ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ πάλιν ἤρξατο διδάσκειν παρὰ τὴν θάλασσαν· καὶ συνήχθη πρὸς αὐτὸν ὄχλος πολύς, ὥστε αὐτὸν ἐμβάντα εἰς τὸ πλοῖον καθῆσθαι ἐν τῇ θαλάσσῃ· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος πρὸς τὴν θάλασσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἦσαν.
Καὶ πάλιν ἤρχισε νὰ διδάσκῃ πλησίον τῆς θαλάσσης. Καὶ ἐμαζεύθη τριγύρω του λαὸς πολύς, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἔμβῃ εἰς τὸ πλοῖον καὶ νὰ καθήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ μέσα εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἦτο εἰς τὴν ξηράν, κοντὰ εἰς τὴν θάλασσαν,
2 καὶ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς πολλά, καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ·
Καὶ ἐδίδασκεν αὐτοὺς πολλὰ μὲ παραβολὰς καὶ τοὺς ἔλεγεν εἰς τὴν διδαχήν του·
3 ἀκούετε. ἰδοὺ ἐξῆθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι.
Ἀκούσατε τὴν διήγησιν, ποὺ θὰ σᾶς εἴπω. Ἰδοὺ ἐβγῆκεν εἰς τὸ χωράφι, διὰ νὰ σπείρῃ αὐτὸς ποὺ σπέρνει. Ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ὁ μέγας σπορεὺς τῆς ἀληθείας, διὰ νὰ τὴν σπείρῃ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων.
4 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ σπείρειν ὃ μὲν ἔπεσεν ἐπὶ τὴν ὁδόν, καὶ ἦλθον τὰ πετεινὰ καὶ κατέφαγον αὐτό·
Καὶ συνέβη, ὅταν ἔσπερνεν, ἄλλο μὲν μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε πλησίον τοῦ δρόμου, ποὺ ἐπερνοῦσεν ἀπὸ τὸ χωράφι, καὶ ἐπειδὴ παρέμεινεν ἐκτεθειμένον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ἐδάφους, ἦλθον τὰ πετεινὰ καὶ τὸ κατέφαγαν.
5 καὶ ἄλλο ἔπεσεν ἐπὶ τὸ πετρῶδες, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καὶ εὐθέως ἐξανέτειλε διὰ τὸ μὴ ἔχειν βάθος γῆς,
Ἄλλο δὲ μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσεν εἰς τόπον, ποὺ εἶχεν ὑποκάτω στρῶμα πέτρινον καὶ δὲν εἶχε χῶμα πολύ. Καὶ ἀμέσως ἐβλάστησε, χωρὶς νὰ ρίξη βαθείας ρίζας, διότι δὲν εἶχε βάθος γῆς, ποὺ τρέφει ρίζας στερεάς.
6 ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη, καὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ρίζαν ἐξηράνθη·
Ὅταν δὲ ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, ἐκάη ἀπὸ τὴν ζέστην καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε ρίζαν, ἐξηράνθη.
7 καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὰς ἀκάνθας, καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι καὶ συνέπνιξαν αὐτό, καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκε·
Καὶ ἄλλο μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσεν εἰς τὰ ἀγκάθια. Καὶ ἐβλάστησαν τὰ ἀγκάθια καὶ τὸ ἐκύκλωσαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη καὶ τὸ ἔπνιξαν καὶ δὲν ἔβγαλε καρπόν.
8 καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν καλὴν καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξάνοντα, καὶ ἔφερεν ἐν τριάκοντα καὶ ἐν ἑξήκοντα καὶ ἐν ἑκατόν.
Καὶ ἄλλο μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν μαλακὴν καὶ εὔφορον καὶ ἀπέδιδε καρπόν, ποὺ ἐβλάστανε πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ ἐμέστωνε. Καὶ ἔβγαλεν ἀλλοῦ τριακονταπλάσιον καὶ ἀλλοῦ ἑξηκονταπλάσιον καὶ ἀλλοῦ ἑκατονταπλάσιον.
9 καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
Καὶ τοὺς ἔλεγεν· Αὐτὸς ποὺ ἔχει αὐτιὰ πνευματικὰ διὰ νὰ ἀκούῃ καὶ καλὴν διάθεσιν διὰ νὰ δέχεται καὶ ἐγκολπώνεται αὐτὰ ποὺ λέγω, ἂς ἀκούῃ.
10 Ὃτε δὲ ἐγένετο κατὰ μόνας, ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ περὶ αὐτὸν σὺν τοῖς δώδεκα τὴν παραβολήν.
Καὶ ὅταν ἔμεινε μοναχός του, τὸν ἠρώτησεν ὁ εὐρύτερος κύκλος τῶν μαθητῶν του μαζὶ μὲ τοὺς Δώδεκα τὴν σημασίαν τῆς παραβολῆς.
11 καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· ἐκείνοις δὲ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς τὰ πάντα γίνεται,
Καὶ τοὺς ἔλεγεν εἰς σᾶς μόνους, ἐπειδὴ ἔχετε καλὴν διάθεσιν, ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς χάρις νὰ μάθετε τὰς μυστηριώδεις ἀληθείας τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, εἰς ἐκείνους δέ, ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν βασιλείαν αὐτὴν καὶ δὲν ἔχουν διάθεσιν νὰ πιστεύσουν, ὅλη ἡ διδασκαλία τῶν μυστικῶν αὐτῶν γίνεται μὲ παραβολάς.
12 ἵνα βλέποντες βλέπωσι καὶ μὴ ἴδωσι, καὶ ἀκούοντες ἀκούωσι καὶ μὴ συνιῶσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι καὶ ἀφεθῇ αὐτοῖς τὰ ἁμαρτήματα.
Ὁ νοῦς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι χονδρὸς καὶ ἀνίκανος διὰ πνευματικὴν διδασκαλίαν. Δι’ αὐτὸ διδάσκω αὐτοὺς μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, διὰ νὰ βλέπουν μὲν μὲ τὰ σωματικά των μάτια, ἀλλὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ ἴδουν βαθύτερα μὲ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμοὺς τὰ μυστικὰ τῆς οὐρανίου βασιλείας, ποὺ σκεπάζονται κάτω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῶν παραβολῶν. Καὶ ὅταν ἀκούουν τὴν διδασκαλίαν μου, νὰ ἀκούουν μὲν μὲ τὰ σωματικά των αὐτιά, ἀλλὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ καταλάβουν τὴν πολύτιμον ἀξίαν τας· διὰ νὰ μὴ συμβῇ καὶ ἐπιστρέψουν διὰ τῆς μετανοίας εἰς τὸν Θεὸν καὶ συγχωρηθοῦν τὰ ἁμαρτήματα των.
13 καὶ λέγει αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τὴν παραβολὴν ταύτην, καὶ πῶς πάσας τὰς παραβολὰς γνώσεσθε;
Καὶ λέγει εἰς αὐτούς· Δὲν ἐκαταλάβατε τὴν σημασίαν τῆς παραβολῆς αὐτῆς, ποὺ δὲν εἶναι ἡ δυσκολωτέρα ἀπὸ τὰς ἄλλας. Καὶ πῶς θὰ ἠμπορέσετε νὰ ἐννοήσετε ὅλας τὰς παραβολάς;
14 ὁ σπείρων τὸν λόγον σπείρει.
Αὐτός, ποὺ σύμφωνα μὲ τὴν παραβολὴν σπέρνει, εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ σπέρνει εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.
15 οὗτοι δέ εἰσιν οἱ παρὰ τὴν ὁδὸν ὅπου σπείρεται ὁ λόγος, καὶ ὅταν ἀκούσωσιν, εὐθὺς ἔρχεται ὁ σατανᾶς καὶ αἴρει τὸν λόγον τὸν ἐσπαρμένον ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν.
Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ σημαίνονται ἀπὸ τὸν σπόρον, ὁ ὁποῖος ἔπεσε πλησίον τοῦ δρόμου, εἶναι αὐτοί, εἰς τοὺς ὁποίους σπείρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ὅταν τὸν ἀκούσουν, ἔρχεται ἀμέσως ὁ σατανᾶς καὶ ἀφαιρεῖ τὸν λόγον, ποὺ ἔχει σπαρῇ διὰ τοῦ κηρύγματος μέσα εἰς τὰς καρδίας των.
16 καὶ οὗτοι ὁμοίως εἰσὶν οἱ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπειρόμενοι, οἳ ὅταν ἀκούσωσι τὸν λόγον, εὐθὺς μετὰ χαρᾶς λαμβάνουσιν αὐτόν,
Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ὁμοίως σημαίνονται καὶ εἰκονίζονται ἀπὸ τὸν σπόρον, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν εἰς τὰ πετρώδη μέρη, εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἀκοὐσουν τὸν λόγον, ἀμέσως μὲ χαρὰν καὶ ἐνθουσιασμὸν τὸν δέχονται·
17 καὶ οὐκ ἔχουσι ρίζαν ἐν ἑαυτοῖς, ἀλλὰ πρόσκαιροί εἰσιν· εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζονται.
καὶ δὲν ἔχουν ρίζαν μέσα τους, ἀλλ’ εἶναι ἀσταθεῖς καὶ ἡ προθυμία των διαρκεῖ ὀλίγον χρόνον. Ἔπειτα δέ, ὅταν γίνῃ θλῖψις ἢ διωγμὸς διὰ τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου, ἀμέσως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σκοντάπτουν καὶ χάνουν τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τὴν πίστιν των.
18 καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ εἰς τὰς ἀκάνθας σπειρόμενοι, οἱ τὸν λόγον ἀκούοντες,
Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σημαίνονται ἀπὸ τὸν σπόρον, ποὺ ἐσπάρη εἰς τὰ ἀγκάθια, εἶναι αὐτοί, ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ,
19 καὶ αἱ μέριμναι τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου καὶ αἱ περὶ τὰ λοιπὰ ἐπιθυμίαι εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσι τὸν λόγον, καὶ ἄκαρπος γίνεται.
καὶ αἱ ἀγωνιώδεις φροντίδες διὰ τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ ἡ ἀπάτη, ποὺ φέρει ὁ πλοῦτος μὲ τὴν προσκόλλησιν εἰς τὸ χρῆμα καὶ μὲ τὴν ματαιότητα τῶν ἐπιδείξεων, καὶ αἱ ἐπιθυμίαι, ποὺ γεννοῦν τὰ ἄλλα θέλγητρα καὶ αἱ ἡδοναὶ τοῦ κόσμου, ἐμβαίνουν μέσα εἰς τὴν ψυχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσπάρη ὁ λόγος καὶ τὸν πνίγουν καὶ γίνεται ἄκαρπος.
20 καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρέντες, οἵτινες ἀκούουσι τὸν λόγον καὶ παραδέχονται, καὶ καρποφοροῦσιν ἐν τριάκοντα καὶ ἐν ἑξήκοντα καὶ ἐν ἑκατόν.
Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ σημαίνονται ἀπὸ τὸν σπόρον, ποὺ ἐσπάρη εἰς τὴν γῆν τὴν καλήν, εἶναι αὐτοί, ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον καὶ τὸν παραδέχονται καὶ καρποφοροῦν τριακονταπλάσιον καὶ ἑξηκονταπλάσιον καὶ ἑκατονταπλάσιον.
21 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· μήτι ἔρχεται ὁ λύχνος ἵνα ὑπὸ τὸν μόδιον τεθῇ ἢ ὑπὸ τὴν κλίνην; οὐχ ἵνα ἐπὶ τὴν λυχνίαν ἐπιτεθῇ;
Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· Μὲ τὴν διδασκαλίαν μου ἤναψα εἰς τὰς ψυχάς σας φῶς καὶ ἐγίνατε πνευματικοὶ λύχνοι. Μήπως φέρεται ὁ ἀναμμένος λύχνος διὰ νὰ τεθῇ κάτω ἀπὸ τὸ δοχεῖον, μὲ τὸ ὁποῖον μετροῦν τὸν σῖτον ἢ κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι; Ὄχι βέβαια. Δὲν φέρουν τὸν λύχνον, διὰ νὰ τοποθετηθῇ ἐπάνω εἰς τὸν λυχνοστάτην; Βεβαίως. Ἔτσι καὶ σεῖς πρέπει νὰ φωτίζετε τοὺς ἀνθρώπους καὶ αὐτά, ποὺ ἀκούετε τώρα, νὰ μὴ τὰ κρύπτετε, ἀλλὰ νὰ τὰ διαδίδετε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους.
22 οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ ἐὰν μὴ φανερωθῇ, οὐδὲ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ᾿ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν.
Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε κρύφον καὶ μυστικὸν παρὰ διὰ νὰ φανερωθῇ καὶ κανὲν δὲν ἔγινεν ἀπόκρυφον παρὰ διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ φανερόν. Καὶ ἡ διδασκαλία μου λοιπὸν δὲν θὰ μείνῃ μυστικὴ καὶ σκεπασμένη, ἀλλὰ θὰ φανερωθῇ καὶ θὰ φωτίσῃ τὸν κόσμον.
23 εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.
Ἐὰν ἔχῃ κανεὶς αὐτιὰ πνευματικὰ διὰ νὰ ἀκούῃ καὶ κατανοῇ τὴν πολύτιμον ἀξίαν τῆς διδασκαλίας μου, ἂς ἀκούῃ καὶ ἂς ὠφελῆται ἐξ αὐτῆς.
24 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· βλέπετε τί ἀκούετε. ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, μετρηθήσεται ὑμῖν, καὶ προστεθήσεται ὑμῖν τοῖς ἀκούουσιν.
Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· προσέχετε εἰς ὅ,τι ἀκούετε· προσέχετε νὰ κατανοῆτε καὶ νὰ ἐγκολπώνεσθε τὴν διδασκαλίαν ποὺ ἀκούετε, ὥστε νὰ γίνετε τέλειοι διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας. Μὲ ὅποιον μέτρον προσοχῆς καὶ καλῆς διαθέσεως ἀκούετε, μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον θὰ σᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἡ γνῶσις. Καὶ ὄχι μόνον μὲ τὸ ἴδιον μέτρον θὰ σᾶς δοθῇ, ἀλλὰ καὶ παραπάνω θὰ προστεθῇ εἰς σᾶς, ποὺ μὲ πρόθυμον ἐνδιαφερον καὶ προσοχὴν ἀκούετε.
25 ὃς γὰρ ἂν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει, καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Διότι εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει προσοχὴν καὶ ἀκούει μὲ ἐνδιαφέρον τὴν ἀλήθειαν, θὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς θείας χάριτος γνῶσις καὶ κατανόησις τῶν ἀκουομένων. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ δὲν ἔχει προσοχὴν καὶ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ ὀλίγη ἐκείνη γνῶσις ποὺ ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ.
26 Καὶ ἔλεγεν· οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς,
Καὶ ἔλεγεν· Ἔτσι ὁμοιάζει ἡ διάδοσις καὶ πρόοδος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἰς τὰς καρδίας τῶν ἐπιδεκτικῶν ἀνθρώπων, σὰν νὰ ρίψῃ ἕνας ἄνθρωπος τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς. (Οὕτω καὶ ὁ Κύριος ἢ οἱ διάκονοί του οἱ συνεχίζοντες τὸ ἔργον του, ρίπτουν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἐπιδεκτικῶν ἀνθρώπων τὸν σπόρον τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ ἀληθείας).
27 καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός.
Καὶ αὐτός, ποὺ ἔσπειρε τὸν σπόρον εἰς τὴν γῆν, κοιμᾶται καὶ σηκώνεται νύκτα καὶ ἡμέραν χωρὶς νὰ κάνῃ τίποτε διὰ τὴν βλάστησιν καὶ αὔξησιν τοῦ σπόρου. Καὶ ὅμως ὁ σπόρος, διότι ἔχει μέσα του ζωτικὴν δύναμιν, αὐξάνει καὶ μεγαλώνει κατὰ τρόπον, ποὺ καὶ αὐτὸς ὁ γεωργὸς δὲν ἠξεύρει.
28 αὐτομάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ, πρῶτον χόρτον, εἶτα στάχυν, εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ.
Διότι μόνη της ἡ γῆ καὶ χωρὶς τὴν συνεργασίαν ἐκείνου, ποὺ ἔσπειρε τὸν σπόρον, καρποφορεῖ πρῶτον χόρτον, ποὺ φυτρώνει ἀπὸ τὸν σπόρον, ὕστερα στάχυν καὶ ἔπειτα σῖτον δεμένον καὶ γεμᾶτον μέσα εἰς τὸν στάχυν. (Ἔτσι καὶ ἡ αὔξησις τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἰς κάθε ἐπιδεκτικὴν καρδίαν. Δὲν φαίνεται μὲν καὶ παραμένει μυστηριώδης, πλὴν ὅμως εἶναι βεβαία καὶ πραγματική).
29 ὅταν δὲ παραδῷ ὁ καρπός, εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον, ὅτι παρέστηκεν ὁ θερισμός.
Ὅταν δὲ εἰς τὸν ἀγρὸν ὁ καρπὸς παραδοθῇ ὥριμος πρὸς θερισμόν, τότε ὁ κύριος τοῦ ἀγροῦ ἀποστέλλει ἀμέσως τὸν θεριστήν, ποὺ κρατεῖ τὸ δρέπανον, διότι ἦλθεν ὁ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ. (Καὶ σεῖς λοιπόν, ποὺ θὰ συνεχίσετε τὸ ἔργον μου, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ἡ σπορά, ποὺ θὰ κάμετε εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἐπιδεκτικῶν ἀνθρώπων, δὲν θὰ χαθῇ. Ὁ λόγος θὰ καρποφορήσπη κατὰ τρόπον μυστηριώδη καὶ ἄγνωστον εἰς σᾶς, καὶ ὅταν ἡ καρποφορία αὐτὴ ὠριμάσῃ διὰ τὸν καθένα, ἡ πρόνοια τοῦ μεγάλου Γεωργοῦ θὰ ἐπισυνάξῃ τὸν καρπόν).
30 Καὶ ἔλεγε· πῶς ὁμοιώσωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; ἢ ἐν τίνι παραβολῇ παραβάλωμεν αὐτήν;
Καὶ ἔλεγε· Μὲ τί νὰ παρομοιάσωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ποὺ διὰ τοῦ κηρύγματος διαδίδεται εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐγκαθιδρύεται καὶ ἐπὶ τῆς γῆς; Καὶ μὲ ποίαν παραβολὴν καὶ εἰκόνα νὰ παραβάλωμεν τὴν αὔξησιν καὶ ἐπέκτασιν αὐτῆς;
31 ὡς κόκκον σινάπεως, ὃς ὅταν σπαρῇ ἐπὶ τῆς γῆς, μικρότερος πάντων τῶν σπερμάτων ἐστὶ τῶν ἐπὶ τῆς γῆς·
Ὁμοιάζει σὰν τὸν μικρὸν σπόρον τοῦ σιναπιοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ὥραν, ποὺ σπέρνεται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, εἶναι μικρότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς σπόρους τῆς γῆς.
32 καὶ ὅταν σπαρῇ, ἀναβαίνει καὶ γίνεται μείζων πάντων τῶν λαχάνων, καὶ ποιεῖ κλάδους μεγάλους, ὥστε δύνασθαι ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνοῦν.
Καὶ ὅταν σπαρῇ, φυτρώνει πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ γίνεται ἀπὸ ὅλα τὰ λάχανα καὶ τοὺς θάμνους μεγαλύτερος, καὶ κάνει κλάδους μεγάλους, ὥστε κάτω ἀπὸ τὴν σκιάν του νὰ μποροῦν νὰ φωλιάζουν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. Ἔτσι καὶ αἱ ἀρχαὶ τῆς αὐξήσεως καὶ ἑξαπλώσεως τῆς Ἐκκλησίας μου καὶ τοῦ ὑπ’ αὐτῆς σπειρομένου εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων λόγου μου εἶναι ἀφανεῖς καὶ ἄσημοι, ἀλλὰ βαθμηδὸν αἱ κατακτήσεις των γίνονται καταπληκτικοί. Ὁ λόγος δὲ τοῦ εὐαγγελίου, ὁ διὰ τῆς ὁλονὲν ἑξαπλουμένης Ἐκκλησίας κηρυττόμενος, ὅταν καλλιεργηθῇ εἰς τὰς ἐπιδεκτικὰς καρδίας ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δημιουργεῖ τεραστίας κατακτήσεις καὶ παρέχει προστασίαν καὶ ἀνάπαυσιν εἰς τὰς ψυχάς.
33 Καὶ τοιαύταις παραβολαῖς πολλαῖς ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον, καθὼς ἠδύναντο ἀκούειν,
Καὶ μὲ πολλὲς τέτοιες παραβολὲς ἐδίδασκεν εἰς αὐτοὺς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ἱκανότητα ποὺ εἶχαν οἱ ἀκροαταὶ νὰ ἀκούουν καὶ διατηροῦν εἰς τὴν μνήμην των τὰ διδασκόμενα, ὥστε καὶ ἐὰν τότε δὲν ἠδύναντο νὰ κατανοήσουν μερικά, νὰ τὰ ἐνθυμῶνται διὰ τῶν παραβολῶν καὶ οἱ ἐπιδεκτικοὶ νὰ κατανοήσουν ταῦτα βραδύτερον.
34 χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον· κατ᾿ ἰδίαν δὲ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐπέλυε πάντα.
Χωρὶς παραβολὴν δὲ δὲν ἐδίδασκεν αὐτούς. Ἰδιαιτέρως ὅμως εἰς τοὺς μαθητάς του ἐξηγεῖ καὶ διεσαφήνιζεν ὅλα, ὅσα τὸν ἠρώτων.
35 Καὶ λέγει αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὀψίας γενομένης· διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν.
Καὶ ὅταν ἐβράδυασε κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ποὺ εἶπε τὰς παραβολὰς αὐτάς, λέγει εἰς αὐτούς· Ἂς περάσωμεν ἀπέναντι.
36 καὶ ἀφέντες τὸν ὄχλον παραλαμβάνουσιν αὐτὸν ὡς ἦν ἐν τῷ πλοίῳ· καὶ ἄλλα δὲ πλοῖα ἦν μετ᾿ αὐτοῦ.
Καὶ ἀφοῦ ἀφῆκε τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ εἰς τὴν παραλίαν, τὸν παίρνουν μαζί των οἰ μαθηταί, ὅπως ἦτο ὁ Κύριος μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐδίδασκε τὰ πλήθη. Ἦσαν δὲ καὶ ἄλλα πλοιάρια, ποὺ ἔπλεαν μαζὶ μὲ τὸ πλοῖον τοῦ Κυρίου.
37 καὶ γίνεται λαῖλαψ ἀνέμου μεγάλη, τὰ δὲ κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε ἤδη αὐτὸ βυθίζεσθαι.
Καὶ γίνεται μεγάλη ἀνεμοζάλη, τὰ κύματα δὲ έκτυποῦσαν ἐπάνω εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε ἐκινδύνευε πλέον αὐτὸ νὰ βυθισθῇ.
38 καὶ ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων· καὶ διεγείρουσιν αὐτὸν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα;
Καὶ ἐξηκολούθει αὐτὸς νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν πρύμνην εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ θρανίου, ποὺ ἦτο ἐκεῖ. Καὶ τὸν ἐξύπνησαν καὶ τοῦ εἶπαν· Διδάσκαλε, δὲν σὲ μέλει ποὺ χανόμεθα;
39 καὶ διεγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ εἶπε τῇ θαλάσσῃ· σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.
Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη, ἐπέπληξε τὸν ἄνεμον καὶ εἶπεν εἰς τὴν θάλασσαν· Σώπα, βουβάθητι. Καὶ κατέπεσεν ὁ ἄνεμος καὶ ἔγινε μεγάλη γαλήνη εἰς τὴν θάλασσαν.
40 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί δειλοί ἐστε οὕτω; πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν;
Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· Διατὶ εἶσθε τόσον δειλοί, ὥστε νὰ τὰ χάνετε; Ἀφοῦ τόσα θαύματα μὲ εἶδατε νὰ κάνω, πῶς δὲν ἔχετε πίστιν ἀκλόνητον, ὥστε νὰ μὴ ἀνησυχῆτε, ὅταν μὲ ἔχετε πλησίον σας;
41 καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν καὶ ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· τίς ἄρα οὗτός ἐστιν, ὅτι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;
Καὶ ἐφοβήθησαν φόβον εὐλαβείας μεγάλον διὰ τὴν παρουσίαν καὶ ἐνέργειαν τῆς θείας δυνάμεως. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον· Ποῖος λοιπὸν νὰ εἶναι αὐτός; Εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅ,τι τὸν ἐθεωρούσαμεν ἕως τώρα, διότι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα τὸν ὑπακούουν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα