ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ· καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ.
Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκεν ὁ Ἰησοῦς, ἔφευγεν ὁριστικῶς πλέον ἀπὸ τὸ ἱερὸν διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς αὐτό. Καὶ τότε ἐπλησίασαν οἱ μαθηταί του διὰ νὰ τοῦ δείξουν τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ.
2 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ᾧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· Δὲν βλέπετε μὲ θαυμασμὸν ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα κτίρια; Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ μείνῃ πέτρα ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν, ποὺ νὰ μὴ κρημνισθῇ κάτω.
3 καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ κατ᾿ ἰδίαν λέγοντες· εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος;
Καὶ ἐνῷ αὐτὸς ἐκάθητο εἰς τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, τὸν ἐπλησίασαν οἱ μαθηταὶ ἰδιαιτέρως καὶ εἶπαν· Εἰπέ μας, πότε θὰ γίνουν ὅλα αὐτὰ καὶ ποῖον εἶναι τὸ σημάδι, ποὺ θὰ προαναγγέλλῃ τὴν ἔνδοξόν σου παρουσίαν καὶ τὸ ὁριστικὸν τέλος τοῦ κόσμου αὐτοῦ;
4 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ.
Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· Προσέχετε νὰ μὴ σᾶς πλανήσῃ κανείς.
5 πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες, ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι.
Διότι θὰ ἔλθουν πολλοί, ποὺ θὰ διεκδικοῦν καὶ θὰ οἰκειοποιοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Μεσσίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδικόν μου, καὶ θὰ λέγουν· ἐγὼ εἶμαι ὁ Χριστός. Καὶ θὰ πλανήσουν πολλούς.
6 μελλήσετε δὲ ἀκούειν πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων· ὁρᾶτε μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ πάντα γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω ἐστὶ τὸ τέλος.
Μέλλετε δὲ νὰ ἀκούετε πολέμους καὶ εἰδήσεις περὶ πολέμων, ποὺ θὰ γίνωνται εἰς ἄλλας χώρας. Προσέχετε, μὴ ταράσσεσθε νομίζοντες, ὅτι αὐτὰ εἶναι σημάδια, ποὺ προαναγγέλλουν τὸ τέλος, διότι σύμφωνα μὲ τὰς βουλὰς τῆς θείας προνοίας πρέπει ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν εἶναι οὔτε τὸ τέλος τοῦ κόσμου οὔτε ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῦ ναοῦ της, ποὺ προεικονίζει καὶ προτυπώνει τὴν συντέλειαν τοῦ κόσμου.
7 ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ λοιμοὶ καὶ σεισμοὶ κατὰ τόπους·
Διότι θὰ σηκωθῇ τὸ ἕνα ἔθνος κατὰ τοῦ ἄλλου ἔθνους, καὶ τὸ ἕνα βασίλειον κατὰ τοῦ ἅλλου βασιλείου καὶ θὰ συμβοῦν πεῖνες καὶ μολυσματικοὶ ἐπιδημίαι καὶ σεισμοὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.
8 πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων.
Ὅλα δὲ αὐτὰ εἶναι ἀρχὴ πόνων καὶ δεινῶν.
9 τότε παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν διὰ τὸ ὄνομά μου.
Τότε θὰ σᾶς παραδώσουν εἰς θλίψεις καὶ δοκιμασίας. Καὶ θὰ θανατώσουν μερικοὺς ἀπὸ σᾶς, καὶ θὰ σᾶς μισοῦν ὅλα τὰ ἔθνη δι’ ἐμέ, ἐπειδὴ θὰ πιστεύετε εἱς τὸ ὄνομά μου.
10 καὶ τότε σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ἀλλήλους παραδώσουσι καὶ μισήσουσιν ἀλλήλους.
Καὶ τότε θὰ σκανδαλισθοῦν καὶ θὰ κλονισθοῦν εἰς τὴν πίστιν πολλοί. Καὶ θὰ παραδώσουν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον εἰς τοὺς ἀπίστους ἄρχοντας καὶ θὰ μισήσουν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον.
11 καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται καὶ πλανήσουσι πολλούς,
Καὶ θὰ ἀναφανοῦν πολλοὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ παρασύρουν εἰς τὰς πλανεμένας διδασκαλίας των πολλούς.
12 καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν.
Καὶ ἐπειδὴ θὰ πληθύνῃ ἡ κακία καὶ ἡ φαυλότης, θὰ ψυχρανθῇ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον ἀγάπη τοῦ πλήθους τῶν συνήθων καὶ κατ’ ὅνομα Χριστιανῶν.
13 ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.
Ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ δείξῃ ὑπομονὴν μέχρι τέλους τῶν δοκιμασιῶν αὐτῶν, αὐτὸς καὶ μόνον θὰ σωθῇ.
14 καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος.
Καὶ θὰ κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον αὺτὸ τῆς βασιλείας εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, διὰ νὰ εἶναι τὸ κήρυγμα τοῦτο ἔλεγχος δι’ ὅλα τὰ ἔθνη, ὅσα δὲν θὰ πιστεύσουν, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ προφασισθοῦν, ὅτι δὲν προσεφέρθη καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐαγγέλιον. Καὶ τότε θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, τοῦ ὁποίου εἰκὼν καὶ προτύπωσις θὰ εἶναι τὸ ἐπικείμενον τέλος τῶν Ἱεροσολύμων.
15 Ὃταν οὖν ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν διὰ Διανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ ~ὁ ἀναγινώσκων νοείτω~
Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ βραδύνῃ ἀκόμη. Ἡ εἰκὼν ὅμως καὶ ἡ προτύπωσις τοῦ τέλους αὐτοῦ, δηλαδὴ ἡ καταστροφὴ τῶν Ἱεροσολύμων, πλησιάζει. Σᾶς δίδω λοιπὸν τὰ σημεῖα, ποὺ θὰ προαναγγέλλουν τὸν σύντομον ἐρχομὸν τῆς καταστροφῆς αὐτῆς. Θὰ ἴδητε πρῶτον τὸ μισητὸν καὶ βέβηλον σίχαμα, ποὺ θὰ προκαλέσῃ τὴν ἐρήμωσιν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη προφητικῶς διὰ τοῦ προφήτου Δανιήλ, νὰ στέκεται εἰς ἅγιον τόπον. Κάθε ἀναγνώστης ἂς τὸ νοιώσῃ καὶ ἂς λάβῃ τὰ μέτρα του. Ἂς ἐννοήσῃ, ὅτι τὸ σίχαμα αὐτὸ θὰ εἶναι πρῶτον μὲν οἱ ζηλωταὶ καὶ οἱ ξιφοφόροι, ποὺ θὰ καταλάβουν τὸ ἱερὸν καὶ θὰ τὸ βεβηλώσουν μὲ τὰς δολοφονίας των καὶ τὰ ἄλλα κακουργήματά των, ὕστερα δὲ καὶ τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα, ποὺ θὰ ἔλθουν νὰ συμπληρώσουν τὴν βεβήλωσιν αὐτήν.
16 τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν ἐπὶ τὰ ὄρη,
Ὅταν λοιπὸν θὰ ἴδητε τὴν βεβήλωσιν αὐτὴν τοῦ ἱεροῦ νὰ ἀρχίζῃ, τότε ἐκεῖνοι ποὺ θὰ κατοικοῦν εἰς τὰς πόλεις τῆς Ἰουδαίας, ἂς φεύγουν εἰς τὰ βουνὰ διὰ νὰ κρυβοῦν ἐκεῖ.
17 ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβαινέτω ἆραι τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ,
Καὶ ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἐπάνω εἰς τὸ ἠλιακωτὸν τοῦ σπιτιοῦ, ἂς μὴ καταβῇ διὰ νὰ πάρῃ ἀπὸ τὸ σπίτι του τὰ πράγματά του, ἀλλ’ ἂς φύγῃ τὸ ταχύτερον.
18 καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.
Καὶ ἐκεῖνος ποὺ μὲ μόνον τὸ ὑποκάμισον ἐργάζεται εἰς τὸ χωράφι, ἂς μὴ γυρίσῃ ὀπίσω διὰ νὰ πάρῃ καὶ τὰ ἐξωτερικά του ἐνδύματα.
19 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς ἐκείνας, ποὺ θὰ θηλάζουν μικρὰ παιδιὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, διότι θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον εἰς αὐτὰς καὶ νὰ τρέξουν διὰ νὰ σωθοῦν, ἀλλὰ καὶ νὰ εὕρουν τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὸν στηριγμὸν τοῦ ὀργανισμοῦ των.
20 προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος μηδὲ σαββάτῳ.
Κάνετε δὲ τὴν προσευχήν σας νὰ μὴ γίνῃ ἡ φυγή σας εἰς χειμωνιάτικην κακοκαιρίαν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς γίνεται ἐμπόδιον εἰς τὴν φυγήν· οὔτε νὰ συμπέσῃ ἡ φυγὴ εἰς ἡμέραν Σαββάτου, ποὺ ἀπαγορεύεται νὰ βαδίσετε δρόμον μακρυνόν.
21 ἔσται γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾿ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ᾿ οὐ μὴ γένηται.
Πρέπει δὲ εἰς τὴν φυγήν σας νὰ μὴ ἐμποδίζεσθε ἀπὸ τίποτε. Διότι τότε θὰ εἶναι θλῖψις μεγάλη, τέτοια ποὺ δὲν ἔχει γίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ κόσμου ἕως τώρα, οὕτε θὰ γίνῃ ποτὲ παρομοία.
22 καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι.
Καὶ ἂν δὲν ὠλιγόστευεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, δὲν θὰ ἐσώζετο κανεὶς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς θὰ προνοήσῃ νὰ μὴ ταλαιπωρηθοῦν πολύ, θὰ ὀλιγοστεύσουν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι.
23 τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστὸς ἢ ὧδε, μὴ πιστεύσητε·
Τότε, ἐὰν σᾶς εἴπῃ κανείς· Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστὸς ἢ ἐδῶ, μὴ πιστεύσητε.
24 ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Διότι θὰ ἀναφανοῦν ψευδομεσσίαι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ δείξουν σημάδια μεγάλα καὶ ἔργα καταπληκτικά, ὥστε νὰ πλανήσουν, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατόν, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐκλεκτούς.
25 Ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν.
Ἰδοὺ σᾶς τὰ προεῖπα, ὥστε νὰ μὴ χωρῇ δικαιολογία διὰ τὴν τυχὸν ἀποπλάνησίν σας.
26 ἐὰν οὖν εἴπωσιν ὑμῖν, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐστί, μὴ ἐξέλθητε, ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις, μὴ πιστεύσητε·
Ἐὰν λοιπὸν σᾶς εἶπουν· Ἰδοὺ εἰς τὴν ἔρημον εἶναι ὁ Μεσσίας, μὴ βγῆτε εἰς συνάντησίν του. Ἐὰν πάλιν σᾶς εἶπουν, ἰδοὺ ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα εἰς τὰ ἰδιαίτερα δωμάτια, μὴ πιστεύσητε.
27 ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·
Διότι οὔτε κρυμμένος εἰς δωμάτια, οὔτε εἰς μέρος ἐρημικὸν θὰ παρουσιασθῇ ὁ Μεσσίας, ἀλλὰ καθὼς ἡ ἀστραπὴ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸν σημεῖον τοῦ ὁρίζοντος καὶ φαίνεται ἀμέσως ἕως τὸ ἀντίθετον δυτικὸν σημεῖον, ἔτσι θὰ γίνῃ καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ γίνῃ ἀμέσως παντοῦ καὶ εἰς ὅλους αἰσθητή.
28 ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί.
Διότι ἐκεῖ ὅπου εἶναι τὸ νεκρὸν πτῶμα, ἐκεῖ θὰ μαζευθοῦν καὶ οἱ ἀετοὶ διὰ νὰ χορτασθοῦν ἀπὸ αὐτό. Μὲ ἄλλα λόγια. Ὅταν ἡ σαπίλα τοῦ κόσμου φθάσῃ εἰς τὸ ἀπροχώρητον, τότε θὰ ἔλθῃ ἄφευκτος καὶ εἰς ὅλους φανερὰ ἡ ἐξ οὐρανοῦ κρίσις καὶ τιμωρία.
29 Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται.
Ἀμέσως δὲ ὕστερα ἀπὸ τὴν θλῖψιν καὶ τάς δοκιμασίας τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ὅταν πλέον θὰ πλησιάζῃ ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου, ὁ ἥλιος θὰ χάσῃ τὴν λάμψιν του καὶ θὰ σκοτισθῇ, καὶ ἡ σελήνη δὲν θὰ δώσῃ τὸ φῶς της καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ὅλος ὁ κόσμος θὰ γίνῃ καινούργιος, καὶ αἱ οὐράνιαι δυνάμεις τῶν ἀγγέλων, αἱ συγκρατοῦσαι ἤδη τὴν τάξιν τοῦ σύμπαντος, θὰ σαλευθοῦν καὶ θὰ μετακινηθοῦν καὶ ἀπὸ τὴν βαθεῖαν των συγκίνησιν δι’ ὅσα θὰ συμβαίνουν κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ κόσμου θὰ παρέλθῃ διὰ νὰ ἀνακαινισθῇ τὸ σύμπαν.
30 καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς.
Καὶ τότε θὰ φανῇ εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ σημεῖον, ποὺ θὰ προαναγγέλλῃ τὴν ἐντὸς ὀλίγου ἔλευσιν καὶ παρουσίαν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τότε θὰ θρηνήσουν ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, ὅσαι δὲν ἐπίστευσαν καὶ θὰ ἴδουν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται καθισμένος εἰς τὰ σύννεφα τοῦ οὐρανοῦ μὲ δύναμιν καὶ συνοδείαν ἀγγέλων καὶ μὲ δόξαν πολλήν.
31 καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος φωνῆς μεγάλης, καὶ ἐπισυνάξουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων ἀπ᾿ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν.
Καὶ θὰ ἀποστείλῃ τοὺς ἀγγέλους του μὲ σάλπιγγα ποὺ θὰ σημαίνῃ δυνατὰ καὶ θὰ μαζεύσουν τοὺς ἐκλεκτούς του ἀπὸ τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πνέουν οἱ τέσσαρες ἄνεμοι, ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην τοῦ ὁρίζοντος ἕως τὴν ἄλλην ἄκρην.
32 Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος·
Ἀπὸ δὲ τὴν συκιὰν μάθετε τὴν ὁμοιότητα· ὅταν πλέον ὁ κλάδος της γίνῃ ἁπαλὸς καὶ βγοῦν τὰ φύλλα, γνωρίζετε, ὅτι τὸ θέρος εἶναι πλησίον.
33 οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις.
Ἔτσι καὶ σεῖς· ὅταν ἴδητε νὰ συμβαίνουν ὅλα αὐτὰ τὰ σημεῖα, ποὺ σᾶς προεῖπα, νὰ γνωρίζετε, ὅτι πλησιάζει εἰς τὴν πόρταν, ἔφθασε καὶ θὰ ἐμφανισθῇ ἀμέσως ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ τιμωρήσῃ τὴν ἀπιστίαν τῶν Ἰουδαίων διὰ καταστροφῆς τῆς Ἱερουσαλήμ.
34 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται.
Ἀληθῶς σᾶς λέγω, δὲν θὰ περάσῃ ἢ γενεὰ αὐτὴ προτοῦ γίνουν ὅλα αὐτὰ καὶ προτοῦ πραγματοποιηθῇ καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ὅσα περὶ πολέμων καὶ ψευδομεσσιῶν καὶ ψευδοπροφητῶν σᾶς προεῖπον.
35 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι.
Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ποῦ σᾶς φαίνονται τόσον μόνιμα καὶ στερεά, θὰ περάσουν καὶ θὰ ἐκλείψουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ περάσουν, ἀλλὰ θὰ ἐπαληθεύσουν ἐπακριβῶς.
36 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ὁ πατήρ μου μόνος.
Διὰ τὴν ἡμέραν ὁμως ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ποὺ θὰ λάβῃ χώραν ἡ δευτέρα παρουσία καὶ ἡ κρίσις, κανεὶς δὲν γνωρίζει πότε ἀκριβῶς θὰ εἶναι αὗται, οὔτε ἀκόμη οἱ οὐράνιοι ἄγγελοι, παρὰ μόνος ὁ Πατήρ μου.
37 ὥσπερ δὲ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Ναί· κανεὶς δὲν τὴν ξεύρει. Διότι, καθὼς ὑπῆρξαν αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
38 ὥσπερ γὰρ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες, γαμοῦντες καὶ ἐκγαμίζοντες, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν,
Καθὼς δηλαδὴ εἰς τὰς ἡμέρας, ποὺ προηγήθησαν τοῦ κατακλυσμοῦ, ἑξακολουθοῦσαν οἱ ἄνθρωποι νὰ τρώγουν καὶ νὰ πίνουν ἀσυλλόγιστα, νὰ νυμφεύωνται καὶ νὰ ὑπανδρεύουν τὰ παιδιά των, χωρὶς νὰ τοὺς ἔρχεται καμμία σκέψις μετανοίας διὰ τὸν ἁμαρτωλὸν βίον τους, μέχρις ἐκείνης τῆς ἡμέρας, ποὺ ἐμβῆκεν ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν,
39 καὶ οὐκ ἔγνωσαν ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἦρεν ἅπαντας, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
καὶ δὲν ἐκατάλαβαν, ἕως ὅτου ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς συνεπῆρεν ὅλους, ἔτσι θὰ γίνῃ καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἔξαφνα καὶ χωρὶς νὰ τὴν περιμένουν οἱ ἄνθρωποι τῆς ματαιότητος.
40 τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ, ὁ εἷς παραλαμβάνεται καὶ ὁ εἷς ἀφίεται·
Ἡ στενή σας δὲ σχέσις καὶ συμβίωσις εἰς τὴν ζωὴν αὐτὴν δὲν θὰ ἐμποδίσῃ νὰ χωρισθῆτε καὶ νὰ ἔχετε διάφορον τύχην ὁ ἔνας ἀπὸ τὸν ἄλλον κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν. Πράγματι τότε δύο θὰ εἶναι εἰς τὸν ἀγρόν. Ὁ ἔνας παραλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ ὁ ἄλλος ἀφίνεται ἐκεῖ διὰ νὰ τιμωρηθῇ.
41 δύο ἀλήθουσαι ἐν τῷ μυλῶνι, μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται.
Δύο γυναῖκες θὰ ἀλέθουν εἰς τὸν αὐτὸν μύλον. Ἡ μία παραλαμβάνεται καὶ ἡ ἄλλη ἀφίνεται.
42 γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται.
Γρηγορεῖτε λοιπόν, διότι δὲν ξεύρετε ποίαν ὥραν ἔρχεται ὁ κύριος σας καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ εἶσθε πάντοτε ἕτοιμοι.
43 Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν εἴασε διορυγῆναι τὴν οἰκίαν αὐτοῦ.
Ἐκ πείρας δὲ γνωρίζετε καὶ ἐκεῖνο, ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἐγνώριζεν ὁ οἰκοδεσπότης εἰς ποῖον τρίωρον τῆς νυκτὸς ἔρχεται ὁ κλέπτης, θὰ ἀγρυπνοῦσε καὶ δὲν θὰ ἄφινε νὰ τοῦ τρυπήσουν τὸ σπίτι του.
44 διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.
Διὰ τοῦτο καὶ σεῖς, ἀφοῦ δὲν ξεύρετε πότε θὰ ἔλθῃ ὁ Κύριος, πρέπει νὰ ἑτοιμάζεσθε διαρκῶς, διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, ἔρχεται δι’ ἕνα ἕκαστον ἀπὸ σᾶς διὰ τοῦ θανάτου καὶ δι’ ὅλους μαζὶ κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν εἰς ὤραν, ποὺ δὲν περιμένετε.
45 Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ φρόνιμος, ὃν κατέστησεν ὁ κύριος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ τοῦ διδόναι αὐτοῖς τὴν τροφὴν ἐν καιρῷ;
Ποῖος ἆρά γε νὰ εἶναι ὁ ἔμπιστος δοῦλος καὶ ὁ μυαλωμένος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ κύριος τοῦ ἔδωκεν εἰδικὴν (ἐν τῇ θρησκευτικῇ κοινωνίᾳ του) ἐξουσίαν καὶ τὸν ἐγκατέστησε διὰ νὰ φροντίζῃ διὰ τοὺς ἄλλους δούλους καὶ διὰ νὰ δίνῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνάλογον τροφὴν εἰς τὸν κατάλληλον χρόνον;
46 μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως.
Μακάριος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον, ὅταν ἔλθῃ ὁ κύριος του, θὰ εὕρῃ νὰ κάνῃ καὶ νὰ συμπεριφέρεται ἔτσι, φρόνιμα δηλαδὴ καὶ πιστά.
47 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν.
Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ τὸν ἐγκαταστήσῃ ἐπιστάτην καὶ διαχειριστὴν εἰς ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του.
48 ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ κακὸς δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονίζει ὁ κύριός μου ἐλθεῖν,
Ἐὰν ὅμως εἴπῃ ἀπὸ μέσα του ὁ κακὸς ἐκεῖνος δοῦλος· Ἀργεῖ νὰ ἔλθῃ ὁ κύριός μου,
49 καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς συνδούλους αὐτοῦ, ἐσθίῃ δὲ καὶ πίνῃ μετὰ τῶν μεθυόντων,
καὶ ἀρχίσῃ νὰ χρησιμοποιῆ ἐγωϊστικῶς τὴν ἐξουσίαν του καὶ νὰ κτυπᾷ τοὺς συνδούλους του, νὰ τρώγῃ δὲ καὶ νὰ πίνῃ μὲ ἐκείνους ποὺ μεθοῦν, ζητῶν μὲ κάθε τρόπον νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν ἑαυτόν του,
50 ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει,
θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου εἰς ἡμέραν, ποὺ δὲν περιμένει ἐκεῖνος, καὶ εἰς ὤραν ποὺ δὲν ξεύρει.
51 καὶ διχοτομήσει αὐτόν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑποκριτῶν θήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.
Καὶ θὰ τὸν τεμαχίσῃ εἰς τὰ δύο καί, ἀφοῦ πάρῃ τὴν ψυχήν του μὲ αἰφνίδιον θάνατον, θὰ ὁρίσῃ τὴν θέσιν του μαζὶ μὲ τοὺς ὑποκριτάς. Ἐκεῖ θὰ εἶναι ὁ κλαυθμὸς καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα