ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΝ ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες· τίς ἄρα μείζων ἐστὶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν;
Κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἰησοῦς ἐπέδειξε τὴν προτίμησιν αὐτὴν εἰς τὸν Πέτρον, τὸν ἐπλησίασαν οἱ μαθηταὶ καὶ εἶπαν· Ποῖος λοιπὸν εἶναι μεγαλύτερος καὶ περισσότερον διακεκριμένος ἀπὸ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν;
2 καὶ προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς παιδίον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ εἶπεν·
Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσεν ὁ Ἰησοῦς ἕνα παιδί, τὸ ἔστησεν εἰς τὸ μέσον αὐτῶν, καὶ εἶπεν·
3 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἐὰν δὲν ἀλλάξετε φρόνημα καὶ δὲν γίνετε ταπεινοὶ καὶ ἀφελεῖς καὶ ἀπονήρευτοι σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
4 ὅστις οὖν ταπεινώσει ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
Ὅποιος λοιπὸν ταπεινώσῃ τὸν ἑαυτόν του σὰν τὸ παιδάκι αὐτό, αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
5 καὶ ὃς ἐὰν δέξηται παιδίον τοιοῦτον ἓν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται·
Πρέπει δὲ νὰ ἐγκολπωθῆτε τὸ παιδικὸν καὶ ταπεινὸν αὐτὸ φρόνημα τόσον πολύ, ὥστε νὰ τιμᾶτε καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔχουν. Νὰ ξεύρετε δὲ ὅτι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ὑποδεχθῇ δι’ ἐμὲ καὶ πρὸς τιμήν μου ἕνα τέτοιον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐταπεινώθη σὰν τὸ μικρὸ παιδί, αὐτὸς εἶναι σὰν νὰ ὑποδέχεται καὶ τιμᾷ ἑμὲ τὸν ἴδιον.
6 ὃς δ᾿ ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης.
Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ θὰ παρασύρῃ εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἕνα ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς αὐτοὺς καὶ ἀπλοῦς, ποὺ πιστεύουν εἰς ἑμέ, συμφέρει εἰς αὐτὸν νὰ κρεμασθῇ γύρω ἀπὸ τὸν λαιμόν του μυλόπετρα ἀπὸ ἐκεῖνες, ποὺ στρέφει ὁ ὄνος, καὶ νὰ βουλιάξῃ εἰς τὴν ἀνοικτὴν καὶ βαθεῖαν θάλασσαν.
7 Οὐαὶ τῷ κόσμῳ ἀπὸ τῶν σκανδάλων· ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· πλὴν οὐαὶ τῶν ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται.
Ἀλλοίμονον εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς πειρασμούς, ποὺ ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Διότι, ὅπως ἔχει τώρα ἡ κατάστασις τοῦ κόσμου τοῦ διεφθαρμένου, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔλθουν οἱ πειρασμοί. Ἀλλ’ ὅμως ἀλλοίμονον εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ποὺ γίνεται αἰτία νὰ ἔλθῃ ὁ πειρασμός.
8 εἰ δὲ ἡ χείρ σου ἢ ὁ πούς σου σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὰ καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλόν, ἢ δύο χεῖρας ἢ δύο πόδας ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον.
Ἐὰν δὲ τὸ χέρι σου ἢ τὸ πόδι σου, δηλαδὴ πρόσωπον ἢ πρᾶγμα πολὺ στενὰ συνδεδεμένον μαζί σου καὶ πολὺ χρήσιμον εἰς σέ, σοῦ γίνεται ἀφορμὴ νὰ ἁμαρτάνῃς, κόψε το καὶ ρίψε το μακρυὰ ἀπὸ σέ. Καλύτερον εἶναι εἰς σὲ νὰ ἔμβῃς εἰς τὴν αἰωνίαν ζωὴν κουλλὸς ἢ κουτσός, παρὰ νὰ ριφθῇς εἰς τὸ αἰώνιον πῦρ μὲ δύο χέρια ἢ δύο πόδια. Εἶναι δηλαδὴ προτιμότερον νὰ ὑποστῇς τὴν βαρυτέραν θυσίαν εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ χωρισθῇς ἀπὸ πράγματα ἢ πρόσωπα, ποὺ σοῦ εἶναι χρήσιμα σὰν τὸ χέρι σου ἢ τὸ πόδι σου, παρὰ ἡ προσκόλλησίς σου εἰς αὐτὰ νὰ σὲ ρίψῃ εἰς τὴν κόλασιν.
9 καὶ εἰ ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· καλὸν σοί ἐστι μονόφθαλμον εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν, ἢ δύο ὀφθαλμοὺς ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.
Καὶ ἐὰν τὸ μάτι σου γίνεται ἀφορμὴ ἁμαρτίας εἰς σέ, βγάλε το καὶ ρίψε το μακρυὰ ἀπὸ σέ. Εἶναι καλύτερον διὰ σὲ νὰ ἔμβῃς εἰς τὴν αἰωνίαν ζωὴν μονόφθαλμος, παρὰ μὲ δύο μάτια νὰ ριφθῇς εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. Εἶναι καλύτερον νὰ χωρισθῇς ἀπὸ πράγματα ἢ πρόσωπα, ποὺ σοῦ εἶναι χρήσιμα καὶ πολύτιμα σὰν τὸ μάτι σου, παρὰ μαζὶ μὲ αὐτὰ νὰ ριφθῇς εἰς τὴν κόλασιν.
10 Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τούτων· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
Προσέχετε νὰ μὴ καταφρονήσετε οὔτε ἔνα ἀπὸ τοὺς μικροὺς αὐτούς· διότι σᾶς λέγω, ὅτι οἱ φύλακές των ἄγγελοι εἶναι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν πολλὴν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Διότι εἶναι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀποτελοῦν τὸ ἄμεσον περιβάλλον καὶ βλέπουν πάντοτε τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρός μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.
11 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἐνδιεφέρθη ἀμέσως διὰ τοὺς μικροὺς αὐτούς. Διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ τοὺς σώσῃ, μαζὶ δὲ μὲ αὐτοὺς νὰ σώσῃ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινον γένος, ποὺ ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας ἦτο χαμένον διὰ τὸν Θεόν.
12 Τί ὑμῖν δοκεῖ; ἐὰν γένηταί τινι ἀνθρώπῳ ἑκατὸν πρόβατα καὶ πλανηθῇ ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐχὶ ἀφεὶς τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τὰ ὄρη, πορευθεὶς ζητεῖ τὸ πλανώμενον;
Καὶ δι’ ὅλους μὲν φροντίζει ὁ Θεός, ἰδιαιτέρως ὅμως προνοεῖ δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μικροὶ σὰν τὰ παιδιά. Φροντίζει δὲ καθὼς καὶ ὁ ποιμὴν διὰ τὰ πρόβατά του. Ποίαν ἰδέαν ἔχετε σεῖς; Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος συμβῇ νὰ ἔχῃ ἑκατὸν πρόβατα καὶ χαθῇ ἕν ἀπὸ αὐτά, δὲν θὰ ἀφήσῃ τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ καὶ δὲν θὰ τρέξῃ νὰ ἀναζητήσῃ τὸ χαμένον πρόβατον;
13 καὶ ἐὰν γένηται εὑρεῖν αὐτό, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι χαίρει ἐπ᾿ αὐτῷ μᾶλλον ἢ ἐπὶ τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα τοῖς μὴ πεπλανημένοις.
Καὶ ἐὰν συμβῇ νὰ τὸ εὕρῃ, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι χαίρει δι’ αὐτὸ περισσότερον παρὰ διὰ τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα, ποὺ δὲν ἔχουν χαθῇ.
14 οὕτως οὐκ ἔστι θέλημα ἔμπροσθεν τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς ἵνα ἀπόληται εἷς τῶν μικρῶν τούτων.
Ἔτσι δὲν εἶναι θέλημα τοῦ πατρός σας, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς, νὰ χαθῇ ἕνας ἀπὸ τοὺς μικροὺς αὐτούς. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς δὲν θέλῃ νὰ χαθῇ κανεὶς ἀπὸ τοὺς μικρούς, τουναντίον δὲ χαίρῃ, ὅταν αὐτὸς ἀνευρεθῇ καὶ σωθῇ, δὲν ἔχετε χρέος καὶ σεῖς νὰ μὴ καταφρονῆτε οὔτε ἕνα ἀπὸ τοὺς μικροὺς τούτους;
15 Ἐὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου·
Ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον δὲ τοῦτο τοῦ Θεοῦ διὰ κάθε χαμένο πρόβατόν του, διδαχθῆτε καὶ σεῖς, πῶς πρέπει νὰ φέρεσθε εἰς κάθε παραπλανηθέντα ἀδελφόν σας. Ἐὰν δηλαδὴ σοῦ πταίσῃ εἰς κάτι ὁ ἀδελφός σου, πήγαινε καὶ ὑπόδειξέ του τὸ πταίσιμόν του αὐτό, ἰδιαιτέρως μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ εἶναι παρὼν κανένας ἄλλος. Ἐὰν σὲ ἀκούσῃ καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ σφάλμα του, ἐκέρδησες τὸν ἀδελφόν σου.
16 ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο, ἵνα ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων ἢ τριῶν σταθῇ πᾶν ρῆμα.
Ἐὰν ὅμως δὲν ἀκούσῃ, πάρε μαζί σου ἀκόμη ἕνα ἢ δύο, διὰ νὰ βεβαιωθῇ μὲ τοὺς λόγους τοῦ στόματος δύο ἢ τριῶν μαρτύρων πᾶσα ἐξεταζομένη καὶ κρινομένη ὑπόθεσις.
17 ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης.
Ἐὰν δὲ παρακούσῃ καὶ εἰς αὐτούς, εἰπὲ τὸ ἀδίκημά του εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐὰν δὲ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν παρακούσῃ, μὴ τὸν θεωρῇς πλέον ὡς ἀληθὲς μέλος τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἔχε τον καθὼς τὸν εἰδωλολάτρην καὶ τὸν τελώνην.
18 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ.
Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅσα ἁμαρτήματα δέσετε καὶ κηρύξετε ἀσυγχώρητα ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εἶναι δεμένα καὶ ἀσυγχώρητα εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ ἑμὲ καὶ τὸν Πατέρα μου· καὶ ὅσα λύσετε καὶ συγχωρήσετε ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εἶναι λυμένα καὶ συγχωρημένα εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ ἑμὲ καὶ τὸν Πατέρα μου.
19 Πάλιν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
Πάλιν ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐὰν δύο ἀπὸ σᾶς συμφωνήσουν ἐπὶ τῆς γῆς διὰ κάθε πρᾶγμα, ποὺ θὰ ζητήσουν εἰς τὴν προσευχήν τους, θὰ γίνῃ τοῦτο εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.
20 οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.
Διότι, ὅπου εἶναι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι δι’ ἐμὲ καὶ διὰ σκοποὺς συμφώνους πρὸς τὸ θέλημά μου, ἐκεῖ εἶμαι καὶ ἑγὼ μεταξύ τους διὰ νὰ εἰσακούω, ἐμπνέω, ὁδηγῶ καὶ φυλάττω αὐτούς.
21 Τότε προσελθὼν αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις;
Τότε ὁ Πέτρος τὸν ἐπλησίασε καὶ εἶπε· Κύριε, πόσες φορὲς θὰ μοῦ πταίσῃ ὁ ἀδελφός μου καὶ θὰ τὸν συγχωρήσω; Εἶναι ἀρκετὸν ἕως ἑπτὰ φορές;
22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾿ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά.
Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Δὲν σοῦ λέγω ἕως ἑπτὰ φορές, ἀλλ’ ἕως ἑβδομῆντα φορὲς τὸ ἑπτά, δηλαδὴ ἀναρίθμητες φορές.
23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ.
Διότι δὲ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν τὸ καθῆκον τοῦ νὰ συγχωρῶμεν τοὺς πταίστας μας εἶναι ἀπεριόριστον, δι’ αὐτὸ ὠμοίασεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν πρὸς ἐπίγειον βασιλέα, ποὺ ἠθέλησε νὰ λογαριασθῇ μὲ τοὺς δούλους καὶ αὐλικούς του, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναθέσει τὴν διαχείρισιν τῶν φόρων καὶ εἰσπράξεών του.
24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων.
Ὅταν δὲ αὐτὸς ἄρχισε νὰ λογαριάζεται, τοῦ ἔφεραν ἕνα χρεώστην, ποὺ ὤφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα, δηλαδὴ περίπου ἑξήκοντα ἑκατομμύρια χρυσᾶς δραχμάς.
25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ, διέταξεν ὁ κύριος νὰ πωληθῇ αὐτὸς καὶ ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ πληρωθῇ τὸ χρέος.
26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω.
Ἔπεσε λοιπὸν κατὰ γῆς ὁ δοῦλος καὶ τὸν ἐπροσκύνει λέγων· Κύριε, κάμε ὑπομονὴν δι’ ἐμέ, καὶ ὅλα ὅσα χρεωστῶ, θὰ σοῦ τὰ πληρώσω.
27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ.
Ἐλυπήθη δὲ καὶ ᾐσθάνθη συμπάθειαν ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου καὶ τὸν ἀφῆκεν ἐλεύθερον, τοῦ ἐχάρισε δὲ καὶ τὸ δάνειον.
28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις.
Ὅταν ὅμως ἐβγῆκεν ἔξω ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, ηὗρεν ἕνα ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ποὺ τοῦ ἐχρεώστει ἑκατὸν δηνάρια, δηλαδὴ περίπου ἐνενήντα χρυσὸς δραχμάς. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐσταμάτησε, τὸν ἐστενοχώρει σκληρὰ λέγων· Ἐξόφλησέ μου ὅ,τι μοῦ χρεωστεῖς.
29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι·
Ἔπεσε λοιπὸν εἰς τὰ πόδια του ὁ σύνδουλός του καὶ τὸν παρεκάλει λέγων· Περίμενέ με καὶ δεῖξε ὑπομονὴν μαζί μου καὶ θὰ σὲ πληρώσω.
30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον.
Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελεν, ἀλλ’ ἐπῆγεν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ τὸν ἔρριψεν εἰς φυλακήν, Ἕως ὅτου πληρώσῃ ὅ,τι ἐχρεωστοῦσεν.
31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα.
Ὅταν δὲ εἶδαν οἱ ἄλλοι σύνδουλοί του αὐτὰ ποὺ ἔγιναν, ἐλυπήθησαν πολὺ καὶ ἀφοῦ ἦλθαν διηγήθησαν εἰς τὸν κύριον τους ὅλα ὅσα συνέβησαν.
32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
Τότε τὸν προσεκάλεσεν ὁ κύριός του καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Δοῦλε πονηρέ, ὅλον τὸ χρέος ἐκεῖνο, τὸ τόσον μεγάλο, σοῦ τὸ ἐχάρισα, ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσες.
33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;
Δὲν ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ λυπηθῇς καὶ νὰ κάμῃς ἔλεος εἰς τὸν σύνδουλόν σου, ὅπως καὶ ἑγώ, ποὺ δὲν εἶμαι σύνδουλός σου ἀλλὰ κύριός σου, σὲ ἐλυπήθηκα καὶ ἔδειξα ἔλεος εἰς σέ;
34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.
Καὶ ἐθύμωσεν ὁ κύριός του καὶ τὸν παρέδωκεν εἰς αὐτούς, ποὺ βασανίζουν τοὺς φυλακισμένους, διὰ νὰ τὸν τιμωροῦν, μέχρις ὅτου ἐξοφλήσῃ πᾶν ὅ,τι ἐχρεωστοῦσεν.
35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.
Ἔτσι καὶ ὁ ἐπουράνιος πατήρ μου, πρὸς τὸν ὁποῖον λόγῳ τῶν ἀναριθμήτων σας ἁμαρτιῶν εἶσθε χρεῶσται ἀναριθμήτου χρέους, θὰ κάμῃ εἰς σᾶς, ἐὰν δὲν συγχωρήσετε καθένας σας τὸν ἀδελφόν του ὄχι μὲ τὸ στόμα σας μόνον, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καρδιά σας.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα