ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΜΗ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·
Μὴ κατακρίνετε ἀσυμπαθῶς τὸν πλησίον σας, διὰ νὰ μὴ κατακριθῆτε ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
2 ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν.
Διότι μὲ τὴν αὐτὴν ἀσυμπαθῆ καὶ αὐστηρὰν κρίσιν, μὲ τὴν ὁποίαν κατακρίνετε, θὰ κατακριθῆτε, καὶ μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐξετάζετε καὶ καταδικάζετε τὰς πράξεις τοῦ πλησίον, θὰ μετρηθῇ καὶ διὰ σᾶς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἡ πολιτεία καὶ συμπεριφορά σας.
3 τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς;
Διατὶ δὲ βλέπεις τὸ σαριδάκι, ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὸ δοκάρι δέ, ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι σου, δὲν τὸ αἰσθάνεσαι καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνεις; Διατὶ τὸ μικρὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ σου τὸ βλέπεις, μένεις δὲ ἀναίσθητος ἐμπρὸς εἰς τὸ ἰδικόν σου βαρύτατον σφάλμα;
4 ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου;
Ἢ πῶς θὰ εἴπῃς εἰς τὸν ἀδελφόν σου, ἄφησε νὰ βγάλω τὸ σαριδάκι ἀπὸ τὸ μάτι σου· ἐπίτρεψόν μου νὰ διορθώσω τὸ μικρὸν σφάλμα σου; Καὶ ἰδοὺ εἰς τὸ μάτι σου τὸ δοκάρι. Ἰδοὺ σὺ κατέχεσαι ἀπὸ βαρύτατον ἐλάττωμα.
5 ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου.
Ὑποκριτά, ποὺ προσποιεῖσαι, ὅτι ἀπὸ ζῆλον ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς καὶ ἀπὸ ἀγάπην θέλεις νὰ διορθώσῃς τοὺς ἄλλους, ἂν πράγματι ὁ ζῆλος σὲ κινῇ, βγάλε πρῶτον τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ μάτι σου καὶ τότε θὰ ἴδῃς καθαρὰ διὰ νὰ βγάλῃς καὶ τὸ σαριδάκι ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου.
6 Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ρήξωσιν ὑμᾶς.
Ἡ συμπάθεια ὅμως καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς κατακρίσεως τῶν ἐλαττωμάτων καὶ κακιῶν τοῦ πλησίον δὲν πρέπει νὰ φθάνῃ μέχρις ἀδιακρισίας. Ὑπάρχει καὶ περίπτωσις, ποὺ πρέπει μὲ προσοχὴν πολλὴν νὰ ἐξετάζετε τὸν χαρακτῆρα τοῦ πλησίον. Προσέχετε νὰ μὴ δώσετε τὸ ἅγιον μυστήριον τῆς πίστεως εἰς ἀνθρώπους, ποὺ ὡς ἄλλοι κύνες ζοῦν βίον ἀσεβῆ καὶ ἀναίσχυντον οὐτε νὰ παραθέτετε τοὺς πολυτίμους μαργαρίτας τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας ἐμπρὸς εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄλλοι χοῖροι ζοῦν εἱς τὸν βόρβορον τῶν παθῶν. Ὑπάρχει μέγας κίνδυνος μήπως καταπατήσουν αὐτοὺς μὲ τὰ πόδια των καὶ στραφοῦν νὰ σᾶς κατασπαράξουν ἢ ὁπωσδήποτε νὰ σᾶς βλάψουν.
7 Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν·
Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὰς ἰδικάς σας ἐλλείψεις καὶ ἐλαττώματα, νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ δοθῇ εἰς σᾶς αὐτό, ποὺ ζητεῖτε, ἀρκεῖ νὰ μὴ εἶναι ἄτοπον ἢ ἐπιβλαβὲς εἰς σᾶς. Γυρεύετε νὰ εὔρετε τὸ ζητούμενον καὶ θὰ τὸ εὕρετε, ἐφ' ὅσον σᾶς εἶναι ὠφέλιμον. Κτυπᾶτε τὴν θύραν τῆς θείας προστασίας καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθῇ.
8 πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.
Διότι καθένας ποὺ ζητεῖ παρὰ τοῦ Θεοῦ, λαμβάνει. Καὶ καθένας ποὺ γυρεύει, εὑρίσκει. Καὶ εἰς καθένα ποὺ κτυπᾷ τὴν θύραν τῆς θείας προστασίας, θὰ ἀνοιχθῇ αὕτη.
9 ἢ τίς ἐστιν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὃν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ;
Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖος ἄνθρωπος ἀπὸ σᾶς, ποὺ θὰ τοῦ ζητήσῃ ὁ υἱός του ἄρτον, εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ δώσῃ λίθον ἀντὶ ἄρτου;
10 καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ, μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ;
Καὶ ἐὰν τοῦ ζητήσῃ ψάρι, μήπως θὰ τοῦ δώσῃ φίδι ἀντὶ ψαριοῦ;
11 εἰ οὗν ὑμεῖς, πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;
Ἐὰν λοιπὸν σεῖς, καίτοι εἶσθε ἀτελεῖς καὶ διεφθαρμένοι ἀπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, γνωρίζετε νὰ δίδετε ὠφέλιμα πράγματα εἰς τὰ τέκνα σας, πόσῳ μᾶλλον ὁ Πατήρ σας ὁ οὐράνιος, ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀγαθότητα, θὰ δώσῃ καλὰ καὶ ὠφέλιμα εἰς ἐκείνους, ποὺ τοῦ ζητοῦν;
12 Πάντα οὖν ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιῆτε αὐτοῖς· οὗτος γάρ ἐστιν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται.
Καὶ διὰ νὰ συγκεφαλαιώσω λοιπὸν ὅλα, ὅσα προηγουμένως σᾶς εἶπα, σᾶς προσθέτω: Ὅλα ὅσα θέλετε νὰ σᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, τὰ ἴδια νὰ κάνετε καὶ σεῖς εἰς αὐτούς. Διότι αὐτὸς κατ' οὐσίαν εἶναι ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται, τὸ νὰ ἀγαπᾶτε δηλαδὴ τοὺς πλησίον σὰν τὸν ἑαυτόν σας.
13 Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι᾿ αὐτῆς.
Μὴ ἀποθαρρυνθῆτε ἀπὸ τὰς δυσκολίας, ποὺ εἰς τὴν ἀρχὴν θὰ σᾶς παρουσιάσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ χρυσοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ κανόνος. Προσπαθήσατε νὰ ἔμβητε εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀρετὴς διὰ τῆς στενῆς πύλης ἀπαρνούμενοι τὸν ἁμαρτωλὸν βίον σας. Χρειάζεται δὲ προσπάθεια ἐπίμονος εἰς τοῦτο. Διότι εἶναι πλατεῖα ἡ θύρα καὶ εὐρύχωρος ὁ δρόμος, ποὺ ἀποπλανᾷ εἰς τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν τῆς κολάσεως, καὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ εἰσέρχονται εἰς αὐτήν, διότι μὲ εὐκολίαν μεγάλην καὶ χωρὶς τὸν παραμικρὸν ἀγῶνα ἐμβαίνει κανεὶς εἰς αὐτήν. Ὁ δρόμος τῆς ἁμαρτίας εἶναι εὐρύχωρος.
14 τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν!
Πόσον εἶναι στενὴ ἡ θύρα καὶ γεμᾶτος δυσκολίας καὶ κινδύνους καὶ πιέσεις ὁ δρόμος, ποὺ φέρει εἰς τὴν αἰωνίαν ζωήν, ἐπειδὴ πρέπει κανεὶς νὰ ἀντισταθῇ καὶ νὰ ἀντιδράσῃ ὄχι μόνον εἰς τὰς κακὰς παρακινήσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς κακὰς συνηθείας καὶ κλίσεις τοῦ ἑαυτοῦ του. Δι' αὐτὸ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ εὐρίσκουν τὸν δρόμον αὐτόν.
15 Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες.
Ἐὰν δὲ θέλετε νὰ εὕρετε τὸν δρόμον αὐτὸν τῆς αἰωνίου σωτηρίας, προσέχετε νὰ μὴ παρασυρθῆτε ἀπὸ κακοὺς ὁδηγούς· προσέχετε ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφήτας, ποὺ ἔρχονται εἰς σᾶς μὲ τὸ ἐξωτερικὸν φαινόμενον τῆς ἀθῳότητος καὶ ἡμερότητος τοῦ προβάτου, ἀπὸ μέσα των δὲ εἶναι ἄγριοι καὶ αἰσχροκερδεῖς, σὰν λύκοι ποὺ ἀρπάζουν.
16 ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς. μήτι συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλὴν ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα;
Ἀπὸ τὴν διαγωγήν των καὶ τὰ ἔργα των, ποὺ σὰν ἄλλον καρπὸν παράγουν, θὰ τοὺς μάθετε καλά. Μήπως συλλέγουν ἀπὸ τὰ ἀγκάθια σταφύλια ἢ ἀπὸ τοὺς τριβόλους σῦκα;
17 οὕτω πᾶν δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖ, τὸ δὲ σαπρὸν δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ.
Ὅπως δὲ δὲν συλλέγουν ἀπὸ τὰ ἀγκάθια σταφύλια καὶ ἀπὸ τοὺς τριβόλους σῦκα, Ἔτσι κάθε δένδρον χρήσιμον, ποὺ ἔχει χυμοὺς καλούς, παράγει καλοὺς καρπούς, τὸ δὲ ἄχρηστον δένδρον παράγει καρποὺς ἀχρήστους ἢ καὶ ἐπιβλαβεῖς.
18 οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖν.
Δὲν εἶναι δυνατὸν δένδρον χρήσιμον νὰ βγάλῃ καρποὺς ἐπιβλαβεῖς, οὔτε δένδρον, ποὺ ἔχει χυμοὺς κακούς, νὰ βγάλη καρποὺς καλούς. Ἔτσι καὶ ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐναρέτους πράξεις θὰ παραγάγῃ. Ὁ δὲ πονηρὸς καὶ ὑποκριτὴς θὰ δείξῃ τὴν πονηρίαν του εἰς τὴν διαγωγήν του καὶ θὰ γίνῃ εὐδιάκριτος ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
19 πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.
Κάθε δένδρον, ποὺ δὲν παράγει χρήσιμον καρπόν, κόπτεται καὶ ρίπτεται εἰς τὴν φωτιάν. Αὐτὸ θὰ πάθουν καὶ οἰ ὑποκριταί.
20 ἄραγε ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς.
Δὲν εἶναι δὲ δύσκολον νὰ τοὺς διακρίνετε. Διότι ἀπὸ ὅσα εἴπομεν συνάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως ἀπὸ τὰ ἔργα, ποὺ σὰν ἄλλους καρποὺς θὰ ἔχουν, θὰ τοὺς γνωρίσετε καλά.
21 Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
Προσέχετε ἀκόμη, μήπως παραπλανηθῆτε καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας. Πρέπει νὰ ξεύρετε, ὅτι ὄχι καθένας ποὺ μοῦ λέγει μὲ ἐπίμονον ἐπίκλησιν τῆς θεότητός μου, Κύριε, Κύριε, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ἐκεῖνος θὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν, ποὺ ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.
22 πολλοὶ ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;
Πολλοὶ θὰ μοῦ εἴπουν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς Κρίσεως· Κύριε, Κύριε, διὰ τῆς πίστεως μας εἰς σὲ ὡς Μεσσίαν καὶ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπροφητεύσαμεν; καὶ διὰ τῆς πίστεως μας εἰς σὲ δὲν ἐβγάλαμεν δαιμόνια; καὶ διὰ τῆς πίστεως μας εἰς σὲ δὲν ἐκάμαμεν θαύματα πολλά; Καὶ τώρα λοιπὸν δὲν θὰ ἔμβωμεν εἰς τὴν βασιλείαν σου;
23 καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν.
Καὶ τότε θὰ διακηρύξω καθαρὰ εἰς αὐτούς, ὅτι οὐδέποτε σᾶς ἀνεγνώρισα ἰδικούς μου. Φύγετε μακρὰν ἀπὸ ἑμὲ σεῖς, ποὺ εἰργάζεσθε τὴν ἀνομίαν, διότι τὰ χαρίσματά μου τὰ ἐχρησιμοποιήσατε ὄχι πρὸς δόξαν ἰδικήν μου, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἰδικά σας θελήματα καὶ διὰ τοὺς ἐγωϊστικοὺς σκοπούς σας.
24 Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τοὺς λόγους τούτους καὶ ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ, ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πέτραν·
Θὰ ἀναγνωρίσω ὡς ἰδικούς μου ἐκείνους μόνον, ποὺ θὰ ἔχουν καλὰ καὶ ἐνάρετα ἔργα. Καθένας λοιπὸν ποὺ ἀκούει τοὺς λόγους μου αὐτοὺς καὶ ἐκτελεῖ αὐτούς, θὰ τὸν παραβάλω πρὸς ἄνδρα φρόνιμον, ποὺ ἔκτισε τὸ σπίτι του ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν, εἰς τὸ στερεὸν δηλαδὴ καὶ ἀδιάσειστον θεμέλιον τῆς διδασκαλίας μου καὶ τοῦ παραδείγματός μου.
25 καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέπεσον τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν.
Καὶ κατέβη ἡ βροχὴ εἰς τὴν στέγην τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἦλθον τὰ ποτάμια τῆς νεροποντῆς εἰς τὰ θεμέλιά του, καὶ ἐφύσηξαν οἱ ἄνεμοι εἰς τοὺς τοίχους του, καὶ ἔπεσαν ἐπάνω εἰς τὸ σπίτι αὐτὸ καὶ δὲν ἐκρημνίσθη, διότι ἦτο θεμελιωμένον ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπακοῆς εἰς ἑμέ.
26 καὶ πᾶς ὁ ἀκούων μου τοὺς λόγους τούτους καὶ μὴ ποιῶν αὐτοὺς ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ μωρῷ, ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἄμμον·
Καὶ καθένας, ποὺ ἀκούει τοὺς λόγους μου αὐτοὺς καὶ δὲν τοὺς ἐκτελεῖ, θὰ εἶναι ὅμοιος πρὸς ἄνθρωπον ἀνόητον, ποὺ ἔκτισε τὸ σπίτι του ὄχι εἰς στερεὸν θεμέλιον, ἀλλ’ ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον.
27 καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔπεσε, καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς μεγάλη.
Καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθαν τὰ ποτάμια, ποὺ σχηματίζονται ἀπὸ τὴν βροχήν, καὶ ἐφύσηξαν οἱ ἄνεμοι καὶ ἐκτύπησαν εἰς τὸ σπίτι ἐκεῖνο καὶ ἔπεσε. Καὶ ἦτο ἡ πτῶσις του ὁλοκληρωτικὴ καὶ πλήρης.
28 Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ·
Καὶ συνέβη, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐτελείωσε τοὺς λόγους αὐτούς, τὰ πλήθη ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἔμεναν ἐκστατικὰ καὶ ἔκπληκτα ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν του.
29 ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.
Διότι τοὺς ἐδίδασκε πάντοτε μὲ ἐξουσίαν καὶ κῦρος σὰν νομοθέτης καὶ κριτῆς καὶ αὐθεντικὸς γνώστης τῆς ἀληθείας καὶ ὅχι σὰν τοὺς γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων τοὺς ἀνεφέροντο εἰς τὸν νόμον ἢ εἰς τὰς παραδόσεις τῶν παλαιοτέρων.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα