ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΝ ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπορεύθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορίμων· οἱ δὲ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπείνασαν, καὶ ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ἐσθίειν.
Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐβάδιζεν ὁ Ἰησοῦς ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου διὰ μέσου τῶν σπαρμένων χωραφιῶν, οἱ δὲ μαθηταί του ἐπείνασαν καὶ ἤρχισαν νὰ μαδοῦν στάχυα καὶ νὰ τρώγουν.
2 οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἰδόντες εἶπον αὐτῷ· ἰδοὺ οἱ μαθηταί σου ποιοῦσιν ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν σαββάτῳ.
Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως, ὅταν εἶδαν αὐτό, τοῦ εἶπαν· Ἰδοὺ οἰ μαθηταί σου κάνουν αὐτό, ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ κάμῃ κανεὶς εἰς ἡμέραν Σαββάτου.
3 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε τί ἐποίησε Δαυΐδ ὅτε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ;
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν εἰς αὐτούς· Δὲν ἀνεγνώσατε, τί ἔκαμεν ὁ Δαβίδ, ὅταν ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἦσαν μαζί του;
4 πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν, οὓς οὐκ ἐξὸν ἦν αὐτῷ φαγεῖν οὐδὲ τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ, εἰ μὴ μόνοις τοῖς ἱερεῦσι;
Πῶς δηλαδὴ ἐμβῆκεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ ἔφαγε τοὺς ἄρτους, ποὺ ἦσαν βαλμένοι ὡς θυσία εἰς τὸν Θεὸν ἐπάνω εἰς τὴν τράπεζαν τῆς σκηνῆς, τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον οὔτε εἰς αὐτόν, οὔτε εἰς ἐκείνους ποὺ ἦσαν μαζί του νὰ φάγουν, ἀλλ’ εἰς μόνους τοὺς ἱερεῖς ἐπετρέπετο τοῦτο; Καὶ ὅμως διότι ἡ ἀνάγκη τὸ ἐπέβαλλεν, οἱ ἀφιερωμένοι εἰς τὸν Θεὸν ἄρτοι ἐχρησιμοποιήθησαν διὰ τὴν διατροφὴν ἀνθρώπων, ποὺ δὲν ἦσαν ἱερεῖς, ὁ Θεὸς δὲ δὲν ὠργίσθη διὰ τοῦτο.
5 ἢ οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῷ νόμῳ ὅτι τοῖς σάββασιν οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἱερῷ τὸ σάββατον βεβηλοῦσι, καὶ ἀναίτιοί εἰσι;
Ἢ διὰ νὰ σᾶς φέρω καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν, δὲν ἀνεγνώσατε εἰς τὸν νόμον, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Σαββάτων οἱ ἱερεῖς μέσα εἰς τὸ ἱερὸν καταλύουν τὸ Σάββατον μὲ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν κάνουν κόπτοντες ξύλα, ἀνάπτοντες φωτιάν, σφάζοντες καὶ τεμαχίζοντες ζῶα, προκειμένου νὰ προσφερθοῦν αἱ θυσίαι; Καὶ ὅμως διὰ τὰς ἐργασίας των αὐτὰς εἶναι ἀνεύθυνοι καὶ ἀκατηγόρητοι.
6 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι τοῦ ἱεροῦ μεῖζόν ἐστιν ὧδε.
Σᾶς λέγω δέ, ὅτι ἐδῶ εἶναι παραπάνω ἀπὸ τὸν ναόν, διότι οἱ μαθηταί μου, τοὺς ὁποίους κατηγορεῖτε, ἔμειναν νηστικοὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἐμοῦ, ποὺ εἶμαι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ναόν.
7 εἰ δὲ ἐγνώκειτε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν, οὐκ ἅν κατεδικάσατε τοὺς ἀναιτίους.
Ἐὰν δὲ εἶχατε κατανοήσει, τὶ σημαίνει, θέλω εὔσπλαγχνον διάθεσιν καὶ συμπάθειαν καὶ ὄχι θυσίαν, ποὺ δὲν συνοδεύεται ἀπὸ πραγματικὴν ἀφοσίωσιν καὶ εἰλικρινῆ ἀγάπην, δὲν θὰ κατεδικάζατε τοὺς ἀθῷους καὶ ἐλευθέρους κατηγορίας μαθητάς μου.
8 κύριος γάρ ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου.
Πράγματι δὲ εἶναι ἀθῷοι καὶ ἀκατηγόρητοι οἱ μαθηταί μου, διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κύριος καὶ τοῦ Σαββάτου. Τὸ Σάββατον εἶναι θεσμὸς παιδαγωγικὸς καὶ ἰσχύει, μέχρις ποὺ ὁ ἄνθρωπος φθάσῃ εἰς ἠθικὴν τελειότητα. Ἐγὼ δέ, ποὺ εἶμαι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπρόσωπος τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ὁ τέλειος ἄνθρωπος, ἔχω ἐξουσίαν ἀκόμη καὶ τὸν θεσμὸν τοῦ Σαββάτου νὰ τροποποιήσω. Ὅ,τι δὲ ἔκαμαν οἱ μαθηταί μου τὸ ἔκαμαν μὲ τὴν σιωπηρὰν συγκατάθεσίν μου.
9 Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν.
Καὶ ἀφοῦ ἔφυγεν ἀπ’ ἐκεῖ, ὅπου ἔγινεν ἡ συζήτησις αὐτή, ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγήν τους.
10 καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος ἦν ἐκεῖ τὴν χεῖρα ἔχων ξηράν· καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἔξεστι τοῖς σάββασι θεραπεύειν; ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.
Καὶ ἰδοὺ ἦτο ἐκεῖ ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε ξηρὸν καὶ ἀκίνητον τὸ χέρι του. Καὶ τὸν ἠρώτησαν λέγοντες· Ἐὰν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὸν νόμον νὰ ἐνεργῇ κανεὶς θεραπείας κατὰ τὰ Σάββατα; Καὶ τὸν ἠρώτησαν ὅχι διὰ νὰ διδαχθοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν κατηγορήσουν διὰ τὴν ἀπάντησιν, ποὺ θὰ ἔδιδεν.
11 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τίς ἔσται ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος ὃς ἕξει πρόβατον ἕν, καὶ ἐὰν ἐμπέσῃ τοῦτο τοῖς σάββασιν εἰς βόθυνον, οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγερεῖ;
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν εἰς αὐτούς· Ποῖος ἄνθρωπος ἀπὸ σᾶς θὰ εὑρεθῇ, ποὺ θὰ ἔχῃ ἔνα πρόβατον, καὶ ἐὰν πέσῃ τοῦτο εἰς ἡμέραν Σαββάτου μέσα εἰς λάκκον, δὲν θὰ τὸ πιάσῃ καὶ δὲν θὰ τὸ σηκώσῃ;
12 πόσῳ οὖν διαφέρει ἄνθρωπος προβάτου; ὥστε ἔξεστι τοῖς σάββασι καλῶς ποιεῖν.
Πόσον λοιπὸν διαφέρει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ πρόβατον; Ἀναμφιβόλως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσυγκρίτως τιμιώτερος ἀπὸ τὸ πρόβατον. Ὥστε ἐπιτρέπεται κατὰ τὰς ἡμέρας Σαββάτων νὰ κάμνῃ κανεὶς τὸ καλὸν καὶ εἰς ζῶα, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον εἰς ἀνθρώπους.
13 τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα· καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.
Τότε λέγει εἰς τὸν ἄνθρωπον· Ἄπλωσε τὸ χέρι σου. Καὶ ἐκεῖνος μολονότι ἀπὸ τὴν ἀσθένειάν του ἐδυσκολεύετο νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅμως φανερώνων τὴν πίστιν του κατέβαλε προσπάθειαν καὶ τὸ ἄπλωσε καὶ ἐπανῆλθε τὸ χέρι εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν, ὑγιὲς σὰν τὸ ἄλλο.
14 ἐξελθόντες δὲ οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον κατ᾿ αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν.
Ἀφοῦ δὲ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν συναγωγὴν οἱ Φαρισαῖοι, συνεσκέφθησαν ἐναντίον του, μὲ ποῖον τρόπον νὰ τὸν θανατώσουν.
15 Ὁ δὲ Ἰησοῦς γνοὺς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν· καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας,
Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἔμαθε τὰ σχέδια των καὶ ἀνεχώρησεν ἀπ’ ἐκεῖ· καὶ ἠκολούθησαν αὐτὸν πλήθη λαοῦ πολλὰ καὶ ἐθεράπευσεν ὅλους, ὅσοι ἦσαν ἀσθενεῖς.
16 καὶ ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα μὴ φανερὸν ποιήσωσιν αὐτόν,
Καὶ ἐντόνως παρήγγειλεν εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ τὸν φανερώσουν, ὅτι ἐργάζεται τόσα καὶ τέτοια θαύματα·
17 ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος·
διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἐπαληθεύσῃ ἐκεῖνο, ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ προφήτου Ἡσαΐου, ὁ ὁποῖος εἶπεν·
18 ἰδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ·
Ἰδοὺ ὁ ἀπεσταλμένος μου, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα, ὁ ἀγαπητός μου καὶ μονάκριβός μου, εἰς τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθη ἡ ψυχή μου· θὰ βάλω τὸ Πνεῦμα μου ἐπάνω του, καὶ θὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὰ ἔθνη νέον τέλειον νόμον.
19 οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνήν αὐτοῦ.
Δὲν θὰ φιλονεικήσῃ, οὔτε θὰ βγάλῃ παραφόρους κραυγάς, οὔτε θὰ ἀκούσῃ κανεὶς τὴν φωνήν του εἰς τὰς δημοσίας πλατείας, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς δημαγωγούς, ποὺ διὰ σκοποὺς ἰδιοτελεῖς ξεσηκώνουν τὸν λαὸν εἰς θορυβώδη συλλαλητήρια.
20 κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει, ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν·
Ψυχάς, ποὺ ὁμοιάζουν μὲ τσακισμένον κάλαμον, δὲν θὰ συντρίψῃ, καὶ καρδίας, εἰς τὰς ὁποίας ὁ θεῖος φωτισμὸς πλησιάζει νὰ σβεσθῇ, ὥστε νὰ ὁμοιάζουν αὐταὶ πρὸς φυτίλι ποὺ καπνίζει, δὲν θὰ σβήσῃ, ἕως ὅτου νὰ κάμῃ νικητὴν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἐπικρατήσῃ οὖτος εἰς τὰς καρδίας ὅλων.
21 καὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι.
Καὶ εἰς τὸ ὅνομά του ὡς Μεσσίου καὶ Σωτῆρος οἱ ἐθνικοὶ θὰ στηρίξουν τὰς πρὸς σωτηρίαν ἐλπίδας των.
22 Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ κωφός, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτόν, ὥστε τὸν τυφλὸν καὶ κωφὸν καὶ λαλεῖν καὶ βλέπειν·
Τότε τοῦ ἔφεραν ἕνα δαιμονιζόμενον, ποὺ ἤταν συγχρόνως τυφλὸς καὶ κουφός. Καὶ τὸν ἐθεράπευσεν, ὥστε ὁ τυφλὸς καὶ κουφὸς καὶ ὡμίλει καὶ ἔβλεπε.
23 καὶ ἐξίσταντο πάντες οἱ ὄχλοι καὶ ἔλεγον· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς Δαυΐδ;
Καὶ ἐξεπλήττοντο ὅλα τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ καὶ ἔλεγον· Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ ἀναμενόμενος ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ, ὁ Μεσσίας;
24 οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες εἶπον· οὗτος οὐκ ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια εἰμὴ ἐν τῷ Βεελζεβούλ, ἄρχοντι τῶν δαιμονίων.
Οἱ δὲ Φαρισαῖοι, ὅταν ἤκουσαν τί ἔλεγεν ὁ λαός, ἐφθόνησαν τὴν δόξαν τοῦ Χριστοῦ καὶ εἶπαν διὰ νὰ ἐξουδετέρωσουν τὴν ἐντύπωσιν, ποὺ ἐπροκάλουν τὰ θαύματά του: Αὐτὸς δὲν βγάζει τὰ δαιμόνια παρὰ μὲ τὴν βοήθειαν καὶ δύναμιν τοῦ Βεελζεβούλ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄρχων τῶν δαιμονίων.
25 εἰδὼς δὲ ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς· πᾶσα βασιλεία μερισθεῖσα καθ᾿ ἑαυτὴν ἐρημοῦται, καὶ πᾶσα πόλις ἢ οἰκία μερισθεῖσα καθ᾿ ἑαυτὴν οὐ σταθήσεται.
Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἐγνώρισε τὰς ἀποκρύφους σκέψεις των καὶ τοὺς εἶπε· Κάθε βασίλειον, τὸ ὁποῖον ἐχωρίσθη εἰς κόμματα ἐχθρικά, ὥστε δι’ ἐμφυλίου πολέμου νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, καταλήγει εἰς τελείαν ἐρήμωσιν. Καὶ κάθε πόλις ἡ οἰκία, ποὺ διῃρέθη κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ της, δὲν θὰ σταθῇ, ἀλλὰ θὰ πέσῃ καὶ θὰ ἑξαφανισθῇ.
26 καὶ εἰ ὁ σατανᾶς τὸν σατανᾶν ἐκβάλλει, ἐφ᾿ ἑαυτὸν ἐμερίσθη· πῶς οὖν σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ;
Καὶ ἐὰν ὁ σατανᾶς, ὁ ἄρχων τῶν δαιμονίων, βγάζῃ διὰ τῆς βίας τὸν σατανᾶν, διῃρέθη κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του. Πῶς λοιπὸν θὰ σταθῇ καὶ δὲν θὰ πέσῃ ἡ βασιλεία του;
27 καὶ εἰ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβαλοῦσι; διὰ τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ἔσονται ὑμῶν.
Καὶ ἐὰν ἑγὼ μὲ τὴν συνέργειαν τοῦ Βεελζεβοὺλ βγάζω δαιμόνια, οἱ μαθηταὶ καὶ τὰ πνευματικά σας τέκνα, ποὺ ἐξορκίζουν δαιμόνια, μὲ τὴν δύναμιν ποίου τὰ βγάζουν; Διὰ τοῦτο αὐτοί, τοὺς ὁποίους δὲν κατηγορεῖτε, ἀλλ’ ἀφίνετε ἐλεύθερα νὰ ἐξορκίζουν, θὰ εἶναι δικασταί, ποὺ θὰ καταδικάσουν τὴν ὑποκρισίαν καὶ τὸν φθόνον σας.
28 εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Πνεύματι Θεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν ὅμως ἐγὼ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ βγάζω τὰ δαιμόνια, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὑπερφυσικὸν αὐτὸ γεγονός, ὅτι κατέφθασε καὶ ἔπεσεν ἐπάνω σας ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
29 ἢ πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν; καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει.
Ἢ ἂν δὲν σᾶς πείθῃ ἡ ἀπόδειξις αὐτή, σᾶς ἐρωτῶ: Πῶς ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἔμβῃ εἰς τὸ σπίτι τοῦ δυνατοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἁρπάσῃ τοὺς δαιμονιζομένους, ποὺ τοὺς κατέχει σὰν ἄψυχα σκεύη, ἐὰν δὲν κατανικήσῃ καὶ δὲν δέσῃ προτήτερα τὸν ἰσχυρόν; Καὶ τότε θὰ διαρπάσῃ τὸ σπίτι του. Ἡ δύναμις τοῦ διαβόλου λοιπὸν ὅχι μόνον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ ἑμέ, ἀλλὰ τουναντίον κατενικήθη καὶ ἐξεμηδενίσθη ἀπὸ τὴν δύναμίν μου.
30 ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζει.
Συμβιβασμοὺς μὲ τὴν παράταξιν τοῦ διαβόλου δὲν δέχομαι. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι μαζί μου, εἶναι ἐναντίον μου. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν μαζεύει μαζὶ μὲ ἑμὲ τὰ πνευματικὰ πρόβατά μου, αὐτὸς σὰν ἄλλος λύκος τὰ σκορπίζει.
31 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις·
Ἐπειδὴ δὲ σεῖς σκορπίζετε μετὰ τοῦ σατανᾶ, δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία θὰ συγχωρηθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἐφ’ ὅσον θὰ μετανοήσουν. Τὸ νὰ ἀποδίδει ὅμως κανεὶς τὰς πασιφανεῖς ἐνεργείας του Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸ πονηρὸν πνεῦμα καὶ ἀπὸ πώρωσιν ἐσωτερικὴν νὰ συκοφαντῇ τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔτσι νὰ βλασφημῇ αὐτό, ἀποτελεῖ ἁμαρτίαν, ποὺ δὲν θὰ συγχωρηθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους.
32 καὶ ὃς ἐὰν εἴπῃ λόγον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι.
Καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ εἴπῃ λόγον ἐναντίον τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, σκανδαλιζόμενος ἀπὸ τὸ ἀσθενὲς φαινόμενον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του, θὰ συγχωρηθῇ, διότι ἐνδέχεται νὰ μετανοήσῃ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ εἴπῃ βλάσφημον λόγον κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀποδίδων ἐθελοκακῶς καὶ ἐκ πωρώσεως τὰς φανερὰς ἐνεργείας του Πνεύματος εἰς τὸν Βεελζεβούλ, ἐσκληρύνθη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετανοήσῃ, δι’ αὐτὸ δὲ δὲν θὰ συγχωρηθῇ οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν οὔτε εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν, ἀλλὰ θὰ τιμωρηθῇ καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ.
33 Ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον καλόν, καὶ τὸν καρπόν αὐτοῦ καλὸν ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον σαπρόν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ σαπρόν· ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται.
Ποῖος εἶμαι ἑγὼ καὶ ἐὰν πράγματι συνεργάζωμαι μὲ τὸν σατανᾶν, φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὰ ἔργα μου καὶ τὴν ὅλην ζωήν μου. Ἢ παραδεχθῆτε καὶ διακηρύξατε τὸ δένδρον, ὅτι εἶναι καλὸν καὶ ὁ καρπὸς αὐτοῦ καλός, ἢ διακηρύξατε τὸ δένδρον κακὸν καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ κακόν. Διότι ἀπὸ τὸν καρπόν του διακρίνεται, τί εἴδους εἶναι τὸ δένδρον. Καὶ ἀπὸ τὰ ἔργα μου λοιπόν, τὰ ὁποῖα δέχεσθε, ὅτι εἶναι ἔργα εὐεργετικὰ καὶ ἀγαθά, ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχω καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν δύναμιν τοῦ πονηροῦ.
34 γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς δύνασθε ἀγαθὰ λαλεῖν πονηροὶ ὄντες; ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ.
Ἀπόγονοι φαρμακερῶν ὀχιῶν, πῶς μπορεῖτε σεῖς νὰ λέγετε καλοὺς καὶ ἀγαθοὺς λόγους, ἀφοῦ εἶσθε πονηροὶ καὶ ἐξ ὁλοκλήρου διεφθαρμένοι; Τοῦτο εἶναι ἠθικῶς ἀδύνατον. Διότι τὸ στόμα ὁμιλεῖ ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι γεμᾶτη ἡ ψυχὴ καὶ ὑπερεκχειλίζουν εἰς αὐτήν.
35 ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει πονηρά.
Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει τὴν ψυχήν του πολύτιμον θησαυροφυλάκιον ἀγαθῶν σκέψεων καὶ συναισθημάτων, καὶ βγάζει ἀπ’ ἐκεῖ ἀγαθοὺς λόγους. Καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν πονηρὸν θησαυρὸν τῶν φαύλων διανοημάτων καὶ ἐπιθυμιῶν του βγάζει πονηρὰ καὶ φαρμακερὰ καὶ βλάσφημα λόγια.
36 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως·
Διὰ νὰ καταλάβετε δὲ πόσον αὐστηρὰ θὰ κριθῆτε διὰ τὰ βλάσφημα καὶ συκοφαντικὰ λόγια σας, σᾶς λέγω, ὅτι διὰ κάθε λόγον περιττὸν καὶ ἀνωφελῆ, τὸν ὁποῖον θὰ εἴπουν τυχόν οἰ ἄνθρωποι, θὰ δώσουν λόγον δι’ αὐτὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως.
37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ.
Διότι ἀπὸ τοὺς καλούς σου λόγους θὰ δικαιωθῇς, καὶ ἀπὸ τοὺς πονηρούς σου λόγους θὰ καταδικασθῇς.
38 Τότε ἀπεκρίθησάν τινες τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἀπὸ σοῦ σημεῖον ἰδεῖν.
Τότε ἔλαβαν τὸν λόγον μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους καὶ εἶπαν· Διδάσκαλε, θέλομεν νὰ ἴδωμεν ἀπὸ σὲ κάποιο ἐξαιρετικὸν καὶ καταπληκτικὸν θαῦμα, ποὺ νὰ μαρτυρῇ τὴν ἀποστολήν σου.
39 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰμὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπε· Γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλίς, ποὺ ἐπρόδωκε τὴν πίστιν της πρὸς τὸν οὐράνιον Νυμφίον, ἐπιμένει νὰ ζητῇ θαῦμα, ποὺ νὰ δεικνύῃ φανερώτερον τὴν ἀποστολήν μου. Ἀλλὰ τέτοιο θαῦμα δὲν θὰ τῆς δοθῇ, παρὰ τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖον προετυπώνετο καὶ προεικονίζετο ἀπὸ τὸ θαῦμα Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.
40 ὥσπερ γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας.
Διότι, καθὼς τότε ὁ Ἰωνᾶς ἦτο μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέσα εἰς τὸν τάφον καὶ τὰ βάθη τῆς γῆς ἐπὶ τρία ἡμερονύκτια.
41 ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.
Ἄνδρες Νινεῖται θὰ ἀναστηθοῦν εἰς τὴν μέλλουσαν κρίσιν μαζὶ μὲ τὴν γενεὰν αὐτὴν καὶ θὰ κατακρίνουν αὐτήν. Διότι ἐκεῖνοι, καίτοι ἦσαν ἀλλοεθνεῖς καὶ εἰδωλολάτραι, μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωνᾶ, ὁ ὁποῖος καὶ ξένος ἦτο καὶ κανὲν θαῦμα δὲν ἔκανεν εἰς αὐτούς. Καὶ ἰδοὺ ἐδῶ πολὺ περισσότερα συντείνουν εἰς τὸ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἰδικόν μου κήρυγμα παρ’ ὅσα συνέτρεχον διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωνᾶ. Διότι πρὸ ἑμοῦ οἰ προφῆται σᾶς ἐγνώρισαν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ σᾶς προανήγγειλαν τὴν ἔλευσίν μου, καὶ ἑγὼ ἐπὶ μακρὸν σᾶς κηρύττω καὶ μὲ θαύματα καταπληκτικὰ σᾶς ἀποδεικνύω, ὅτι δὲν εἶμαι ἀπλοῦς προφήτης.
42 βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶντος ὧδε.
Ἡ βασίλισσα τῆς νοτιοδυτικῆς Ἀραβίας, τῆς χώρας Σαβά, θὰ ἀναστηθῇ κατὰ τὴν ἐσχάτην κρίσιν μαζὶ μὲ τὴν γενεὰν αὐτὴν καὶ θὰ τὴν κατακρίνῃ. Διότι ἦλθεν ἡ βασίλισσα αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου νὰ ἀκούσῃ τὴν σοφίαν τοῦ Σολομῶντος, μολονότι ἦτο γυνὴ καὶ δὲν ἐγνώριζε τὸν ἀληθινὸν Θεόν. Καὶ ἰδοὺ ἐδῶ εἶναι περισσότερον ἀπὸ τὸν Σολομώντα, ἀφοῦ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁπλῶς σοφός, ὅπως ἦτο ἐκεῖνος, ἀλλ’ εἶμαι αὐτὴ ἡ ἐνσάρκωσις τῆς θείας Σοφίας.
43 Ὃταν δὲ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾿ ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ οὐχ εὑρίσκει.
Τῆς ἀπίστου δὲ καὶ σκληροκαρδίου γενεὰς τὸ τέλος θὰ εἶναι κάκιστον. Διότι ὅταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα βγῇ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ὁπωσδήποτε μετενόησε, περνᾶ ἀπὸ τόπους, ποὺ δὲν ἔχουν νερὸ καὶ ζητεῖ ἀνάπαυσιν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκει αὐτήν. Ἀνάπαυσιν εὑρίσκει, ὅταν κακοποιῇ καὶ κυριεύῃ τὸν ἄνθρωπον.
44 τότε λέγει· εἰς τὸν οἶκόν μου ἐπιστρέψω ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σχολάζοντα καὶ σεσαρωμένων καὶ κεκοσμημένον.
Τότε λέγει· θὰ γυρίσω πάλιν εἰς τὸ σπίτι μου, εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐβγῆκα. Καὶ ὅταν ἔλθη, εὑρίσκει τὸ σπίτι ἀδειανὸν καὶ σαρωμένον καὶ στολισμένον. Εὑρίσκει δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον ἀμέριμνον καὶ μὴ ἐργαζόμενον, ἀλλὰ διατεθειμένον νὰ δεχθῇ πάλιν τὸν παλαιὸν ἐπισκέπτην καὶ γνώριμον.
45 τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει μεθ᾿ ἑαυτοῦ ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ τῇ γενεᾷ τῇ πονηρᾷ ταύτῃ.
Τότε πηγαίνει καὶ παραλαμβάνει μαζί του πολλὰ ἄλλα πνεύματα πονηρότερα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀφοῦ ἔμβῃ πάλιν μαζὶ μὲ αὐτά, κατοικεῖ πλέον μονίμως ἐκεῖ. Καὶ γίνεται ἡ ἐσχάτη αὐτὴ κατάστασις τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χειροτέρα ἀπὸ τὴν πρώτην. Ἔτσι θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὴν πονηρὰν ταύτην γενεάν, ἡ ὁποία ἐφάνη πρὸς στιγμήν, ὅτι μετενόησεν ἀπὸ τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν καὶ τοῦ Ἰωάννου, ἀλλὰ ὅταν ἠκούσθη τὸ κήρυγμα τοῦ Μεσσίου, ἔδειξε πάλιν τὴν αὐτὴν ἀδιόρθωτον γνώμην.
46 Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ.
Ἐνῷ δὲ αὐτὸς ὡμίλει πρὸς τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἰδοὺ ἡ μητέρα του καὶ οἰ νομιζόμενοι ἀδελφοί του ἐστέκοντο ἔξω καὶ ἐζητοῦσαν νὰ τοῦ ὁμιλήσουν.
47 εἶπε δέ τις αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν.
Εἶπε δὲ κάποιος πρὸς αὐτόν· Νά, ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου στέκουν ἔξω καὶ ζητοῦν νὰ σοῦ ὁμιλήσουν.
48 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ λέγοντι αὐτῷ· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου;
Ὁ δὲ Κύριος ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν εἰς ἐκεῖνον, ποὺ τοῦ εἶπε τοῦτο· Ποῖα εἶναι ἡ μητέρα μου καὶ ποῖοι εἶναι οἰ ἀδελφοί μου;
49 καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη· ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου·
Καὶ ἀφοῦ ἥπλωσε τὴν χεῖρα του ἐπάνω εἰς τοὺς μαθητάς του, εἶπε· Ἰδοὺ ἡ μητέρα μου καὶ οἰ ἀδελφοί μου. Εἶναι αὐτοί, καίτοι δὲν ἔχω σαρκικὴν συγγένειαν πρὸς τούτους.
50 ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν.
Διότι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ κάμῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς, αὐτὸς εἶναι ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μητέρα μου.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα