ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι καὶ Σαδδουκαῖοι πειράζοντες ἐπηρώτησαν αὐτὸν σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτοῖς.
Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασαν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξουν καὶ νὰ τὸν δοκιμάσουν, ἐὰν ἔχει πραγματικῶς δύναμιν θαυματουργικήν, τὸν παρεκάλεσαν νὰ ἐπιδείξῃ εἰς αὐτοὺς σημάδι καὶ θαῦμα ἐξαιρετικὸν ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὅπως τὸ μάννα ποὺ ἐδόθη εἰς τὴν ἔρημον διὰ μεσιτείας τοῦ Μωϋσέως, ἢ ὅπως τὸ πῦρ ποὺ κατέβασεν ὁ Ἠλίας ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τὸ ὁποῖον σημεῖον θὰ ἐμαρτύρει καὶ θὰ ἐβεβαίωνε τὴν ἀποστολήν του.
2 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὀψίας γενομένης λέγετε· εὐδία· πυρράζει γὰρ ὁ οὐρανός·
Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπεν· Ὅταν βραδυάσῃ καὶ ἔλθῃ ὁ ἥλιος εἰς τὴν δύσιν του, λέγετε· Ἔχομεν αὔριον καλοκαιρίαν, διότι κοκκινίζει ὁ οὐρανός.
3 καὶ πρωΐ· σήμερον χειμών· πυρράζει γὰρ στυγνάζων ὁ οὐρανός. ὑποκριταί, τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνασθε γνῶναι;
Καὶ τὸ πρωῒ παρατηρεῖτε εἰς τὴν ἀνατολὴν καὶ λέγετε σήμερον θὰ εἶναι χειμῶνας. Διότι κοκκινίζει σκεπασμένος μὲ σύννεφα ὁ οὐρανός. Ὑποκριταί, ποὺ κάνετε τὸν σοφόν, ἐνῷ πράγματι εἶσθε τυφλωμένοι, ξεύρετε νὰ διακρίνετε τὴν ἐξωτερικὴν ὄψιν τοῦ οὐρανοῦ, τὰ σημεῖα ὅμως, ποὺ φανερώνουν ὅτι ἔφθασαν αἱ ἡμέραι τοῦ Μεσσίου, δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ διακρίνετε;
4 γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἀπῆλθε.
Γενεὰ κακή, ποὺ δὲν ἔμεινε πιστὴ εἰς τὸν οὐράνιον Νυμφίον, ἀλλὰ διεφθάρη μακρὰν αὐτοῦ, ζητεῖ ἐπιμόνως θαῦμα σημαδιακό. Ἀλλὰ θαῦμα δὲν θὰ τῆς δοθῇ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημεῖον, ποὺ προεικονίζετο καὶ ἐσυμβολίζετο ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀφῆκεν, ἔφυγεν ἀπ’ ἐκεῖ.
5 Καὶ ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸ πέραν ἐπελάθοντο ἄρτους λαβεῖν.
Καὶ σὰν ἦλθαν οἱ μαθηταί του εἰς τὴν ἀπέναντι παραλίαν τῆς λίμνης, εἶδαν ὅτι εἶχαν λησμονήσει νὰ πάρουν μαζί τους ἄρτους.
6 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὁρᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπεν· Ἀνοίξατε τὰ μάτια σας καὶ προσέχετε ἀπὸ τὴν κακὴν ἐπίδρασιν τῆς ὑποκριτικῆς διδασκαλίας τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς κακὸ προζύμι.
7 οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν.
Αὐτοὶ ὅμως ἤρχισαν νὰ συλλογίζονται μέσα τους καὶ νὰ λέγουν· Δὲν ἐπήραμεν ἄρτους ἀπὸ προζύμι καθαρόν, ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ σπίτι Φαρισαίου ἢ Σαδδουκαίου.
8 γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι, ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβατε;
Άλλ’ ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς του γνώσεως τὰς ἀποκρύφους σκέψεις των καὶ τοὺς εἶπε· Διατὶ ἐπέσατε εἰς σκέψιν καὶ συλλογισμόν, ὀλιγόπιστοι, ἐπειδὴ δὲν ἐπήρατε ἄρτους;
9 οὔπω νοεῖτε οὐδὲ μνημονεύετε τοὺς πέντε ἄρτους τῶν πεντακισχιλίων καὶ πόσους κοφίνους ἐλάβετε;
Ἀκόμη δὲν καταλαβαίνετε, τί σᾶς λέγω, οὔτε ἐνθυμεῖσθε ἐπὶ τέλους τοὺς πέντε ἄρτους τῶν πέντε χιλιάδων, ποὺ ἐχορτάσθησαν μὲ αὐτούς, καὶ πόσα κοφίνια περισσευμάτων ἐπήρατε;
10 οὐδὲ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους τῶν τετρακισχιλίων καὶ πόσας σπυρίδας ἐλάβετε;
Δὲν ἐνθυμεῖσθε οὔτε τοὺς ἑπτὰ ἄρτους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐχόρτασαν αἱ τέσσαρες χιλιάδες, καὶ πόσα μεγάλα κοφίνια ἐπήρατε ἀπὸ τὰ περισσεύματα;
11 πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτου εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων;
Πῶς δὲν καταλαβαίνετε, ὅτι δὲν σᾶς εἶπα διὰ τὸν συνήθη ὑλικὸν ἄρτον, ὅταν σᾶς ἐσύστησα νὰ προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων;
12 τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων.
Τότε ἐκατάλαβαν, ὅτι δὲν εἶπε νὰ προσέχουν ἀπὸ τὸ προζύμι, μὲ τὸ ὁποῖον γίνεται ὁ ἄρτος, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ὑποκρισίαν τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων.
13 Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;
Ἀφοῦ δὲ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη τῆς Καισαρείας, τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει ὁ Φίλιππος, ἠρώτα τοὺς μαθητάς του λέγων· Ποῖος νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι εἶμαι ἑγώ, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου;
14 οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν.
Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· Ἄλλοι μὲν λέγουν, ὅτι εἶσαι Ἰωάννης ὁ βαπτιστής, ἄλλοι δὲ ὅτι εἶσαι ὁ Ἠλίας, ἄλλοι δὲ ὁ Ἱερεμίας ἢ ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς προφήτας, ποὺ ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν.
15 λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγεται εἶναι;
Λέγει εἰς αὐτούς· Σεῖς δὲ ποῖος λέγετε, ὅτι εἶμαι;
16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.
Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ εἶπε· Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ φυσικὸς καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι νεκρὸς σὰν τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ζῇ παντοτεινά.
17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Καὶ ἀπεκρίθη τότε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Μακάριος εἶσαι, Σίμων, υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι δὲν σοῦ ἐφανέρωσε τὴν ἀλήθειαν τῆς ὀρθῆς πίστεως κανεὶς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.
18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.
Καὶ ἑγὼ δὲ σοῦ λέγω ὅτι σὺ εἶσαι Πέτρος καὶ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἀληθινῆς πίστεως ποὺ ὠμολόγησες, γενόμενος μὲ τὴν ὁμολογίαν σου αὐτὴν ὁ πρῶτος λίθος τῆς πνευματικῆς μου οἰκοδομῆς, θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησίαν μου, ὁ θάνατος δὲ καὶ αἱ ὠργανωμέναι δυνάμεις τοῦ κακοῦ δὲν θὰ ὑπερισχύσουν καὶ δὲν θὰ κατανικήσουν τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι αἰώνιος καὶ ἀθάνατος.
19 καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Καὶ θὰ σοῦ δώσω τὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ εἰσάγῃς εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν πάντα ἄξιον αὐτῆς καὶ ν’ ἀποκλείῃς ἀπὸ αὐτὴν πάντα ἀνάξιον, καὶ ὁποιονδήποτε ἁμάρτημα δέσῃς καὶ τὸ διακηρύξῃς ὡς ἀσυγχώρητον ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εἶναι δεμένον καὶ ἀσυγχώρητον καὶ εἰς τοὺς οὐρανούς· καὶ ὁποιονδήποτε ἁμάρτημα λύσῃς διὰ συγχωρήσεως ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εἶναι συγχωρημένον καὶ εἰς τοὺς οὐρανούς.
20 τότε διεστείλατο τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός.
Τότε παρήγγειλε μὲ αὐστηρότητα εἰς τοὺς μαθητάς του νὰ μὴ εἶπουν εἰς κανένα, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ Χριστός, ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν εἶχαν ὠριμάσει οἱ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ διακηρυχθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀλήθεια αὐτή.
21 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτη ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι.
Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ὁ Ἰησοῦς νὰ διδάσκῃ σαφῶς καὶ καθαρὰ τοὺς μαθητάς του, ὅτι πρέπει αὐτὸς νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ πάθη πολλὰ ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς καὶ νὰ θανατωθῇ καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν νὰ ἀναστηθῇ.
22 καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο.
Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπῆρεν ἰδιαιτέρως ὁ Πέτρος ἤρχισε ζωηρὰ νὰ τὸν προτρέπῃ καὶ ἔλεγεν· Ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάξῃ ἀπὸ αὐτό, Κύριε. Δὲν πρέπει εἰς σὲ τὸν Μεσσίαν νὰ γίνη αὐτό, ποὺ εἶπες.
23 ὁ δὲ στραφεὶς εἶπε τῷ Πέτρῳ· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Κύριος ὅμως ἔστρεψε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Πέτρον· Πήγαινε ὀπίσω μου καὶ φύγε ἀπὸ ἐμπρός μου, σατανᾶ· μοῦ εἶσαι ἐμπόδιον εἰς τὸν δρόμον τοῦ καθήκοντός μου καὶ πειρασμός. Διότι δὲν φρονεῖς ἐκεῖνα ποὺ ἀρέσουν εἰς τὸν Θεόν, ἀλλ’ ἐκεῖνα ποὺ ἀρέσουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
24 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι.
Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπεν εἰς τοὺς μαθητάς του· Ἐὰν κανένας θέλῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ ὡς ὀπαδός μου, ἄς διακόψῃ κάθε σχέσιν πρὸς τὸν διεφθαρμένον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας ἑαυτόν του καὶ ἂς λάβῃ τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν καὶ θάνατον σταυρικὸν καὶ βίαιον νὰ ὑποστῇ καὶ ἄς μὲ ἀκολουθήσῃ μιμούμενος καθ’ ὅλα τὸ παράδειγμά μου. Μὴ διστάσῃ δὲ νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ θυσίας αὐτάς.
25 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν.
Διότι ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του, αὐτὸς θὰ χάσῃ τὴν πνευματικὴν καὶ μακαρίαν ζωήν. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ ὑπακοήν του πρὸς ἑμέ, θὰ τὴν εὔρῃ εἰς τὸν μέλλοντα βίον, ὅπου θὰ κερδήσῃ τὴν αἰώνιον ζωήν.
26 τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;
Ἡ αἰώνιος δ’ αὕτη ζωὴ εἶναι τὸ πᾶν. Διότι, ποίαν ὠφέλειαν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὁλόκληρον, χάσῃ δὲ τὴν ψυχήν του, ἡ ὁποία ὡς πνευματικὴ καὶ αἰωνία δὲν συγκρίνεται μὲ κανὲν ἀπὸ τὰ ὑλικά του φθαρτοῦ κόσμου ἀγαθά; Ἢ ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος χάσῃ τὴν ψυχήν του, τί θὰ δώσῃ ὡς ἀντάλλαγμα, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἑξαγοράσῃ αὐτὴν ἀπὸ τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν;
27 μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ.
Πράγματι δὲ ὁ κάθε ἄνθρωπος πρόκειται ἢ νὰ χάσῃ ἢ νὰ κερδήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ. Διότι μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔλθῃ περιβεβλημένος τὴν δόξαν τοῦ πατρός του μὲ τοὺς ἀγγέλους του, καὶ τότε θὰ ἀποδώσῃ εἰς ἕκαστον σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του.
28 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.
Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπ’ ἐκείνους ποὺ στέκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δοκιμάσουν θάνατον προτοῦ νὰ ἴδουν μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ καταλύεται μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τοῦ ναοῦ των καὶ μὲ τὸν διασκορπισμὸν τοῦ Ἰσραὴλ ἡ Παλαιὰ θεία τάξις καὶ διαθήκη, διὰ νὰ θεμελιωθῇ μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ ὑπερφυσικὴν ἡ Νέα θεία τάξις ἐν τῷ κόσμῳ, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκπροσωπῇ ἡ Ἐκκλησία ὡς ἄλλη βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς·
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα