χωρὶς ἐσωτερικὰς ἀμφιβολίας καὶ ταλαντεύσεις περὶ τοῦ ἂν εἶναι ὀρθαὶ καὶ δίκαιοι αἱ ἐντολαὶ καὶ αἱ βουλαὶ τῆς θείας Προνοίας.
15 ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα Θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ,
Κάμετ τα ὅλα μὲ προθυμίαν, διὰ νὰ γίνετε ἄμεμπτοι εἰς τὴν ἐξωτερικν σας συμπεριφορὰν καὶ εἰλικρινεῖς εἰς τὰ ἐσωτερικα σας ἐλατήρια καὶ διαθέσεις, τέκνα Θεοῦ ἐλεύθερα ἀπὸ κάθε ἠθικὴν λέραν ἐν μέσῳ μιᾶς γενεᾶς ἀνθρώπων στρεβλῶν καὶ διεστραμμένων, ὅπως εἶναι οἰ σύγχρονοί μας ἄνθρωποι. Ἀλλὰ σεῖς μεταξὺ αὐτῶν φαίνεσθε σὰν φωτεινὰ ἀστέρια μέσα εἰς κόσμον σκοτεινόν,
16 λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, εἰς καύχημα ἐμοὶ εἰς ἡμέραν Χριστοῦ, ὅτι οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον οὐδὲ εἰς κενὸν ἐκοπίασα.
καὶ κρατεῖτε στερεὰ καὶ ἐφαρμόζετε τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ἔχει ζωτικότητα καὶ μεταδίδει ζωήν. Καὶ θέλω νὰ γίνετε ἄμεμπτοι καὶ νὰ κρατῆτε τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, διὰ νὰ εἶσθε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καύχημά μου, ποὺ θὰ μαρτυρῇ καὶ θὰ ἀποδεικνύῃ, ὅτι δὲν ἔτρεξα ἀνωφελῶς, οὔτε ἐκοπίασα μάταια, ἀλλ’ ἡ διδασκαλία μου καὶ οἰ κόποι μου ἔφεραν καρποὺς πλουσίους.
17 Ἀλλ' εἰ καὶ σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λειτουργίᾳ τῆς πίστεως ὑμῶν, χαίρω καὶ συγχαίρω πᾶσιν ὑμῖν·
Ἀλλὰ καὶ τὸ αἷμα μου ἀκόμη ἂν χύνω σὰν σπονδὴν ἐπάνω εἰς τὴν θυσίαν, ποὺ ὡς λειτουργίαν προσφέρω εἰς τὸν Θεόν καὶ ἡ θυσία καὶ λειτουργία μου αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις σας, τὴν ὁποίαν συνετέλεσα νὰ ἀποκτήσετε καὶ ὡς ἔργον ἱερὰς λατρείας προσφέρω εἰς τὸν Θεόν χαίρω διότι γίνομαι σπονδὴ καὶ χαίρω μαζὶ μὲ ὅλους σας διὰ τὸ σωτήριον ἀποτέλεσμα, ποὺ ἔρχεται πρὸς ὠφέλειάν σας.
18 τὸ δ' αὐτὸ καὶ ὑμεῖς χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι.
Ἀκριβῶς δὲ τὸ ἴδιον νὰ κάνετε καὶ σεῖς. Μὴ λυπῆσθε διόλου. Ἀλλὰ χαίρετε διὰ τὴν πίστιν σας καὶ συγχαίρετέ με διὰ τὸ μαρτύριόν μου.
19 Ἐλπίζω δὲ ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ Τιμόθεον ταχέως πέμψαι ὑμῖν, ἵνα κἀγὼ εὐψυχῶ γνοὺς τὰ περὶ ὑμῶν·
Καίτοι δὲ ὁμιλῶ περὶ μαρτυρίου μου, στηριζόμενος ὅμως εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν ἐλπίζω νὰ λάβῃ εὐνοϊκὸν τέλος ἡ ὑπόθεσίς μου καὶ να σᾶς στείλω γρήγορα τὸν Τιμόθεον διὰ να καλοκαρδίσω καὶ ἐγώ, ὅταν λάβω καλὰς εἰδήσεις διὰ σᾶς.
20 οὐδένα γὰρ ἔχω ἰσόψυχον, ὅστις γνησίως τὰ περὶ ὑμῶν μεριμνήσει·
Προτιμῶ δὲ τὸν Τιμόθεον διὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτήν, διότι δὲν ἔχω κανένα, ποὺ νὰ ἔχῃ τὰ ἴδια ἀκριβῶς αἰσθήματα μὲ ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἰλικρινῶς, χωρὶς ἰδιοτέλειαν καὶ ἐγωϊσμον θὰ φροντίσῃ διὰ τὰς ὑποθέσεις σας.
21 οἱ πάντες γὰρ τὰ ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ.
Καὶ δὲν ἔχω κανένα ἄλλον ποὺ νά μου ὁμοιάζῃ, διότι ὅλοι ζητοῦν τὰ συμφέροντά των καὶ τὰς ἀναπαύσεις των καὶ ὄχι ἐκεῖνα, ποὺ θέλει ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
22 τὴν δὲ δοκιμὴν αὐτοῦ γινώσκετε, ὅτι ὡς πατρὶ τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ εὐαγγέλιον.
Τοῦ Τιμοθέου ὅμως τὴν δοκιμασμένην ἀρετὴν τὴν γνωρίζετε, διότι σὰν τέκνον, ποὺ συνεργάζεται μὲ τὸν πατέρα του, ἔτσι καὶ ὁ Τιμόθεος ἐδούλευσε μαζί μου εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ εὐαγγελίου.
23 τοῦτον μὲν οὖν ἐλπίζω πέμψαι ὡς ἂν ἀπίδω τὰ περὶ ἐμὲ ἐξαυτῆς·
Τοῦτον λοιπὸν ἐλπίζω νὰ σᾶς στείλω, μόλις ἴδω τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεώς μου, τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ τελειώσῃ ἡ δίκη μου.
24 πέποιθα δὲ ἐν Κυρίῳ ὅτι καὶ αὐτὸς ταχέως ἐλεύσομαι.
Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ποὺ μοῦ τὴν ἐμπνέει ἡ κοινωνία καὶ σχέσις μου πρὸς τὸν Κύριον, ὅτι καὶ ἑγὼ ὁ ἴδιος γρήγορα θὰ ἔλθω.
25 Ἀναγκαῖον δὲ ἡγησάμην Ἐπαφρόδιτον τὸν ἀδελφὸν καὶ συνεργὸν καὶ συστρατιώτην μου, ὑμῶν δὲ ἀπόστολον καὶ λειτουργὸν τῆς χρείας μου, πέμψαι πρὸς ὑμᾶς,
Ἔκρινα δὲ ἀναγκαῖον νὰ σᾶς στείλω τώρα ἀμέσως τὸν Ἐπαφρόδιτον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδελφός μου ἐν Χριστῷ καὶ συνεργάτης μου εἰς τὸ κήρυγμα καὶ συστρατιώτης μου εἰς τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς πίστεως. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἰδικός σας ἀπεσταλμένος καὶ λειτουργός, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὴν συνδρομήν, ποὺ μοῦ ἐστείλατε, καὶ ὑπηρέτησεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ποὺ εἶχα ἕνεκα τῆς στερήσεως χρημάτων.
26 ἐπειδὴ ἐπιποθῶν ἦν πάντας ὑμᾶς, καὶ ἀδημονῶν διότι ἠκούσατε ὅτι ἠσθένησε.
Ἔκρινα δὲ ἀναγκαῖον νὰ σᾶς τὸν στείλω, ἐπειδὴ ἐποθοῦσε πολὺ ὅλους σας καὶ ἐστενοχωρεῖτο, διότι ἠκούσατε, ὅτι ἠσθένησε καὶ ἐδοκιμάσατε λύπην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θέλει τώρα να σᾶς ἀπαλλάξῃ διὰ τῆς παρουσίας του.
27 καὶ γὰρ ἠσθένησε παραπλήσιον θανάτου· ἀλλ' ὁ Θεὸς αὐτὸν ἠλέησεν, οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐμέ, ἵνα μὴ λύπην ἐπὶ λύπην σχῶ.
Καὶ ἀληθῶς ἠσθένησε βαρεῖα καὶ ἐπλησίασε νὰ ἀποθάνη. Ἀλλ’ ὁ Θεὸς τὸν ἠλέησε καὶ τοῦ ἐχάρισε τὴν ὑγείαν διὰ νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ πρὸς πνευματικὴν ὠφέλειάν του. Δὲν ἠλέησε δὲ ὁ Θεὸς μόνον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ἑμὲ διὰ νὰ μὴ δοκιμάσω λύπην ἐκ τοῦ θανάτου του ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην ἀπὸ τὴν φυλάκισίν μου λύπην.
28 σπουδαιοτέρως οὖν ἔπεμψα αὐτόν, ἵνα ἰδόντες αὐτὸν πάλιν χαρῆτε, κἀγὼ ἀλυπότερος ὦ.
Ἔστειλα λοιπὸν αὐτὸν γρηγορώτερα παρ’ ὅσον ἐὰν δὲν ἀρρώσταινε, διὰ νὰ τὸν ἰδῆτε καὶ χαρῆτε πάλιν καὶ ἑγὼ νὰ εἶμαι ὀλιγώτερον λυπημένος, ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε θὰ παρηγοροῦμαι ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπαύσατε νὰ λυπῆσθε σεῖς.
29 προσδέχεσθε οὖν αὐτὸν ἐν Κυρίῳ μετὰ πάσης χαρᾶς, καὶ τοὺς τοιούτους ἐντίμους ἔχετε,
Δεχθῆτε τον λοιπὸν μὲ ἐγκαρδιότητα καὶ ὅπως ὁ Κύριος θέλει, μὲ πᾶσαν χαράν, τέτοιας δὲ ἀξίας ἀνθρώπους νὰ τοὺς τιμᾶτε.
30 ὅτι διὰ τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ μέχρι θανάτου ἤγγισε, παραβουλευσάμενος τῇ ψυχῇ, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸ ὑμῶν ὑστέρημα τῆς πρός με λειτουργίας.
Καὶ εἶναι πράγματι ὁ Ἐπαφρόδιτος ἄξιος τιμῆς, διότι διὰ τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ ἐπλησίασε μέχρι θανάτου καὶ ἐξέθεσε εἰς ἔσχατον κίνδυνον τὴν ζωήν του, διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἠμπορούσατε νὰ κάμετε σεῖς. Διότι εἰς καιρόν, ποὺ δὲν ἠμπορούσατε νὰ μὲ ὑπηρετήσετε, σᾶς ἀντιπροσώπευσε καὶ ἐξ ὀνόματός σας ἔφερε εἰς τὴν Ρώμην τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον ἦτο θυσία ἱερὰ πρὸς τὸν Θεόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα