ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΙΔΩΝ δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ,
Όταν δὲ εἶδε τοὺς ὄχλους, ἀνέβη εἰς τὸ γειτονικὸν πρὸς τὴν λίμνην ὄρος καὶ ἀφοῦ ἐκάθισεν, ἦλθαν πλησίον του οἱ μαθηταί του.
2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων·
Καὶ ἀφοῦ ἤνοιξε τὸ στόμα του μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ὁμιλήσῃ, τοὺς ἐδίδασκε λέγων·
3 μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Μακάριοι καὶ πανευτυχεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ταπεινῶς συναισθάνονται τὴν πνευματικὴν πτωχείαν των καὶ τὴν ἐξάρτησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐαυτοῦ των ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι εἶναι ἰδική των ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
4 μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακλήθησονται.
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ πενθοῦν διὰ τὰς ἁμαρτίας των καὶ διὰ τὸ κακόν, ποὺ ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κόσμον, διότι αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
5 μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.
Μακάριοι εἶναι οἱ πρᾶοι, ποὺ συγκροτοῦν τὸν θυμόν τους καὶ δὲν παραφέρονται ποτέ, διότι αὐτοὶ θὰ λάβουν ὡς κληρονομίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας καὶ θὰ ἀπολαύσουν ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωὴν τὰ ἀγαθὰ τῆς οὐρανίου κληρονομίας.
6 μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ μὲ σφοδρὸν ἐσωτερικὸν πόθον σὰν πεινασμένοι καὶ διψασμένοι ἐπιθυμοῦν τὴν δικαιοσύνην καὶ τελειότητα, διότι αὐτοὶ θὰ χορτασθοῦν διὰ πλήρους ἰκανοποιήσεως τοῦ πόθου των.
7 μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.
Μακάριοι εἶναι οἱ εὐσπλαγχνικοὶ καὶ ἐπιεικεῖς, ποὺ συμπονοῦν εἰς τὴν δυστυχίαν τοῦ πλησίον, διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως.
8 μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν τὴν καρδίαν τους καθαρὰν ἀπὸ κάθε μολυσμὸν ἁμαρτίας, διότι αὐτοὶ θὰ ἴδουν τὸν Θεόν.
9 μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν μέσα τους τὴν ἐκ τοῦ ἁγιασμοῦ εἰρήνην καὶ μεταδίδουν αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, εἰρηνεύοντες τούτους καὶ μεταξύ των καὶ πρὸς τὸν Θεόν, διότι αὐτοὶ θὰ ἀναγνωρισθοῦν καὶ θὰ διακηρυχθοῦν εἰς τὸν οὐράνιον κόσμον υἱοὶ Θεοῦ.
10 μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐδιώχθησαν ἕνεκα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς χριστιανικῆς των τελειότητος, διότι εἶναι ἰδική των ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
11 μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.
Μακάριοι γίνεσθε σεῖς οἱ μαθηταί μου, ὅταν σᾶς ὑβρίσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ σᾶς διώξουν καὶ εἴπουν ψευδομένοι παντὸς εἴδους κακολογίας καὶ κατηγορίας ἐναντίον σας δι’ ἐμέ.
12 χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν.
Χαίρετε καὶ ζωηρὰ ἐκδηλώσατε τὴν χαράν σας, διότι ἡ ἀνταμοιβή σας εἰς τοὺς οὐρανοὺς θὰ εἶναι μεγάλη. Διότι ἔτσι κατεδίωξαν καὶ τοὺς προφήτας, τοὺς ὁποίους ἔστειλεν ὁ Θεὸς προτήτερα ἀπὸ σᾶς.
13 Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων.
Σεῖς οἱ μαθηταί μου εἶσθε τὸ πνευματικὸν ἅλας τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἀνθρώπων, ἐπειδὴ ἔχετε προορισμὸν νὰ προλαμβάνετε τὴν ἠθικὴν σαπίλαν. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἅλας χάσῃ τὴν δύναμίν του, μὲ τί θὰ ἀλατισθῇ, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ πάλιν τὴν δύναμιν ποὺ ἔχασε; Δὲν χρησιμεύει πλέον εἰς τίποτε, παρὰ νὰ πεταχθῇ ἔξω εἰς τοὺς δρόμους καὶ νὰ καταπατῆται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐὰν λοιπὸν καὶ σεῖς χάσετε τὴν ἠθικήν σας δύναμιν, δὲν θὰ γίνετε ἄχρηστοι μόνον, ἀλλὰ καὶ θὰ περιφρονηθῆτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη·
Σεῖς εἶσθε τὸ φῶς τοῦ κόσμου, διότι προορισμὸν ἔχετε μὲ τὸ φωτεινὸν παράδειγμά σας καὶ τοὺς μεταδίδοντας τὸ φῶς τῆς ἀληθείας λόγους σας νὰ φωτίζετε τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πλάνης. Δὲν εἶναι δυνατὸν μία πόλις, ποὺ εἶναι κτισμένη ἐπάνω εἰς ὅρος, νὰ κρυβῇ. Ἔτσι καὶ ὁ ἰδικός σας βίος θὰ ὑποπίπτῃ εἰς τὴν ἀντίληψιν ὅλων.
15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ.
Οὔτε ἀνάπτουν οἱ ἄνθρωποι λύχνον διὰ νὰ τὸν βάλουν κάτω ἀπὸ τὸν κάδον, μὲ τὸν ὁποῖον μετροῦν τὸν σῖτον· ἀλλὰ τὸν τοποθετοῦν ἐπάνω εἰς τὸν λυχνοστάτην καὶ φωτίζει μὲ τὴν λάμψιν του ὅλους, ὅσοι εἶναι μέσα εἰς τὸ σπίτι.
16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Ἔτσι σὰν ἄλλος λύχνος καλὰ τοποθετημένος ἂς λάμψῃ τὸ φῶς τῆς ἀρετῆς σας ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ ἴδουν τὰ καλά σας ἔργα καὶ δοξάσουν διὰ τὰ ἐνάρετα καὶ ἅγια παιδιά του τὸν Πατέρα σας, ποὺ εἶναι μὲν πανταχοῦ παρών, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ φανερώνει τὴν παρουσίαν του εἰς τοὺς οὐρανοῦς.
17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.
Μὴ νομίσετε, ὅτι ἦλθα διὰ νὰ καταλύσω καὶ ἀκυρώσω τὸν ἠθικὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως ἢ τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν τῶν προφητῶν. Δὲν ἦλθα νὰ καταλύσω αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὰ συμπληρώσω καὶ νὰ σᾶς τὰ παραδώσω τέλεια.
18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.
Διότι ἀληθινὰ σᾶς λέγω καὶ μὲ πᾶσαν σοβαρότητα καὶ ἐπισημότητα σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἕως ὅτου παραμένει καὶ δὲν καταστρέφεται ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, οὔτε ἕν γιῶτα ἢ ἕνα κόμμα, οὔτε δηλαδὴ ἡ μικροτάτη ἀπὸ τὰς ἐντολάς, δὲν θὰ παραπέσῃ ἀπὸ τὸν Νόμον καὶ δὲν θὰ χάσῃ τὸ κῦρος της, ἕως ὅτου ὅλα, ὅσα διατάσσει ὁ Νόμος, λάβουν τὴν ἐπαληθεύσιν καὶ πλήρωσίν τους τόσον ὑπὸ τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς μου, ὅσα ἐκ τούτων ἐλέχθησαν προφητικῶς, ὅσον καὶ ἐν τῇ ζωῇ τῶν γνησίων μαθητῶν μου, οἱ ὁποῖοι θὰ τηροῦν ταῦτα ἐπακριβῶς.
19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
Ἀφοῦ λοιπὸν αἱ ἐντολαὶ ἔχουν κῦρος καὶ ἰσχὺν ἀκατάλυτον, ὁποιοσδήποτε θὰ παραβῇ μίαν ἀπὸ ἐκείνας ἀκόμη τὰς ἐντολάς μου, ποὺ φαίνονται πολὺ μικραί, καὶ θὰ διδάξῃ τοὺς ἀνθρώπους οὕτω, ἤτοι νὰ θεωροῦν αὐτὰς μικρὰς καὶ ἀσημάντους, θὰ κηρυχθῇ ἐλάχιστος καὶ τελευταῖος εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ θὰ ἐκτελέσῃ ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς ἐντολὰς καὶ θὰ διδάξῃ καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τὰς τηροῦν, οὗτος θὰ ἀναγνωρισθῇ μέγας ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. Καὶ εἰς αὐτὰς λοιπὸν τὰς ἐντολάς, ποὺ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι παραμερίζουν μὲ τὰς ἀνθρωπίνους παραδόσεις των, πρέπει νὰ δώσετε μεγάλην προσοχήν.
20 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Διότι σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν ἡ ἀρετή σας δὲν περισσεύσῃ καὶ δὲν ὑπερτερήσῃ κατὰ πολὺ τὴν ἐξωτερικὴν ἀρετὴν τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, δὲν θὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
21 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ φονεύσεις· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει.
Ἠκούσατε ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Νόμου εἰς τὰς συναγωγάς, ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τοὺς ἀρχαίους: Δὲν θὰ φονεύσῃς· ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ φονεύσῃ, θὰ εἶναι ἔνοχος εἰς τόσον βαθμόν, ὥστε νὰ παραπεμφθῇ πρὸς δίκην εἰς τὸ τοπικὸν ἑπταμελὲς δικαστήριον, ποὺ λέγεται κρίσις.
22 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῆ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ρακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.
Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι καθένας ποὺ ὀργίζεται κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του ἄνευ σοβαροῦ πνευματικοῦ λόγου, διαπράττει ἔγκλημα ἀνάλογον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδικάζετο ἄλλοτε ἀπὸ τὸ τοπικὸν ἑπταμελὲς δικαστήριον. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ εἴπῃ περιφρονητικῶς εἰς τὸν ἀδελφόν του: Ἀνόητε, εἶναι ἔνοχος ἐγκλήματος βαρυτέρου, σὰν ἐκεῖνα ποὺ δικάζονται ἀπὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τῶν Ἰουδαίων. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ μὲ μῖσος καὶ κακίαν θὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀδελφόν του: Βλάκα, θὰ εἶναι ἔνοχος ἐγκλήματος ἀξίου νὰ τιμωρηθῇ μὲ τὴν ἐν τῷ Ἅδῃ γέενναν τοῦ πυρός.
23 Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ,
Ἀφοῦ λοιπὸν κάθε προσβολὴ κατὰ τῶν ἀδελφῶν μας εἶναι ἀξιόποινος, ἐὰν προσφέρῃς τὸ δῶρον σου εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐκεῖ ἐνθυμηθῇς, ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου δι’ ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμες,
24 ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου.
ἄφησε ἐκεῖ τὸ δῶρον σου ἐμπρὸς εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ πήγαινε πρῶτον συμφιλιώσου μὲ τὸν ἀδελφόν σου, καὶ τότε, ἀφοῦ συνδιαλλαγῇς, ἐλθὲ καὶ πρόσφερε τὸ δῶρον σου, διότι μόνον τότε θὰ γίνῃ τοῦτο δεκτὸν ἀπὸ τὸν Θεόν.
25 Ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ·
Ἔσο συμβιβαστικὸς καὶ μὲ συμφιλιωτικὰς διαθέσεις πρὸς τὸν δανειστήν, μὲ τὸν ὁποῖον εὐρίσκεσαι εἰς δίκην. Καὶ δεῖξε τὰς διαθέσεις αὐτὰς γρήγορα, ἕως ὅτου εὐρίσκεσαι μαζί του εἰς τὸν δρόμον ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὸ δικαστήριον. Πρόλαβε, μήπως σὲ παραδώσῃ ὁ ἀντίδικος εἰς τὸν δικαστὴν καὶ ὁ δικαστὴς σὲ καταδικάσῃ καὶ σὲ παραδώσῃ εἰς τὸν ἐκτελεστὴν τῶν ποινῶν καὶ ἔτσι ριφθῇς εἰς φυλακήν.
26 ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως οὗ ἀποδῷς τὸν ἔσχατον κοδράντην.
Ἀληθινὰ σοῦ λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθῃς ἀπ’ ἐκεῖ, ἕως ὅτου ἐξοφλήσῃς καὶ τὸ τελευταῖον δίλεπτον. Πόσον φοβερὸν εἶναι λοιπὸν νὰ ἐμφανισθῇς ἐνώπιον τοῦ ὑπερτάτου κριτοῦ ἀσυμφιλίωτος μὲ τοὺς ἀδελφούς σου, ποὺ ἠδίκησες!
27 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις.
Ἠκούσατε ὅτι ἐλέχθη εἰς τοὺς ἀρχαίους· νὰ μὴ μοιχεύσῃς. Καὶ οἰ γραμματεῖς περιορίζουν τὴν ἐντολὴν αὐτὴν μόνον εἰς τὸ ἁμάρτημα μὲ ὕπανδρον γυναῖκα.
28 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸν ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.
Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι καθένας ποὺ βλέπει οἰανδήποτε γυναῖκα διὰ νὰ τὴν ἐπιθυμήσῃ πρὸς ἁμαρτίαν, ἤδη μὲ τὴν ἐμπαθῆ αὐτὴν ματιὰν ἐμοίχευσεν αὐτὴν μέσα εἰς τὴν καρδίαν του καὶ ἡμάρτησε μὲ τὴν πρόθεσιν καὶ προαίρεσίν του.
29 εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμα σου βληθῇ εἰς γέενναν.
Ἐὰν δὲ πρόσωπον χρήσιμον καὶ προσφιλὲς εἰς σὲ σὰν τὸ δεξιόν σου μάτι σοῦ γίνεται ἀφορμὴ ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας καὶ ἁμαρτίας, χωρίσου ὁριστικῶς ἀπὸ αὐτό, καὶ πέταξέ το μακρυὰ ἀπὸ σέ, ὅπως θὰ ἔκανες καὶ μὲ τὸ μάτι σου, ἐὰν θὰ ἐκινδύνευε νὰ πάθη ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὅλον σῶμα σου· διότι συμφέρει νὰ χαθῇ ἐν ἀπὸ τὰ μέλη σου καὶ νὰ μὴ ριφθῇ ὅλον τὸ σῶμα σου εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως. Σὲ συμφέρει νὰ στερηθῇς τὴν φιλίαν καὶ χρησιμότητα τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ριφθῇς μαζὶ μὲ ἐκεῖνο εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.
30 καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.
Καὶ ἐὰν πρόσωπον ποὺ σοῦ εἶναι χρήσιμον σὰν τὴν δεξιάν σου χεῖρα σὲ σκανδαλίζῃ, κόψε τελείως τὴν χεῖρα σου αὐτὴν καὶ πέταξέ την μακρυὰ ἀπὸ σέ· διότι σὲ συμφέρει νὰ χαθῇ ἕνα ἀπὸ τὰ μέλη σου καὶ νὰ στερηθῇς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ φίλου σου, ποὺ σοῦ εἶναι χρησιμώτατος, καὶ νὰ μὴ ριφθῇς μαζὶ μὲ ἐκεῖνον εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.
31 Ἐρρέθη δέ· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, δότω αὐτῇ ἀποστάσιον.
Ἐλέχθη ἀκόμη· ἐκεῖνος ποὺ θὰ χωρίσῃ καὶ θὰ διώξῃ τὴν γυναῖκα του, ἂς τῆς δώσῃ ἔγγραφον διαζυγίου.
32 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσει, μοιχᾶται.
Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θὰ διώξῃ τὴν γυναῖκα του, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ αἰτία μοιχείας, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ γίνῃ αὕτη μοιχαλίς, ἐὰν συζευχθῇ ἄλλον. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ νυμφευθῇ διεζευγμένην γυναῖκα, γίνεται μοιχός.
33 Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου.
Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐλέχθη εἰς τοὺς παλαιοὺς προγόνους μας· Δὲν θὰ ἀθετήσῃς τὸν ὅρκον σου, ἀλλ’ ὡς χρέος ἱερόν, ποὺ ὀφείλεις νὰ ἐξοφλήσῃς εἰς τὸν Κύριον, θὰ τηρήσῃς τὰς ἐνόρκους ὑποσχέσεις καὶ μαρτυρίας σου.
34 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ.
Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω νὰ μὴ ὁρκισθῆτε καθόλου· οὔτε εἰς τὸν οὐρανὸν μὴ ὁρκισθῆτε, διότι ὁ οὐρανὸς εἶναι θρόνος τοῦ Θεοῦ·
35 μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ· μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως·
οὔτε εἰς τὴν γῆν μὴ ὁρκισθῆτε, διότι σὰν εἰς ἄλλο σκαμνίον ἀκουμβοῦν ἐπάνω της οἱ πόδες του· οὔτε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διότι διὰ τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἐκεῖ κτισμένος, εἶναι πόλις τοῦ μεγάλου βασιλέως Θεοῦ.
36 μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν ποιῆσαι.
Οὔτε εἰς τὴν κεφαλήν σου μὴ ὁρκισθῇς, διότι τὴν ἐδημιούργησεν ὁ Θεός, σὺ δὲ δὲν ἠμπορεῖς οὔτε μιᾶς τριχὸς τὸ χρῶμα πραγματικῶς καὶ κατὰ βάθος νὰ μεταβάλῃς, ὥστε μίαν μαύρην τρίχα νὰ τὴν κάμῃς λευκήν, ἢ μίαν λευκὴν νὰ τὴν ἀλλάξῃς εἰς μαύρην.
37 ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν.
Ἂς εἶναι δὲ ὁ λόγος σας ναί, ὅταν πράγματι εἶναι ναί· καὶ ὄχι, ὅταν καὶ πράγματι εἶναι ὄχι· τὸ ἐπὶ πλέον δὲ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὸν πονηρόν, τὸν πρῶτον ἐπινοητὴν καὶ πατέρα τοῦ ψεύδους.
38 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος·
Ἠκούσατε ὅτι ἐλέχθη· ἐκεῖνος ποὺ ἐπλήγωσε καὶ ἐτραυμάτισε κάποιον, πρέπει νὰ δώσῃ μάτι ἀντὶ τοῦ ματιοῦ ποὺ ἔβλαψε, καὶ δόντι διὰ τὸ δόντι τοῦ πλησίον, ποὺ μὲ τὸ κτύπημά του ἔσπασεν ἢ ἐπέταξεν ἔξω.
39 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·
Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω νὰ μὴ προβάλετε ἀντίστασιν εἰς τὸν πονηρόν, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανόν του ἐκεῖνον ποὺ σᾶς βλάπτει· ἀλλ’ ὅποιος σὲ ραπίσῃ εἰς τὸ δεξιὸν μέρος τῆς σιαγόνος, στρέψον εἰς αὐτὸν καὶ τὸ ἄλλο μέρος διὰ νὰ ραπίσῃ καὶ τοῦτο.
40 καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον·
Καὶ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ κάμῃ δίκην μαζί σου καὶ νὰ σοῦ πάρῃ τὸ ὑποκάμισον, ἄφησέ του καὶ τὸ ἐπανωφόριόν σου.
41 καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο·
Καὶ μὲ ἐκεῖνον, ποὺ θέλει νὰ σὲ ἀγγαρεύσῃ διὰ νὰ τὸν συνοδεύσῃς ἐπὶ ἕν μίλιον, πήγαινε μαζί του δύο μίλια.
42 τῷ αἰτοῦντί σε δίδου καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῇς.
Εἰς ἐκεῖνον ποὺ σοῦ ζητεῖ ἐλεημοσύνην, δίδε, ἀλλὰ πάντοτε μὲ διάκρισιν ποὺ θὰ τὴν διαπνέῃ εἰλικρινὴς ἀγάπη· καὶ μὴ περιφρονήσῃς ἐκεῖνον, ποὺ θέλει νὰ δανεισθῇ χωρὶς τόκον ἀπὸ σέ.
43 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου.
Ἠκούσατε, ὅτι ἐλέχθη· Θὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου καὶ θὰ μισήσῃς τὸν ἐχθρόν σου.
44 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς.
Ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, εὔχεσθε πρὸς τὸν Θεὸν ἀγαθὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς καταρῶνται, εὐεργετεῖτε ἐκείνους, ποὺ σᾶς μισοῦν, καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς μεταχειρίζονται ὑβριστικῶς καὶ περιφρονητικῶς καὶ σᾶς καταδιώκουν ἀδίκως, ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ διωγμός των αὐτὸς σᾶς γίνεται διὰ τὰς θρησκευτικάς σας πεποιθήσεις.
45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.
Διὰ νὰ ὁμοιάσετε ἔτσι καὶ νὰ γίνετε τέκνα τοῦ Πατρός σας, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς. Διότι καὶ αὐτὸς τὸν ἥλιον, ποὺ εἶναι ἰδικός του, ἀνατέλλει ἀδιακρίτως εἰς πονηροὺς καὶ εἰς ἀγαθούς, καὶ βρέχει τὴν βροχήν του εἰς δικαίους καὶ ἀδίκους.
46 ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι;
Διότι, ἐὰν ἀγαπήσετε ἐκείνους μόνον, ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποίαν ἀνταμοιβὴν ἔχετε νὰ λαμβάνετε ἀπὸ τὸν Θεόν; Δὲν κάνουν τὸ αὐτὸ καὶ οἰ τελῶναι;
47 καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν;
Καὶ ἐὰν χαιρετήσετε μόνον τοὺς φίλους σας Ἰουδαίους, τί τὸ ἐξαιρετικὸν πράττετε; Δὲν κάνουν ἔτσι καὶ οἱ τελῶναι;
48 Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν.
Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνετε τέλειοι διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς πάντας, καθὼς εἶναι τέλειος καὶ ὁ οὐράνιος Πατήρ σας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀγάπη.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα