ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΓΕΝΟΝΤΟ δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν·
Ανεφάνησαν δὲ καὶ ψευδοπροφῆται μεταξὺ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, καθὼς καὶ μεταξύ σας θὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὸ μέλλον ψευδοδιδάσκαλοι, ποὺ μὲ πανουργίαν θὰ εἰσαγάγουν πλανεμένος διδασκαλίας καταστρεπτικάς. Θὰ ἀρνοῦνται δὲ οἰ ψευδοδιδάσκαλοι οὗτοι καὶ αὐτὸν τὸν δεσπότην, ποὺ τοὺς ἐξηγόρασε μὲ τὸ αἷμα του, καὶ θὰ ἐπιφέρουν ἔτσι κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ των ταχεῖαν καταστροφήν.
2 καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι᾿ οὓς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται·
Καὶ πολλοὶ θὰ ἀκολουθήσουν τὰς ποικίλας μορφὰς τῆς ἀσελγείας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ παρακινοῦν μὲ τὴν διδασκαλίαν τους οἱ ψευδοδιδάσκαλοι οὗτοι. Καὶ δι’ αὐτοὺς ἡ χριστιανικὴ πίστις καὶ ζωή, ποὺ εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἀληθείας, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ εἰς τὴν οὐράνιον βασιλείαν, θὰ βλασφημηθῇ καὶ θὰ κακολογηθῇ.
3 καὶ ἐν πλεονεξίᾳ πλαστοῖς λόγοις ὑμᾶς ἐμπορεύσονται, οἷς τὸ κρῖμα ἔκπαλαι οὐκ ἀργεῖ, καὶ ἡ ἀπώλεια αὐτῶν οὐ νυστάξει.
Καὶ οἱ ψευδοδιδάσκαλοι αὐτοὶ θὰ ἐμπορευθοῦν εἰς βάρος σας ἐπιδιώκοντες αἰσχρὰ κέρδη μὲ συλλογισμοὺς τῆς ἐπινοήσεώς των ἀνακατευμένους μὲ φαινομενικὸν καὶ πλαστὸν ζῆλον. Κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἡ καταδίκη δὲν παραμένει ἀδρανής, ἀλλ’ ἐνηργήθη ἀπὸ παλαιοὺς χρόνους κατὰ πολλῶν ὁμοίων των καὶ ἡ ἀπώλειά των δὲν εἶναι δυσκίνητος σὰν τὸν ἄνθρωπον ποὺ νυστάζει, ἀλλὰ ἀναβάλλεται ὑπὸ τοῦ μακροθύμου Κριτοῦ, ἕως ὅτου ἐκσπάσῃ τρομερά.
4 εἰ γὰρ ὁ Θεὸς ἀγγέλων ἁμαρτησάντων οὐκ ἐφείσατο, ἀλλὰ σειραῖς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εἰς κρίσιν τηρουμένους,
Διότι, ἐὰν ὁ Θεὸς ἀκόμη καὶ τοὺς ἀγγέλους, ὅταν ἡμάρτησαν, δὲν ἐλογάριασεν, ἀλλὰ ἁλυσοδεμένους εἰς τὸ σκότος τοὺς ἔρριψεν εἰς τὸν τάρταρον καὶ τοὺς παρέδωκε νὰ φυλάττωνται διὰ νὰ δικασθοῦν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως·
5 καὶ ἀρχαίου κόσμου οὐκ ἐφείσατο, ἀλλὰ ὄγδοον Νῶε δικαιοσύνης κήρυκα ἐφύλαξε, κατακλυσμὸν κόσμῳ ἀσεβῶν ἐπάξας,
καὶ ἐὰν τὸν παλαιὸν κόσμον, ποὺ ἔζησε πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ, δὲν τὸν ἐλυπήθη, ἀλλὰ τὸν Νῶε μὲ ἑπτὰ ἄλλους, ὄγδοον αὐτὸν τῆς δικαιοσύνης κήρυκα εἰς τὴν γενεάν του, ἐφύλαξεν ἀπὸ τὴν καταστροφήν, ὅταν ἐπέφερε κατακλυσμὸν εἰς τὸν κόσμον τῶν ἀσεβῶν·
6 καὶ πόλεις Σοδόμων καὶ Γομόρρας τεφρώσας καταστροφῇ κατέκρινεν, ὑπόδειγμα μελλόντων ἀσεβεῖν τεθεικώς,
καὶ ἐὰν τὰς πόλεις τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρρας μετέβαλεν εἰς στάκτην καὶ κατεδίκασε νὰ μένουν διὰ παντὸς κατεστραμμένοι καὶ τὰς ἔθεσε φοβερὸν παράδειγμα εἰς ἐκείνους, ποὺ εἰς τὸ μέλλον θὰ ἔζων ἀσεβῶς
7 καὶ δίκαιον Λὼτ καταπονούμενον ὑπὸ τῆς τῶν ἀθέσμων ἐν ἀσελγείᾳ ἀναστροφῆς ἐρρύσατο· ~
καὶ ἐὰν ἐγλύτωσε τὸν δίκαιον Λώτ, ὅταν κατεπιέζετο καὶ ὑπέφερεν ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν ἐκείνων, ποὺ μὲ τὴν ἀσωτίαν καὶ ἀσέλγειάν των παρεβίαζον τὸν φυσικὸν νόμον·
8 βλέμματι γὰρ καὶ ἀκοῇ ὁ δίκαιος, ἐγκατοικῶν ἐν αὐτοῖς, ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ψυχὴν δικαίαν ἀνόμοις ἔργοις ἐβασάνιζεν· ~
καὶ τὸν ἐγλύτωσεν ὁ Θεός, διότι βλέπων μὲ τὰ μάτια του τὰ ἄσεμνα παραδείγματα καὶ μὲ τὰ αὐτιά του ἀκούων τὰς αἰσχρότητας ὁ δίκαιος ἐκεῖνος Λώτ, ὅταν ἑκατοικοῦσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀσεβῶν αὐτῶν, μὲ τὰ παράνομα ἔργα των ἔθετε καθημερινῶς εἰς δοκιμασίαν τὴν ψυχήν του, ποὺ παρέμεινε δικαία καὶ δὲν παρεσύρθη,
9 οἶδε Κύριος εὐσεβεῖς ἐκ πειρασμοῦ ρύεσθαι, ἀδίκους δὲ εἰς ἡμέραν κρίσεως κολαζομένους τηρεῖν,
ἐὰν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις ἔτσι ἐνήργησεν ὁ Θεός, ἐξάγεται λοιπὸν ἐκ τούτων, ὅτι γνωρίζει καλὰ ὁ Κύριος νὰ ἐλευθερώνῃ ἀπὸ κάθε πειρασμὸν καὶ ἐξωτερικὴν στενοχώριαν τοὺς εὐσεβεῖς, τοὺς δὲ ἀδίκους, καίτοι θὰ τιμωροῦνται καὶ κατὰ τὸν μεταξὺ χρόνον, γνωρίζει νὰ τοὺς φυλάττῃ διὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως, ὁπότε θὰ τοὺς ἐπιβάλῃ ὁλόκληρον τὴν ἁρμόζουσαν τιμωρίαν.
10 μάλιστα δὲ τοὺς ὀπίσω σαρκὸς ἐν ἐπιθυμίᾳ μιασμοῦ πορευομένους καὶ κυριότητος καταφρονοῦντας. τολμηταί, αὐθάδεις! δόξας οὐ τρέμουσι βλασφημοῦντες,
Πρὸ παντὸς δὲ φυλάσσει εἰς κρίσιν καὶ καταδίκην ἐκείνους, ποὺ σύρονται ὀπίσω ἀπὸ σάρκα μὲ ἐπιθυμίαν, ποὺ μιαίνει καὶ μολύνει, καὶ ποὺ περιφρονοῦν τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ πράττουν μὲ θρασεῖαν καὶ αὐθάδη τόλμην τὰ ἄνομα καὶ δὲν τρέμουν, ὅταν βλασφημοῦν τοὺς ἐνδόξους ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀποδίδουν πρόστυχα καὶ ὑβριστικὰ πάθη καὶ ἐπιθυμίας σαρκικάς.
11 ὅπου ἄγγελοι, ἰσχύϊ καὶ δυνάμει μείζονες ὄντες, οὐ φέρουσι κατ᾿ αὐτῶν παρὰ Κυρίῳ βλάσφημον κρίσιν.
Καὶ βλασφημοῦν αὐτοὶ τοὺς ἐνδόξους ἀγγέλους, εἰς καιρὸν ποὺ οἱ ἄγγελοι, καίτοι κατὰ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν εἶναι μεγαλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς ἀνθρώπους, δὲν ἐκφέρουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου κρίσιν ὑβριστικὴν κατὰ τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀθανάτου καὶ ἀσωμάτου φύσεώς των διετήρησαν κάποια ἀσθενῆ λείψανα ἀπὸ τὴν παλαιάν τους δόξαν.
12 οὗτοι δέ, ὡς ἄλογα ζῷα φυσικὰ γεγεννημένα εἰς ἅλωσιν καὶ φθοράν, ἐν οἷς ἀγνοοῦσι βλασφημοῦντες, ἐν τῇ φθορᾷ αὐτῶν καταφθαρήσονται,
Αὐτοὶ δὲ οἱ αἱρετικοί, σὰν ἄλογα ζῶα, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὥραν τῆς γεννήσεως των τὰς φυσικάς των ὁρμὰς καὶ ὡς ἐκ τούτου πιάνονται εἰς παγίδα φθοροποιὸν καὶ ὀλεθρίαν, θὰ καταστραφοῦν ἀσφαλῶς, ἐπειδὴ βλασφημοῦν εἰς ἐκεῖνα, ποὺ δὲν γνωρίζουν, δηλαδὴ βλασφημοῦν τοὺς ἐνδόξους ἀγγέλους.
13 κομιούμενοι μισθὸν ἀδικίας, ἡδονὴν ἡγούμενοι τὴν ἐν ἡμέρᾳ τρυφήν, σπίλοι καὶ μῶμοι, ἐντρυφῶντες ἐν ταῖς ἀπάταις αὐτῶν, συνευωχούμενοι ὑμῖν,
Οὗτοι θὰ λάβουν εἰς ἀνταμοιβὴν τὴν τιμωρίαν καὶ τὸν μισθόν, μὲ τὸν ὁποῖον πληρώνεται ἡ ἀδικία. Νομίζουν οἱ ταλαίπωροι ὡς ἀπόλαυσιν τὸ νὰ ὀργιάζουν ὄχι μόνον κατὰ τὴν νύκτα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας. Εἶναι ἀκάθαρτοι καὶ στίγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ θεωροῦν ὡς ἀπόλαυσιν καὶ τρυφὴν τὸ νὰ παραπλανήσουν πολλοὺς μὲ τὰς ἀπάτας των καὶ τὰς πλάνας των, τὰς ὁποίας διαδίδουν, ὅταν συντρώγουν μαζί σας εἰς τὰς ἀγάπας.
14 ὀφθαλμοὺς ἔχοντες μεστοὺς μοιχαλίδος καὶ ἀκαταπαύστους ἁμαρτίας, δελεάζοντες ψυχὰς ἀστηρίκτους, καρδίαν γεγυμνασμένην πλεονεξίας ἔχοντες, κατάρας τέκνα!
Ἔχουν μάτια γεμᾶτα ἀπὸ ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ βλέπουν γυναῖκας ἑξαπατοῦν καὶ παρασύρουν μὲ τὰ μάτια αὐτὰ εἰς αἰσχρὰς πράξεις ψυχάς, ποὺ δὲν εἶναι στηριγμένοι εἰς τὴν ἀρετήν· Ἔχουν καρδίαν γυμνασμένην εἰς τὴν ἀχόρταστον ἐπιθυμίαν τοῦ χρήματος καὶ τῆς ἡδονῆς. Εἶναι τέκνα τῆς κατάρας.
15 καταλιπόντες εὐθεῖαν ὁδὸν ἐπλανήθησαν, ἐξακολουθήσαντες τῇ ὁδῷ τοῦ Βαλαὰμ τοῦ Βοσόρ, ὃς μισθὸν ἀδικίας ἠγάπησεν.
Ἐγκατέλιπαν τὸν ἴσιον δρόμον καὶ ἐπλανήθησαν. Ἠκολούθησαν δὲ τὸν δρόμον καὶ ἐμιμήθησαν τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Βαλαὰμ τοῦ υἱοῦ τοῦ Βοσόρ, ὁ ὁποῖος ἠγάπησε τὸν μισθὸν τῶν ἐργατῶν τῆς ἀδικίας, διότι ἔλαβε χρήματα ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν Μωαβιτῶν, διὰ νὰ καταρασθῇ ἄδικα τὸν εὐλογημένον λαὸν τοῦ Θεοῦ.
16 ἔλεγξιν δὲ ἔσχεν ἰδίας παρανομίας· ὑποζύγιον ἄφωνον ἐν ἀνθρώπου φωνῇ φθεγξάμενον ἐκώλυσε τὴν τοῦ προφήτου παραφρονίαν.
Ἀλλ’ ἔλαβεν ἔλεγχον καὶ ἐπιτίμησιν διὰ τὴν παρανομίαν του. Ὄνος, ποὺ δὲν εἶχεν ἐκ φύσεως ἔναρθρον φωνήν, ὡμίλησε μὲ φωνὴν ἀνθρώπου καὶ ἠμπόδισε τοῦ προφήτου τὴν παραφροσύνην, ποὺ τὸν ἔσπρωχνε νὰ ἀπειθήσῃ πρὸς τὴν ρητὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ Θεοῦ.
17 οὗτοί εἰσι πηγαὶ ἄνυδροι, νεφέλαι ὑπὸ λαίλαπος ἐλαυνόμεναι, οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς αἰῶνα τετήρηται.
Αὐτοὶ εἶναι πηγαί, ποὺ ἐστείρευσαν καὶ δὲν ἔχουν νερό, διότι ἐστερήθησαν τὸ καθαρὸν ὕδωρ τῆς ἀληθείας. Εἶναι σύννεφα ποὺ τὰ σπρώχνουν μὲ βίαν σφοδροὶ καὶ καταστρεπτικοὶ ἄνεμοι. Δι’ αὐτοὺς ἔχει φυλαχθῆ ἡ μαυρίλα τοῦ αἰωνίου σκότους.
18 ὑπέρογκα γὰρ ματαιότητος φθεγγόμενοι δελεάζουσιν ἐν ἐπιθυμίαις σαρκὸς ἀσελγείαις τοὺς ὄντως ἀποφυγόντας τοὺς ἐν πλάνῃ ἀναστρεφομένους,
Καὶ τοὺς ἔχει ἐπιφυλαχθῆ ἡ μαυρίλα αὐτή, διότι μὲ ἐξογκωμένους λόγους γεμάτους ματαιότητα καὶ πλάνην δελεάζουν μὲ τὸ δόλωμα σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ἀκολασιῶν ἀστηρίκτους πιστούς, οἱ ὁποῖοι ἐχωρίσθησαν πραγματικῶς καὶ ἔφυγαν μακρὰν ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, ποὺ ζοῦν μέσα εἰς τὴν πλάνην.
19 ἐλευθερίαν αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοὶ δοῦλοι ὑπάρχοντες τῆς φθορᾶς· ᾧ γάρ τις ἥττηται, τούτῳ καὶ δεδούλωται.
Καὶ ὑπόσχονται εἰς αὐτοὺς ἐλευθερίαν, εἰς καιρὸν ποὺ αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τῆς ἠθικῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ εἶναι δοῦλοι, διότι εἰς ἐκεῖνο τὸ πάθος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κανεὶς ἔχει νικηθῆ, εἰς αὐτὸ καὶ ἔχει δουλωθῆ.
20 εἰ γὰρ ἀποφυγόντες τὰ μιάσματα τοῦ κόσμου ἐν ἐπιγνώσει τοῦ Κυρίου καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τούτοις δὲ πάλιν ἐμπλακέντες ἡττῶνται, γέγονεν αὐτοῖς τὰ ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων.
Ναί, εἶναι δοῦλοι. Διότι, ἐὰν μετὰ τὴν ἀποφυγὴν τῶν αἰσχρῶν καὶ μολυσματικῶν πράξεων τοῦ κόσμου, τὴν ὁποίαν κατώρθωσαν διὰ τῆς πλήρους γνώσεως τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐμπερδεύθησαν πάλιν εἰς τὰ δίκτυα τῶν αἰσχρῶν αὐτῶν πράξεων καὶ νικῶνται ἀπὸ αὐτάς, τότε τὰ τελευταῖα τους ἔγιναν χειρότερα ἀπὸ τὰ προτητερινά.
21 κρεῖττον γὰρ ἦν αὐτοῖς μὴ ἐπεγνωκέναι τὴν ὁδὸν τῆς δικαιοσύνης ἢ ἐπιγνοῦσιν ἐπιστρέψαι ἐκ τῆς παραδοθείσης αὐτοῖς ἁγίας ἐντολῆς.
Διότι θὰ ἦτο καλύτερον δι’ αὐτοὺς νὰ μὴ εἶχαν γνωρίσει τὸν δρόμον τῆς δικαιοσύνης καὶ τὸν Χριστιανισμόν, παρά, ἀφοῦ τὸν ἐγνώρισαν, νὰ γυρίσουν πάλιν εἰς τὴν παλαιὰν ἁμαρτωλὴν ζωήν τους καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν παραδοθεῖσαν εἰς αὐτοὺς ἁγίαν ἐντολήν, ποὺ περιλαμβάνει τὴν ὅλην ἠθικὴν διδασκαλίαν τοῦ εὐαγγελίου.
22 συμβέβηκε δὲ αὐτοῖς τὸ τῆς ἀληθοῦς παροιμίας, κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα, καί, ὗς λουσαμένη εἰς κύλισμα βορβόρου.
Ἀλλὰ ἔχει συμβῆ εἰς αὐτοὺς ἐκεῖνο, ποὺ λέγει ἡ ἀληθὴς παροιμία· σκύλος ποὺ ἐγύρισε πάλιν εἰς τὸ ξέρασμά του, καὶ χοῖρος, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐλούσθη καὶ ἐκαθαρίσθη, ἐκυλίσθη μέσα εἰς τὴν λάσπην καὶ μὲ τὰ συνεχῆ κυλίσματά της ἔγινε περισσότερον ἀκάθαρτος.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα