ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΧΡΙΣΤΟΥ οὖν παθόντος ὑπὲρ ἡμῶν σαρκὶ καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ὁπλίσασθε, ὅτι ὁ παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας,
Εφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔπαθε κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην του φύσιν διὰ τὴν σωτηρίαν μας, ὁπλισθῆτε καὶ σεῖς μὲ τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ὑπομένετε καρτερικῶς παθήματα. Διότι ἐκεῖνος, ποὺ ὑποφέρει διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀρετήν του παθήματα εἰς τὴν σάρκα καὶ ὑπομένει αὐτὰ μετὰ πραότητος, γίνεται τόσον ἰσχυρὸς πνευματικῶς, ὥστε οἰ πειρασμοὶ καὶ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας δὲν ἔχουν πλέον δύναμιν ἐπ’ αὐτοῦ. Αὐτὸς συνεσταυρώθη μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχει παύσει ἀπὸ τοῦ νὰ ἁμαρτάνῃ,
2 εἰς τὸ μηκέτι ἀνθρώπων ἐπιθυμίαις, ἀλλὰ θελήματι Θεοῦ τὸν ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ βιῶσαι χρόνον.
διὰ νὰ μὴ ζήσῃ πλέον τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ἐπιγείου ζωῆς του σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιθυμίας τῆς διεφθαρμένης ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
3 ἀρκετὸς γὰρ ὑμῖν ὁ παρεληλυθὼς χρόνος τοῦ βίου τὸ θέλημα τῶν ἐθνῶν κατεργάσασθαι, πεπορευμένους ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καὶ ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις.
Καὶ σεῖς ἔτσι πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ζήσετε. Διότι σᾶς εἶναι ἀρκετὸς ὁ περασμένος χρόνος τοῦ βίου σας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐργασθῆ μὲ τὸ παραπάνω τὸ ἁμαρτωλὸν θέλημα τῶν ἐθνικῶν καὶ εἰδωλολατρῶν. Συμπεριεφέρθητε τότε καὶ ἐζήσατε μὲ διαφόρους πράξεις ἀσελγείας, μὲ ἐπιθυμίας, μὲ μέθας, μὲ ἄσεμνα γλέντια καὶ φαγοπότια, μὲ οἰνοποσίας καὶ μὲ συμμετοχὴν εἰς εἰδωλολατρικὰς τελετάς, ποὺ μὲ τὰ ὄργια τῶν ἐπεριφρονεῖτο ὁ ἠθικὸς νόμος καὶ ὑβρίζετο ὁ στοιχειώδης ἀνθρωπισμός.
4 ἐν ᾧ ξενίζονται μὴ συντρεχόντων ὑμῶν εἰς τὴν αὐτὴν τῆς ἀσωτίας ἀνάχυσιν, βλασφημοῦντες·
Ἕνεκα δὲ τῆς διαγωγῆς των αὐτῆς, ποὺ ἑξακολουθοῦν οἱ εἰδωλολάτραι νὰ δεικνύουν, παραξενεύονται, διότι καὶ σεῖς δὲν τρέχετε μαζί των εἰς τὸν αὐτὸν πλεονασμὸν τῆς ἀσωτίας. Ἐκδηλώνουν δὲ τὴν ἔκπληξίν των αὐτὴν μὲ βλασφημίαν κατὰ τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας καὶ τοῦ Θεοῦ.
5 οἳ ἀποδώσουσι λόγον τῷ ἑτοίμως ἔχοντι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς.
Ἀλλ’ αὐτοὶ θὰ περάσουν ἀπὸ δίκην καὶ θὰ δώσουν λόγον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νὰ κρίνῃ τοὺς πάντας, τοὺς ζῶντας καὶ τοὺς νεκρούς,
6 εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη, ἵνα κριθῶσι μὲν κατὰ ἀνθρώπους σαρκί, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύματι.
Ναί· θὰ κρίνῃ ζῶντας καὶ νεκρούς. Διότι δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκηρύχθη τὸ εὐαγγέλιον εἰς τὸν Ἅδην καὶ εἰς τοὺς πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ νεκρούς, ὥστε οὗτοι, ἀφοῦ κατεκρίθησαν καὶ ἐτιμωρήθησαν σύμφωνα μὲ ὅσα συμβαίνουν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθεν εἰς τὴν θνητὴν σάρκα των ὡς τιμωρία τῶν ἁμαρτιῶν των, νὰ ζοῦν τὴν ζωὴν τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ψυχήν, ἡ ὁποία, ἐφ’ ὅσον ἐπίστευσαν εἰς τὸ κηρυχθὲν εἰς αὐτοὺς Εὐαγγέλιον, ἐζωοποιήθη ὑπὸ τῆς ὑπερφυσικῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.
7 Πάντων δὲ τὸ τέλος ἤγγικε. σωφρονήσατε οὖν καὶ νήψατε εἰς τὰς προσευχάς·
Ὁμιλῶ περὶ πεθαμένων εἰς σᾶς, ποὺ εἶσθε εἰς τὴν ζωὴν ἀκόμη. Ἀλλὰ μὴ ξεχάνετε, ὅτι ὅλων τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τὸ τέλος ἐπλησίασε. Καὶ τὸ ἰδικόν σας συνεπῶς τέλος δὲν εἶναι μακράν. Φροντίσατε λοιπὸν νὰ εἶσθε ἐγκρατεῖς καὶ προσεκτικοὶ καὶ ἀγρυπνήσατε εἰς τὰς προσευχάς.
8 πρὸ πάντων δὲ τὴν εἰς ἑαυτοὺς ἀγάπην ἐκτενῆ ἔχοντες, ὅτι ἡ ἀγάπη καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν·
Ἐπάνω δὲ ἀπὸ ὅλα φροντίσατε νὰ ἔχετε τὴν μεταξύ σας ἀγάπην θερμὴν καὶ διαρκῇ, διότι ἡ ἀγάπη θὰ σκεπάσῃ καὶ θὰ συγχωρήσῃ τὰς ἀμαρτίας τοῦ ἀγαπωμένου, ὅσον πολλαὶ καὶ ἂν εἶναι, θὰ ἑλκύσῃ δὲ τὸ θεῖον ἔλεος καὶ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀγαπᾷ
9 φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν·
Να φιλοξενῆτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, χωρὶς να γογγύζετε διὰ τὸ βάρος, ποὺ σᾶς δίδει ἡ ὑποδοχὴ τῶν ξένων.
10 ἕκαστος καθὼς ἔλαβε χάρισμα, εἰς ἑαυτοὺς αὐτὸ διακονοῦντες ὡς καλοὶ οἰκονόμοι ποικίλης χάριτος Θεοῦ·
Ὁ καθένας σας σύμφωνα μὲ τὸ χάρισμα ποὺ ἔλαβεν, ἂς τὸ χρησιμοποιῇ εἰς ὑπηρεσίαν ὁ εἰς τῶν ἄλλων, σὰν καλοὶ διαχειρισταὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία διανέμει ποικίλα καὶ διάφορα χαρίσματα.
11 εἴ τις λαλεῖ, ὡς λόγια Θεοῦ· εἴ τις διακονεῖ, ὡς ἐξ ἰσχύος, ἧς χορηγεῖ ὁ Θεός· ἵνα ἐν πᾶσι δοξάζηται ὁ Θεὸς διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἐστιν ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ἀμήν.
Ἐὰν κανένας ἔχῃ τὸ χάρισμα νὰ διδάσκῃ τὸν θεῖον λόγον, ἂς λαλῇ μὲ ἱεροπρέπειαν καὶ εὐλάβειαν, σὰν νὰ λαλῇ λόγια Θεοῦ. Ἐὰν κανεὶς ὑπηρετῇ, ἂς ἔχῃ τὴν συναίσθησιν, ὅτι τὴν δύναμιν τοῦ νὰ ὑπηρετῇ τοῦ τὴν δίδει ἀφθόνως ὁ Θεός. Ὥστε μὲ ὅλα, ἤτοι καὶ μὲ τοὺς λόγους μας καὶ μὲ τὰ ἔργα μας νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ κραταιὰ κυριαρχία εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
12 Ἀγαπητοί, μὴ ξενίζεσθε τῇ ἐν ὑμῖν πυρώσει πρὸς πειρασμὸν ὑμῖν γινομένῃ, ὡς ξένου ὑμῖν συμβαίνοντος
Ἐν σχέσει δὲ πρὸς τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰς θλίψεις σας, ἀγαπητοί, σᾶς προτρέπω νὰ μὴ παραξενεύεσθε διὰ τὸ κάψιμον, ποὺ σᾶς κάνουν αἱ θλίψεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς ἄσκησιν καὶ δοκιμασίαν σας, σὰν νὰ σᾶς συνέβαινε κάτι παράδοξον.
13 ἀλλὰ καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε, ἵνα καὶ ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς δόξης αὐτοῦ χαρῆτε ἀγαλλιώμενοι.
Ὄχι, μὴ παραξενεύεσθε, ἀλλ’ ὅσον συμμετέχετε εἰς τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰς θλίψεις καὶ τοὺς διωγμούς, ποὺ ὑποφέρετε διὰ τὸ ὄνομά του, τόσον νὰ χαίρετε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπομένετε, διὰ νὰ χαρῆτε μὲ ἀγαλλίασιν μεγάλην καὶ κατὰ τὴν φανέρωσιν τῆς δόξης του, ποὺ θὰ γίνῃ εἰς τὴν δευτέραν παουσίαν του.
14 εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι, ὅτι τὸ τῆς δόξης καὶ δυνάμεως καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα ἐφ' ὑμᾶς ἀναπαύεται· κατὰ μὲν αὐτοὺς βλασφημεῖται, κατὰ δὲ ὑμᾶς δοξάζεται.
Ἐὰν δὲ ὑβρίζεσθε καὶ περιφρονῆσθε, ἐπειδὴ ὁμολογεῖτε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εἶσθε μακάριοι, διότι τὸ Πνεῦμα τῆς δόξης καὶ τῆς δυνάμεως, τὸ ὁποῖον εἶναι συγχρόνως καὶ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀναπαύεται ἐπάνω σας. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα μέν, ποὺ λέγουν καὶ πράττουν αὐτοί, βλασφημεῖται ὁ Χριστός, μὲ τὴν ἰδικήν σας ὅμως διαγωγὴν καὶ ὁμολογίαν δοξάζεται.
15 μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος·
Ναί, δοξάζεται ἀπὸ σᾶς παρὰ τὰς ὕβρεις καὶ συκοφαντίας, ποὺ σᾶς κάνουν ἐκεῖνοι. Διότι προσέχετε νὰ μὴ ὑποφέρῃ κανεὶς ἀπὸ σᾶς τιμωρίας ὡς φονεὺς ἢ ὡς κλέπτης ἢ ὡς κακοποιὸς ἢ ὡς συνένοχος εἰς κάθε τι ποὺ εἶναι ξένον καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν χριστιανικὴν κλῆσιν.
16 εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ.
Ἐὰν ὅμως κατηγορῆται καὶ διώκεται ὡς Χριστιανός, ἂς μὴ ἐντρέπεται δι’ αὐτό, ἀλλὰ τουναντίον ἂς δοξάζῃ τὸν Θεόν διὰ τοὺς ὀνειδισμοὺς αὐτοὺς καὶ τὰς καταδιώξεις.
17 ὅτι ὁ καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρῖμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ· εἰ δὲ πρῶτον ἀφ' ἡμῶν, τί τὸ τέλος τῶν ἀπειθούντων τῷ τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίῳ;
Μὴ ἐντρέπεσθε, ἐὰν σᾶς ὀνειδίζουν, διότι εἶναι τώρα καιρὸς νὰ ἀρχίσῃ ἡ κρίσις καὶ τὸ ξεδιάλεγμα ἀπὸ τοὺς πιστούς, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲ ἀρχίζῃ ἠ κρίσις πρῶτον ἀπὸ ἡμᾶς, ποῖον θὰ εἶναι τὸ τέλος ἐκείνων, ποὺ ἀπειθοῦν καὶ δὲν πιστεύουν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ;
18 καὶ εἰ ὁ δίκαιος μόλις σῴζεται ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ φανεῖται;
Καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐὰν ὁ δίκαιος δύσκολα καὶ διὰ μέσου τόσων θλίψεων σώζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποὺ θὰ φανῇ; Αὐτὸς θὰ χαθῇ ὁλοτελῶς.
19 ὥστε καὶ οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὡς πιστῷ κτίστῃ παρατιθέσθωσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν ἀγαθοποιΐᾳ.
Ὥστε καὶ αὐτοί, ποὺ τώρα πάσχουν, διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, ἂς παραθέτουν πρὸς προστασίαν καὶ φύλαξιν τὰς ψυχάς των εἰς τὸν Θεόν ὡς ἄξιον ἐμπιστοσύνης δημιουργόν, ποὺ ἔχει ἀπεριόριστον δύναμιν νὰ τοὺς προστατεύσῃ, φροντίζοντες μόνον νὰ κάνουν τὸ ἀγαθὸν καὶ νὰ γίνωνται εὐεργετικοί.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα