ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν.
Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε τοὺς δώδεκα μαθητάς του, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἐξουσίαν καὶ δύναμιν ἐπὶ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων, ὥστε νὰ τὰ βγάζουν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ θεραπεύουν κάθε εἶδος ἀσθενείας καὶ κακοδιαθεσίας.
2 Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά εἰσι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ,
Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματα εἶναι αὐτά· πρῶτος καταριθμεῖται ὁ Σίμων, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀκολούθων του ὠνομάζετο Πέτρος, καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφός του, Ἰάκωβος ὁ υἱὸς Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφός του,
3 Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος,
Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος, ποὺ διετέλεσε τελώνης, Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀλφαίου καὶ Λεββαῖος, ὁ ὁποῖος ἐπωνομάσθη Θαδδαῖος,
4 Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν.
Σίμων ὁ Κανανίτης, ἤτοι ὁ ζηλωτής, καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν παρέδωκεν εἰς τοὺς ἐχθρούς του διὰ νὰ τὸν θανατώσουν.
5 Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε·
Τοὺς δώδεκα αὐτοὺς ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς ἔδωκε παραγγελίας λέγων· Εἰς δρόμον, ποὺ θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς χώραν κατοικουμένην ἀπὸ εἰδωλολάτρας, νὰ μὴ μεταβῆτε, καὶ εἰς πόλιν, ποὺ ἀνήκει εἰς Σαμαρείτας, νὰ μὴ ἔμβητε.
6 πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ.
Πηγαίνετε δὲ καλύτερα εἰς τὰ χαμένα πρόβατα, ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἰσραήλ.
7 πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἐκεῖ δέ, ποὺ πηγαίνετε, κηρύττετε λέγοντες, ὅτι ἐπλησίασεν ἡ ἐπὶ τῆς γῆς ἔλευσις καὶ ἐγκαθίδρυσις τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Μετ’ ὀλίγον ἱδρύεται ἡ Ἐκκλησία, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ κηρύγματος τοῦ εὐαγγελίου καὶ τῆς χάριτος τῶν μυστηρίων θὰ μεταδίδεται εἰς τοὺς πιστοὺς ἡ θεία ζωὴ τῆς ἐπουρανίου βασιλείας.
8 ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.
Πρὸς ἐπιβεβαίωσιν δὲ τοῦ κηρύγματός σας, σᾶς δίδω ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ θεραπεύετε ἀσθενεῖς, νὰ καθαρίζετε λεπρούς, νὰ ἀνασταίνετε νεκρούς, νὰ ἐκβάλλετε δαιμόνια. Δωρεὰν ἐλάβατε τὴν χάριν αὐτὴν τῆς θαυματουργίας, δωρεὰν καὶ χωρὶς νὰ λαμβάνετε χρήματα δώσατέ την καὶ σεῖς.
9 μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν,
Μὴ ἀποκτήσετε χρυσᾶ, οὔτε ἀργυρᾶ, οὔτε χαλκᾶ νομίσματα, τὰ ὁποῖα νὰ φυλάττετε εἰς τὰς ζώνας σας.
10 μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ράβδον· ἄξιος γάρ ἐστιν ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ.
Οὔτε σάκκον ν’ ἀποκτήσετε διὰ νὰ βάζετε εἰς αὐτὸν ψωμὶ διὰ τὸν δρόμον, ποὺ θὰ κάμετε. Οὔτε δύο ὑποκάμισα, οὔτε ὑποδήματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πέδιλα, ποὺ θὰ φορῆτε, ἀλλ’ οὔτε καὶ ράβδον. Σᾶς εἶναι περιττὰ αὐτά. Διότι εἶσθε ἐργάται, ποὺ ἐργάζεσθε διὰ τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ἐργάτης εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ τὴν τροφήν του ἀπὸ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους μοχθεῖ.
11 εἰς ἣν δ᾿ ἂν πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν αὐτῇ ἄξιός ἐστι, κἀκεῖ μείνατε ἕως ἂν ἐξέλθητε.
Εἰς ὅποιαν δὲ πόλιν ἢ χωρίον μεταβῆτε, ἐξετάσατε ποῖος εἶναι εἰς αὐτὴν μὲ καλὴν ὑπόληψιν ἄξιος νὰ σᾶς φιλοξενήσῃ. Καὶ εἰς τὸ σπίτι ἐκείνου μείνατε, ἕως ὅτου ἀναχωρήσετε ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην.
12 εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ.
Ὅταν δὲ ἐμβαίνετε εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ σᾶς τὸν ἐσύστησαν ὡς ἄξιον, δώσατε χαιρετισμὸν καὶ εὐχὴν εἰς αὐτὸ λέγοντες· Ἂς ἔλθῃ εἰρήνη εἰς τὸ σπίτι αὐτό.
13 ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ' αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω.
Καὶ ἐὰν μὲν οἱ κατοικοῦντες εἰς τὸ σπίτι αὐτὸ ἀποδειχθοῦν ἄξιοι τοῦ εὐαγγελίου διὰ τῆς πίστεως μὲ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ δεχθοῦν, ἂς ἔλθῃ ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν τοῦ ηὐχήθητε, εἰς αὐτούς. Ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἄξιοι, ἡ εἰρήνη σας ἂς ἐπιστρέψῃ εἰς σᾶς καὶ ἂς αὐξηθῇ ἔτσι ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν ἔχετε.
14 καὶ ὃς ἐὰν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν.
Καὶ ὅποιος δὲν σᾶς δεχθῇ μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους σας, καθὼς θὰ βγαίνετε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, ποὺ δὲν σᾶς ἐδέχθη, τινάξατε καλὰ τὴν σκόνην, ποὺ ἐπῆραν τὰ πόδια σας ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὥστε τίποτε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μὴ μείνῃ ἐπάνω σας, ἀλλὰ καὶ εἰς σημεῖον, ὅτι δὲν ἔχετε πλέον καμμίαν σχέσιν μαζί των.
15 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.
Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως θὰ εἶναι περισσότερον ἐπιεικὴς ἡ τιμωρία δι’ ἐκείνους, ποὺ ἔζησαν εἰς τὴν χώραν τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρρων, παρὰ διὰ τὴν πόλιν ἐκείνην, ποὺ δὲν ἐδέχθη τοὺς ἀπεσταλμένους μου.
16 ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων· γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί.
Ἰδοὺ ἑγὼ ὁ Κύριός σας σᾶς στέλλω διὰ νὰ εἶσθε σὰν πρόβατα ἥμερα ἐν μέσῳ αἱμοβόρων λύκων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁμοιάζουν οἱ ἐχθροὶ τοῦ εὐαγγελίου, οἱ κυριευμένοι ἀπὸ τὰ ἄγρια πάθη τῆς σαρκός. Ἀφοῦ λοιπὸν τόσον δεινὴ θὰ εἶναι ἡ θέσις σας, φροντίσατε νὰ εἶσθε φρόνιμοι σὰν τὰ φίδια, ὥστε νὰ μὴ ἐκθέτετε τὸν ἑαυτόν σας εἰς ἀνωφελεῖς καὶ ἀνοήτους κινδύνους, καὶ ἄκακοι καὶ ἁπλοῖ σὰν τὰς περιστεράς.
17 Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν μαστιγώσουσιν ὑμᾶς·
Ἔχοντες δὲ ὡς μόνον ὅπλον τὴν φρόνησιν καὶ ἀκακίαν αὐτήν, προφυλάττεσθε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Διότι θὰ σᾶς παραδώσουν εἰς συνέδρια διὰ νὰ καταδικασθῆτε ἀπὸ αὐτὰ καὶ εἰς τὰς συναγωγάς των ἐπὶ παρουσία τοῦ λαοῦ θὰ σᾶς μαστιγώσουν.
18 καὶ ἐπὶ ἡγεμόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν.
Καὶ εἰς ἡγεμόνας δὲ καὶ εἰς βασιλεῖς θὰ σᾶς σύρουν ὠς κατηγορουμένους δι’ ἐμέ, διὰ νὰ δώσετε μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ, ποὺ νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἐθνικοί, ὥστε νὰ μὴ προφασίζωνται ὕστερον, ὅτι δὲν ἤκουσαν κήρυγμα.
19 ὅταν δὲ παραδώσωσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσετε· δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε.
Ὅταν δὲ σᾶς παραδώσουν διὰ νὰ προσαχθῆτε εἰς δικαστήρια ἢ βασιλεῖς, μὴ ζαλισθῆτε ἀπὸ τὴν ταραχώδη φροντίδα περὶ τοῦ πῶς θὰ ὁμιλήσετε ἢ τί θὰ εἴπετε. Διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν τῆς ἀπολογίας σας θὰ σᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν τί θὰ εἴπετε.
20 οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν.
Θὰ σᾶς δοθῇ δὲ τί νὰ εἴπετε, διότι δὲν θὰ εἶσθε σεῖς, ποὺ θὰ ὁμιλῆτε τότε, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ χάριν Πατέρας σας. Τὸ Πνεῦμα αὐτὸ θὰ λαλῇ μεταχειριζόμενον ὡς ὅργανά του σας.
21 Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς·
Δὲν θὰ εἶναι δὲ μόνον οἱ ξένοι ἐναντίον σας, ἀλλὰ καὶ οἰ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ σας. Θὰ παραδώσῃ εἰς θάνατον ὁ ἀδελφὸς ὁ ἄπιστος τὸν ἀδελφόν του, ποὺ ἐπίστευσεν εἰς τὸ εὐαγγέλιον, καὶ ὁ πατέρας ὁ ἄπιστος τὸ τέκνον του, ποὺ ἐπίστευσε, καὶ θὰ ἐπαναστατήσουν τὰ ἄπιστα παιδιὰ κατὰ τῶν πιστῶν γονέων τους διὰ νὰ τοὺς θανατώσουν.
22 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.
Καὶ θὰ μισῆσθε ἑξακολουθητικῶς ἀπὸ ὅλους δι’ ἐμέ. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ εἰς τὰς δοκιμασίας αὐτὰς θὰ δείξῃ ὑπομονὴν μέχρι τέλους, αὐτὸς θὰ σωθῇ.
23 ὅταν δὲ διώκωσιν ὑμᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, φεύγετε εἰς τὴν ἄλλην· ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅταν δὲ σᾶς διώχνουν εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, φεύγετε καὶ πηγαίνετε εἰς τὴν ἄλλην, διὰ νὰ ἑξακολουθήσετε ἐκεῖ τὸ ἔργον σας. Μὴ σᾶς περάσῃ δὲ ἀπὸ τὸν νοῦν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μὴ σᾶς ὑπολειφθοῦν πλέον πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας νὰ καταφεύγετε, ὅταν θὰ σᾶς διώχνουν. Διότι ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ προφθάσετε νὰ περιέλθετε ὅλας τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραήλ, ἕως ὅτου ἐπέλθῃ ἡ δικαία κρίσις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς διώκτας σας.
24 Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ.
Μὴ παραξενεύεσθε δὲ ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς αὐτούς. Κάθε μαθητής, ἐνόσῳ ἑξακολουθεῖ νὰ εἶναι μαθητής, δὲν εἶναι ποτὲ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν διδάσκαλόν του· οὔτε κανεὶς δοῦλος εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του.
25 ἀρκετὸν τῷ μαθητῇ ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ, καὶ τῷ δούλῳ ὡς ὁ κύριος αὐτοῦ. εἰ τὸν οἰκοδεσπότην Βεελζεβοὺλ ἐκάλεσαν, πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκιακοὺς αὐτοῦ;
Εἶναι ἀρκετὸν εἰς τὸν μαθητὴν νὰ λάβῃ τὴν ἰδίαν τύχην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ διδάσκαλός του· καὶ πρέπει νὰ μένῃ ἰκανοποιημένος ὁ δοῦλος, ἐὰν λάβῃ τὴν αὐτὴν τύχην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κύριός του. Καὶ ἑμέ, ποὺ εἶμαι ὁ διδάσκαλός σας καὶ κύριός σας, δὲν μὲ καταδιώκουν; Ἐὰν ἑμέ, ποὺ εἶμαι νοικοκύρης εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐκάλεσαν Βεελζεβούλ, ἄρχοντα τῶν δαιμονίων δηλαδή, πόσῳ μᾶλλον θὰ καλέσουν ἔτσι σᾶς, ποὺ εἶσθε οἱ οἰκιακοί μου;
26 μὴ οὖν φοβηθῆτε αὐτούς· οὐδὲν γάρ ἐστι κεκαλυμμένον ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται.
Ἀφοῦ δὲ ἀπὸ προτήτερα ξεύρετε, ὅτι ὅπως ἐδίωξαν καὶ ἐσυκοφάντησαν ἑμέ, ἔτσι θὰ διώξουν καὶ θὰ συκοφαντήσουν καὶ σᾶς, λοιπὸν μὴ φοβηθῆτε αὐτούς. Ὁποίαν συκοφαντίαν καὶ ἂν εἴπουν ἐναντίον σας, γρήγορα θὰ καταπέσῃ. Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε σκεπασμένον, ποὺ νὰ μὴ ξεσκεπασθῇ, καὶ τίποτε κρυφόν, ποὺ νὰ μὴ γίνῃ γνωστόν. Καὶ τὸ εὐαγγέλιον λοιπόν, ἐὰν τώρα εἶναι γνωστὸν εἰς ὀλίγους μόνον, εἰς τοὺς πολλοὺς δὲ εἶναι ἄγνωστον καὶ σκεπασμένον, θὰ γίνῃ γνωστὸν μὲ τὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ φανερωθῇ ἡ ἀλήθειά του, τότε δὲ καὶ αἱ συκοφαντίαι ποὺ θὰ εἴπουν ἐναντίον σας καὶ κατὰ τοῦ κηρύγματός σας, θὰ καταπέσουν.
27 ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ, εἴπατε ἐν τῷ φωτί, καὶ ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων.
Ἐκεῖνο ποὺ τώρα σᾶς λέγω ἰδιαιτέρως, εἴπατέ το δημοσίᾳ. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀκούετε τώρα μυστικὰ εἰς τὸ αὐτί, κηρύξατέ το ἀπὸ τὶς ταράτσες, ὥστε νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλοι.
28 καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ.
Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ κηρύττουν τὸ εὐαγγέλιον, θὰ καταδιώκωνται ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, μὴ φοβηθῆτε ἀπ’ ἐκείνους, ποὺ θανατώνουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ θανατώσουν καὶ τὴν ψυχήν. Φοβήθητε ὅμως ἀσυγκρίτως περισσότερον τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ρίψῃ εἰς τὴν κόλασιν καὶ εἰς τὴν αἰωνίαν δυστυχίαν τοῦ Ἅδου καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα.
29 οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑμῶν.
Καὶ ἂν ἀκόμη σᾶς θανατώνουν, μὴ νομίσετε ὅτι ὁ Θεὸς σᾶς ἐγκατέλιπε καὶ δι’ αὐτὸ θανατώνεσθε. Ὄχι. Δύο σπουργίτια δὲν πωλοῦνται ἀντὶ δέκα λεπτῶν; Καὶ ὅμως ἕν ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ πέσῃ νεκρὸν εἰς τὴν γῆν, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ Πατήρ σας.
30 ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί.
Ὅσον δὲ διὰ σᾶς, μάθετε ὅτι ἀκόμη καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας, διὰ μίαν ἀπὸ τὰς ὁποίας σεῖς μικρὰν ἢ καμμίαν φροντίδα λαμβάνετε, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων ἁγνοεῖτε, ὅλαι ἔχουν ἀριθμηθῇ. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ἔχει γνῶσιν καὶ περὶ αὐτὼν ἀκόμη τῶν ἐλαχίστων, ποὺ σᾶς συμβαίνουν, εἰς τὰ ὁποῖα σεῖς μικρὰν δίδετε σημασίαν.
31 μὴ οὖν φοβηθῆτε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θεὸς τόσον ἐνδιαφέρεται διὰ σᾶς καὶ τόσον παρακολουθεῖ ὅσα συμβαίνουν, μὴ φοβηθῆτε ποτέ. Διαφέρετε σεῖς καὶ εἶσθε ἀσυγκρίτως ἀνώτεροι ἀπὸ πολλὰ στρουθία.
32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
Μὴ λογαριάζετε λοιπὸν τοὺς διωγμοὺς καὶ τοὺς κινδύνους, ἀλλὰ λογαριάζετε τὰς μεγάλας ἀμοιβάς, ποὺ σᾶς περιμένουν. Καθένας ποὺ θὰ μὲ ὁμολογήσῃ ὡς Σωτῆρα του καὶ Θεόν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ καταδιώκουν τὴν πίστιν μου, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ ἑγὼ ὡς πιστὸν ἀκόλουθόν μου ἐμπρὸς εἰς τὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.
33 ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
Ἐκεῖνον δέ, ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ὡς Θεάνθρωπον Σωτῆρα ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἑγὼ καὶ δὲν θὰ τὸν ἀναγνωρίσω ὡς ἰδικόν μου ἐμπρὸς εἰς τὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.
34 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν.
Μὴ νομίσετε, ὅτι ἦλθα νὰ φέρω εἰς τὴν γῆν μίαν τέτοιαν εἰρήνην, ὅπως τὴν φαντάζονται αὐτοί, ποὺ περιμένουν τὸν Μεσσίαν ὡς ἐπίγειον βασιλέα καὶ κατακτητήν. Ὄχι. Δὲν ἦλθα διὰ νὰ ἐπιφέρω εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν καὶ διαίρεσιν καὶ διχασμόν, (διὰ τὰ ὁποῖα ὅμως ὑπεύθυνος εἶναι ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων καὶ ὅχι τὸ εὐαγγέλιόν μου).
35 ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς·
Διότι ἦλθον νὰ χωρίσω τὸν πιστὸν καὶ εὐθὺν ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν ἄπιστον καὶ διεστραμμένον πατέρα του, καὶ τὴν κόρην ἀπὸ τὴν μητέρα της, καὶ τὴν νύμφην ἀπὸ τὴν πενθεράν της.
36 καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.
Καὶ ἐχθροὶ τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου θὰ εἶναι οἰ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιοῦ του, ποὺ δὲν θὰ δεχθοῦν τὸ εὐαγγέλιόν μου, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ἀληθινὴν καὶ οὐρανίαν εἰρήνην.
37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·
Ἐκεῖνος, ποὺ ἀγαπᾷ τὸν πατέρα του ἢ τὴν μητέρα του παραπάνω ἀπὸ ἑμέ, καὶ ἀρνεῖται ἐμὲ διὰ νὰ μὴ χωρισθῇ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, δὲν ἀξίζει γιὰ μένα. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἀγαπᾷ τὸν υἱόν του ἢ τὴν θυγατέρα του παραπάνω ἀπὸ ἑμέ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ λέγεται μαθητής μου.
38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν παίρνει τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστῇ θάνατον σταυρικὸν καὶ δὲν ἀκολουθεῖ μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὀπίσω μου μιμούμενος κατὰ πάντα τὸ παράδειγμά μου, δὲν ἀξίζει γιὰ μένα.
39 ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν.
Ἐκεῖνος, ποὺ ἐν καιρῷ διωγμῶν θὰ ἀποφύγῃ τὸ μαρτύριον καὶ θὰ διασώσῃ τὴν σωματικὴν ζωήν του, θὰ χάσῃ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ μακαρίαν ζωήν, τὴν ὁποίαν κερδίζει κανεὶς διὰ τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν πίστιν του εἰς ἑμέ, θὰ κερδήσῃ τὴν ὑψηλοτέραν καὶ μακαρίαν ζωήν.
40 Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με.
Αἱ μεγάλαι δὲ αὐταὶ ἀμοιβαὶ δὲν εἶναι μόνον διὰ σᾶς, ποὺ θὰ κηρύττετε τὸ εὐαγγέλιον. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ σᾶς ὑποδέχεται πρὸς φιλοξενίαν ὡς διακόνους τοῦ εὐαγγελίου μου, ὑποδέχεται ὅχι σᾶς, ἀλλὰ ἑμέ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ὑποδέχεται ἑμέ, ὑποδέχεται αὐτὸν τὸν Θεόν, ποὺ μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον.
41 ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται.
Ἐκεῖνος, ποὺ ὑποδέχεται καὶ ὑποστηρίζει καὶ συντρέχει προφήτην, λὸγῳ τοῦ ὅτι εἶναι προφήτης, θὰ λάβῃ τὴν αὐτὴν ἀνταμοιβήν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ προφήτης. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ὑποδέχεται τὸν δίκαιον, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι δίκαιος, θὰ λάβῃ τὴν αὐτὴν ἀνταμοιβήν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ δίκαιος.
42 καὶ ὃς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ.
Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ποτίσῃ ἕνα ἀπὸ τοὺς κατὰ κόσμον μικροὺς καὶ ἀσήμους τούτους μαθητάς μου, ἔστω καὶ ἔνα μόνον ποτήριον κρύο νερό, ποὺ προχείρως θὰ τὸ πάρῃ ἀπὸ τὴν πηγὴν καὶ δὲν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον νὰ τὸ βράση· καὶ θὰ προσφέρῃ τὴν ἐλαχίστην αὐτὴν ἢ παρομοίαν ἐξυπηρέτησιν εἰς αὐτόν, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι μαθητής μου, ἀληθῶς σᾶς λέγω, δὲν θὰ χάσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν τὴν ἀνταμοιβήν, ἡ ὁποία τοῦ ἀνήκει.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα