ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΝ δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας
Κατ’ ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ο Ἰησοῦς ἰδιώτευεν εἰς Ναζαρέτ, ἐβγῆκεν ὁ Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς εἰς τὴν δημοσίαν δρᾶσιν του καὶ ἐκήρυττεν εἰς τὴν ἔρημον τῆς Ἰουδαίας, ποὺ εκτείνεται πρὸς βορρᾶν τῆς Νεκρᾶς θαλάσσης καὶ πρὸς δυσμὰς τοῦ Ἰορδάνου,
2 καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
καὶ ἔλεγε· Μετανοεῖτε· ἀλλάξατε ἀποφασιστικὰ σκέψεις καὶ φρονήματα καὶ ζωήν, διότι πλησιάζει ο καιρός, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Μεσσίας μὲ τὴν νέαν οὐράνιον ζωήν, ποὺ θὰ μᾶς φέρῃ, θὰ ἐγκαθιδρύσῃ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
3 οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ρηθεὶς ὑπὸ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.
Ἔπρεπε δὲ κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας νὰ ἐμφανισθῇ ὁ Ἰωάννης καὶ νὰ ἀκουσθῇ τὸ κήρυγμα αὐτό, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ ἄνθρωπος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπροφήτευσεν ὁ Ἡσαΐας ὁ προφήτης, ὅταν εἶπε φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· φωνὴ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κράζει εἰς τὴν ἔρημον καὶ λέγει· Ἐτοιμάσατε τὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθῃ πρὸς σᾶς ὁ Κύριος· κάμετε ἴσιους καὶ ὁμαλοὺς τοὺς δρόμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ περάσῃ. Ξερριζώσατε δηλαδὴ ἀπὸ τὰς ψυχάς σας τὶς ἀγκαθιὲς τῶν αμαρτωλῶν παθῶν καὶ ρίψατε μακρὰν τοὺς λίθους τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῆς σκληρότητος καὶ καθαρίσατε μὲ τὴν μετάνοιαν τὸ ἐσωτερικόν σας, διὰ νὰ δεχθῇ τὸν Κύριον.
4 Αὐτὸς δὲ ὁ Ἰωάννης εἶχε τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον.
Σύμφωνος δὲ πρὸς τὸ κήρυγμά του καθ’ ὅλα ἦτο καὶ ὁ ὅλος βίος τοῦ Ἰωάννου καὶ ἡ ὅλη ἐμφάνισίς του. Αὐτὸς ὁ Ἰωάννης ἐφόρει ἔνδυμα ὑφασμένον ἀπὸ τρίχας καμήλου, μὲ ζώνην δερματίνην γύρω ἀπὸ τὴν μέσην του. Ἡ τροφή του δὲ ἦτο πρόχειρος καὶ ξηρά· δηλαδὴ ἀκρίδες απ’ ἐκεῖνες ποὺ ἔφερεν ὁ ἄνεμος εἰς τὴν ἔρημον ἀπὸ τὴν Ἀραβίαν, καὶ μέλι ποὺ μέσα εἰς σχισμὰς πετρῶν ἀποθήκευαν ἄγρια μελίσσια.
5 Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν Ἱεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ Ἰουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ Ἰορδάνου,
Τότε ἐπήγαιναν ἔξω πρὸς αὐτὸν οἱ κάτοικοι τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἰουδαίας καὶ ὅλης τῆς χώρας, ποὺ ἐξετείνετο εἰς τὴν δεξιὰν καὶ ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.
6 καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
Καὶ ἐβαπτίζοντο μέσα εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμὸν ἀπὸ τὸν Ἰωάννην, συγχρόνως δὲ ἐξωμολογοῦντο τὰς ἁμαρτίας των.
7 ἰδὼν δὲ πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;
Ὅταν δὲ εἶδεν ὁ Ἰωάννης πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Σαδδουκαίους νὰ ἔρχωνται διὰ νὰ λάβουν τὸ βάπτισμά του, τοὺς εἶπεν· Ἀπόγονοι τῶν φαρμακερῶν ὀχιῶν, ποὺ ἔχετε τὴν κακίαν κληρονομικήν, διότι καὶ οἱ πρόγονοί σας γεμᾶτοι ἀπὸ τὸ δηλητήριον τῆς πονηρίας καὶ μοχθηρίας ἦσαν, ποῖος σᾶς ὠδήγησε νὰ φύγετε καὶ νὰ σωθῆτε ἀπὸ τὴν ὀργήν, ποὺ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ξεσπάσῃ;
8 ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας,
Διὰ νὰ σωθῆτε λοιπὸν ἀπὸ τὴν ὀργὴν αὐτήν, κάμετε ἔργα αγαθά, τὰ ὁποῖα εἶναι καρπὸς ἄξιος τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, καὶ δείξατε εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὰς ἐναρέτους πράξεις σας, ὅτι μετενοήσατε εἰλικρινῶς.
9 καὶ μὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ.
Καὶ μὴ σᾶς ἀρέσῃ νὰ ἀπατᾶτε τὸν ἑαυτόν σας καὶ νὰ λέγετε μέσα σας· πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ. Διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν καὶ ἀπὸ τὰ λιθάρια αὐτὰ νὰ ἀναστήσῃ ἀπογόνους τοῦ Ἀβραάμ.
10 ἤδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.
Τώρα δὲ καὶ ὁ πέλεκυς τῆς θείας κρίσεως εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων, ἕτοιμος νὰ κόψῃ σύρριζα καθένα ἄνθρωπον, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς ἄκαρπον δένδρον. Κάθε δὲνδρον λοιπόν, ποὺ δὲν κάνει καρπὸν καλόν, κόπτεται ἀπὸ τὴν ρίζαν καὶ ρίπτεται εἰς τὸ πῦρ. Αὐτὸ θὰ πάθῃ καὶ κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει καρπὸν ἀρετῆς.
11 ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι· αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί.
Εἶναι δὲ καὶ δυνατὸν καὶ εὔκολον νὰ καρποφορήσετε τὴν ἀρετήν. Διότι ναὶ μὲν ἑγὼ σᾶς βαπτίζω μὲ νερόν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ εἰσαχθῆτε εἰς κατάστασιν μετανοίας· ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἔρχεται ὕστερα ἀπὸ ἑμέ, εἶναι λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του καὶ τῆς θείας φύσεώς του δυνατώτερος ἀπὸ ἑμέ. Αὐτοῦ δὲν εἶμαι ἄξιος ἑγὼ οὔτε ὡς ὁ ἔσχατος δοῦλος νὰ βαστάσω τὰ ὑποδήματά του. Αὐτὸς θὰ σᾶς βαπτίσῃ μὲ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ μὲ τὸ καθαρτικὸν πῦρ τῆς χάριτος.
12 οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ, καὶ συνάξει τὸν σῖτον αὐτοῦ εἰς τὴν ἀποθήκην, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.
Κρατεῖ εἰς τὴν χεῖρα φτυάρι, ποὺ λιχνίζει. Ἡ δικαία κρίσις του δηλαδὴ εἶναι ἕτοιμος νὰ λειτουργήσῃ καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὸ ἁλώνιόν του, ἤτοι τὸν κόσμον ὁλόκληρον. Καὶ θὰ συνάξῃ τὸν σῖτον του εἰς τὴν ἀποθήκην, ἤτοι τοὺς ἐναρέτους εἰς τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὸ δὲ ἄχυρον, ἤτοι τοὺς ἀμετανόητους, θὰ κατακαύσῃ μὲ φωτιά, ποὺ δὲν σβήνει ποτέ.
13 Τότε παραγίνεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ.
Τότε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην διὰ νὰ βαπτισθῇ ἀπὸ αὐτόν.
14 ὁ δὲ Ἰωάννης διεκώλυεν αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Ὁ Ἰωάννης ὅμως τὸν ἠμπόδιζε ζωηρὰ καὶ ἔλεγεν· Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σὲ τὸν ἀναμάρτητον, καὶ σὺ ἔρχεσαι πρὸς ἑμὲ διὰ νὰ λάβῃς βάπτισμα;
15 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην· τότε ἀφίησιν αὐτόν·
Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἄφησε τώρα τὰς ἀντιρρήσεις καὶ μὴ φέρῃς δυσκολίαν νὰ βαπτισθῶ. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ταπεινούμενος πρέπει νὰ πληρώσω πᾶσαν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σοῦ ἀνέθεσεν ὡς καθῆκον νὰ βαπτίζῃς. Τότε ὁ Ἰωάννης ἀφῆκεν αὐτὸν νὰ βαπτισθῇ.
16 καὶ βαπτισθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν·
Καὶ ὅταν ἐβαπτίσθῃ ὁ Ἰησοῦς, ἐπειδὴ ὡς ἀναμάρτητος δὲν εἶχε τίποτε νὰ ἐξομολογηθῇ, ἀνέβη ἀμέσως ἀπὸ τὸ νερὸν τοῦ Ἰορδάνου καὶ δὲν ἔμεινεν ἐπὶ πολὺ εἰς αὐτό, ὅπως οἱ ἄλλοι, ποὺ κατὰ τὸ βάπτισμά των ἐξωμολογοῦντο τὰς ἁμαρτίας των. Καὶ ἰδοὺ ἤνοιξαν εἰς αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ καταβαίνῃ μὲ ἐξωτερικὸν σχῆμα καὶ μορφὴν ὁμοίαν πρὸς περιστερὰν καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του.
17 καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα.
Καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ποὺ ἔλεγεν· Οὗτος εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπημένος, εἰς τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθην. Τὸν ἐγέννησα ἀϊδίως καὶ εἶναι ὡς Θεὸς μονάκριβός μου Υἱός, ὡς ἄνθρωπος δὲ ἀπολύτως ἀναμάρτητος. Πάντοτε ἔκαμε τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιόν μου.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα