ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος ἐξηραμμένην ἔχων τὴν χεῖρα.
Καὶ ἐμβῆκε πάλιν εἰς τὴν συναγωγήν. Καὶ ἦτο ἐκεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε ξηρὸν καὶ ἀκίνητον τὸ χέρι του.
2 καὶ παρετήρουν αὐτὸν εἰ τοῖς σάββασι θεραπεύσει αὐτόν, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.
Καὶ τὸν παρηκολούθουν προσεκτικὰ νὰ ἴδουν, ἐὰν θὰ τὸν θεραπεύσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, διὰ νὰ τὸν κατηγορήσουν ὅτι κατέλυε τὸ Σάββατον.
3 καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ἐξηραμμένην ἔχοντι τὴν χεῖρα· ἔγειρε εἰς τὸ μέσον.
Καὶ λέγει εἰς τὸν ἄνθρωπον, ποὺ εἶχε τὸ ξηρὸν καὶ ἀκίνητον χέρι· Σήκω καὶ στάσου εἰς τὸ μέσον τῆς συναγωγῆς.
4 καὶ λέγει αὐτοῖς· ἔξεστι τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι; οἱ δὲ ἐσιώπων.
Καὶ τοὺς λέγει· Εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου νὰ κάνῃ ὁ ἄνθρωπος καλὸν καὶ νὰ εὐεργετήσῃ μὲ αὐτὸ τὸν πλησίον του ἢ μπορεῖ νὰ παραλείψῃ τὴν εὐεργεσίαν καὶ ἔτσι νὰ γίνῃ αἴτιος κακοῦ καὶ βλάβης εἰς τὸν πλησίον; Ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ Σάββατον νὰ σώσῃ ὁ ἄνθρωπος τὴν ζωὴν τοῦ πλησίον ἢ ἐπιτρέπεται νὰ μὴ τὸν βοηθήσῃ κινδυνεύοντα καὶ ἔτσι ἐμμέσως νὰ τὸν φονεύσῃ; Αὐτοὶ δὲ ἐσιώπων.
5 καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ᾿ ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν, λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.
Καὶ ἀφοῦ ἔρριψεν ὁ Ἰησοῦς τριγύρω τους βλέμμα, ποὺ ἐφανέρωνε τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησίν του, ἐνῶ συγχρόνως ἐλυπεῖτο ἐκ συμπαθείας πρὸς αὐτούς, διότι ἡ καρδία των ἦτο πεπωρωμένη καὶ σκληρὰ καὶ ἐκινδύνευαν νὰ μείνουν ἀδιόρθωτοι, λέγει εἰς τὸν ἄνθρωπον· Ἐξάπλωσε τὸ χέρι σου. Αὐτὸς δέ, μολονότι ἀπὸ τὴν ἀσθένειάν του ἠμποδίζετο νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅμως φανερώνων τὴν πίστιν του κατέβαλε προσπάθειαν καὶ τὸ ἑξάπλωσε. Καὶ ἔγινε πάλιν ὑγιὲς τὸ χέρι του, σὰν τὸ ἄλλο.
6 καὶ ἐξελθόντες οἱ Φαρισαῖοι εὐθέως μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν συμβούλιον ἐποίουν κατ᾿ αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσι.
Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν συναγωγὴν οἱ Φαρισαῖοι, ἀμέσως ἔκαναν ἐναντιόν του συμβούλιον μὲ τοὺς Ἡρῳδιανούς, ποὺ ἦσαν τὸ κόμμα τοῦ βασιλέως Ἡρῴδου, καὶ συνεσκέφθησαν μὲ ποῖον τρόπον θὰ κατώρθωναν νὰ τὸν ἐξοντώσουν.
7 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς τὴν θάλασσαν· καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἠκολούθησαν αὐτῷ,
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησε μὲ τοὺς μαθητάς του πρὸς τὸ μέρος τῆς θαλάσσης, καὶ τὸν ἠκολούθησε πολὺ πλῆθος ἀπὸ τὴν Γαλιλαῖαν,
8 καὶ ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἀπὸ Ἱεροσολύμων καὶ ἀπὸ τῆς Ἰδουμαίας καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ οἱ περὶ Τύρον καὶ Σιδῶνα, πλῆθος πολύ, ἀκούσαντες ὅσα ἐποίει, ἦλθον πρὸς αὐτόν.
καὶ ἀπὸ τὴν Ἰουδαίαν, καὶ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ τὴν Ἰδουμαίαν καὶ ἀπὸ τὴν Περαίαν, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν χώραν, ποὺ εἶναι πέραν ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην πρὸς ἀνατολὰς αὐτοῦ. Καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦσαν εἰς τὰ περίχωρα τῆς Τύρου καὶ Σιδῶνος πλῆθος πολύ, ποὺ ἤκουσαν τὰς θαυματουργίας ὅσας ἔκανεν, ἦλθον πρὸς αὐτόν.
9 καὶ εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα πλοιάριον προσκαρτερῇ αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἵνα μὴ θλίβωσιν αὐτόν·
Καὶ παρήγγειλεν εἰς τοὺς μαθητάς του λόγῳ τοῦ πλήθους νὰ παραμένῃ ἐκεῖ διαρκῶς δι’ αὐτὸν πλοιάριον διὰ νὰ ἔμβαίνῃ εἰς αὐτό, ὅταν ἡ συρροὴ ἐγίνετο μεγαλυτέρα, ὥστε νὰ μὴ τὸν πιέζουν τὰ πλήθη.
10 πολλοὺς γὰρ ἐθεράπευσεν, ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ ἵνα αὐτοῦ ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας·
Ἐμαζεύετο δὲ πλῆθος πολύ, διότι πολλοὺς ἐθεράπευσε, ὥστε ἔπιπταν ἐπάνω του ὅσοι εἶχαν ἀσθενείας βασανιστικάς, διὰ νὰ τὸν ἐγγίσουν καὶ εὕρουν ἔτσι τὴν θεραπείαν των.
11 καὶ τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα, ὅταν αὐτὸν ἐθεώρουν, προσέπιπτον αὐτῷ καὶ ἔκραζον λέγοντα ὅτι σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα καὶ πονηρά, ὅταν τὸν ἔβλεπαν, ἔπιπταν ἐμπρός του καὶ ἐφώναζαν δυνατὰ καὶ ἔλεγαν· ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
12 καὶ πολλὰ ἐπετίμα αὐτοῖς ἵνα μὴ φανερὸν αὐτὸν ποιήσωσι.
Καὶ πολὺ τὰ ἐπέπληττε, διὰ νὰ μὴ τὸν φανερώσουν, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. (Καὶ τοὺς ἀπηγόρευε νὰ φανερώνουν τοῦτο, διότι οὔτε ἦτο ἀκόμη ὁ καιρὸς διὰ νὰ γνωστοποιηθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁλόκληρος ἡ περὶ τοῦ Χριστοῦ ἀλήθεια, καὶ ἐρεθισθοῦν ἀπὸ αὐτὴν περισσότερον οἱ ἄπιστοι ἐχθροί του, οὔτε οἰ πονηροὶ δαίμονες ἦσαν ἄξιοι νὰ γίνουν κήρυκες αὐτῆς).
13 Καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ὄρος, καὶ προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν αὐτός, καὶ ἀπῆλθον πρὸς αὐτόν.
Καὶ ἀναβαίνει εἰς κάποιο γειτονικὸ βουνὸ τῆς ὀροσειρᾶς, ποὺ κεῖται πρὸς δυσμὰς τῆς Καπερναούμ, καὶ προσεκάλεσεν ἐκείνους ποὺ ἤθελε καὶ ἐπῆγαν πρὸς αὐτόν.
14 καὶ ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἵνα ἀποστέλλῃ αὐτοὺς κηρύσσειν
Καὶ ἐξέλεξε δώδεκα μαθητάς, διὰ νὰ εἶναι μαζί του καὶ διὰ νὰ τοὺς ἀποστέλλῃ νὰ κηρύττουν,
15 καὶ ἔχειν ἐξουσίαν θεραπεύειν τὰς νόσους καὶ ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια·
καὶ νὰ ἔχουν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ θεραπεύουν τὰς ἀσθενείας καὶ νὰ βγάζουν τὰ δαιμόνια.
16 καὶ ἐπέθηκεν ὄνομα τῷ Σίμωνι Πέτρον,
Καὶ ἔβαλεν εἰς τὸν Σίμωνα νέον ὄνομα καὶ τὸν ὠνόμασε Πέτρον,
17 καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόματα Βοανεργές, ὅ ἐστιν υἱοὶ βροντῆς·
καὶ ἐξέλεξεν ἀκόμη τὸν Ἰάκωβον τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου καὶ τοὺς ἔβαλεν ὀνόματα Βοανεργές, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἑλληνικὴν σημαίνει υἱοὶ βροντῆς (λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος των, ποὺ ἐνῷ συνήθως ἦτο ἤρεμος, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐξέσπα ἔξαφνα σὰν βροντή).
18 καὶ Ἀνδρέαν καὶ Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον καὶ Ματθαῖον καὶ Θωμᾶν καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἀλφαίου καὶ Θαδδαῖον καὶ Σίμωνα τὸν Κανανίτην
Ἐξέλεξε καὶ τὸν Ἀνδρέαν καὶ τὸν Φίλιππον καὶ τὸν Βαρθολομαῖον καὶ τὸν Ματθαῖον καὶ τὸν Θωμᾶν καὶ τὸν Ἰάκωβον τὸν υἱὸν τοῦ Ἀλφαίου καὶ τὸν Θαδδαῖον, καὶ τὸν Σίμωνα τὸν Κανανίτην, ὄνομα, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἑλληνικὴν μεταφράζεται Ζηλωτῆς.
19 καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ παρέδωκεν αὐτόν.
Καὶ τὸν Ἰούδαν τὸν Ἰσκαριώτην, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν παρέδωκεν εἰς τοὺς ἐχθρούς του.
20 Καὶ ἔρχονται εἰς οἶκον· καὶ συνέρχεται πάλιν ὄχλος, ὥστε μὴ δύνασθαι αὐτοὺς μηδὲ ἄρτον φαγεῖν.
Καὶ ἔρχονται εἰς κάποιο σπίτι τῆς Καπερναοὺμ καὶ ἐμαζεύθη πάλιν λαὸς πολύς, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν αὐτοὶ οὔτε ἄρτον νὰ φάγουν, διότι καὶ τὸ σπίτι ὁλόκληρον εἶχε καταλάβει ὁ λαὸς καὶ εἰς τὸν Ἰησοῦν δὲν ἔδιδαν καιρὸν νὰ φάγῃ.
21 καὶ ἀκούσαντες οἱ παρ᾿ αὐτοῦ ἐξῆλθον κρατῆσαι αὐτόν· ἔλεγον γὰρ ὅτι ἐξέστη.
Καὶ ὅταν ἤκουσαν οἱ (δικοί του, ὅτι εἶχεν ἀπορροφηθῆ ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν θαυμάτων μέχρι σημείου, ποὺ νὰ μὴ τρώγῃ, ἐβγῆκαν νὰ τὸν πιάσουν καὶ νὰ τὸν περιορίσουν, διότι ἐνόμιζαν, ὅτι ἡ τόση προσήλωσις εἰς τὸ ἔργον του ἦτο ἀποτέλεσμα ψυχικῆς ἀσθενείας καὶ ἔλεγον, ὅτι εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ διεταράχθη ὁ νοῦς του.
22 καὶ οἱ γραμματεῖς οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων καταβάντες ἔλεγον ὅτι Βεελζεβοὺλ ἔχει, καὶ ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.
Καὶ οἱ γραμματεῖς, ποὺ εἶχαν καταβῆ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, ἔλεγαν ὅτι ἔχει μέσα του τὸν Βεελζεβοὺλ καὶ ὅτι μὲ τὴν βοήθειαν καὶ συνεργασίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμονίων βγάζει ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους τὰ δαιμόνια.
23 καὶ προσκαλεσάμενος αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς ἔλεγεν αὐτοῖς· πῶς δύναται σατανᾶς σατανᾶν ἐκβάλλειν;
Καὶ ἀφοῦ τοὺς προσεκάλεσε, τοὺς ἔλεγε μὲ συγκρίσεις καὶ παραδείγματα· Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἕνας σατανᾶς νὰ βγάζει διὰ τῆς βίας καὶ νὰ διώκῃ ἄλλον σατανᾶν;
24 καὶ ἐὰν βασιλεία ἐφ᾿ ἑαυτὴν μερισθῇ, οὐ δύναται σταθῆναι ἡ βασιλεία ἐκείνη·
Καὶ ἐὰν ἕνα βασίλειον χωρισθῇ εἰς κόμματα ἐχθρικά, ὥστε δι’ ἐμφυλίου πολέμου νὰ στραφῇ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, δὲν δύναται νὰ σταθῇ τὸ βασίλειον ἐκεῖνο.
25 καὶ ἐὰν οἰκία ἐφ᾿ ἑαυτὴν μερισθῇ, οὐ δύναται σταθῆναι ἡ οἰκία ἐκείνη.
Καὶ ἐὰν μία οἰκογένεια διαιρεθῇ ἐναντίον τοῦ ἐαυτοῦ της, δὲν δύναται νὰ σταθῇ, ἀλλὰ θὰ διαλυθῇ ἡ οἰκογένεια ἐκείνη.
26 καὶ εἰ ὁ σατανᾶς ἀνέστη ἐφ᾿ ἑαυτὸν καὶ μεμέρισται, οὐ δύναται σταθῆναι, ἀλλὰ τέλος ἔχει.
Καὶ ἐὰν ὁ σατανᾶς ἐσηκώθη κατὰ τῶν ὀργάνων του καὶ ἔχῃ χωρισθῇ εἰς κόμματα, τὰ ὁποῖα πολεμοῦνται μεταξύ των, δὲν δύναται νὰ σταθῇ, ἀλλὰ τελειώνει πλέον ἡ δύναμίς του καὶ τὸ κράτος του.
27 οὐδεὶς δύναται τὰ σκεύη τοῦ ἰσχυροῦ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον τὸν ἰσχυρὸν δήσῃ, καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει.
Κανεὶς δὲν μπορεῖ, ὅταν ἔμβῃ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ δυνατοῦ οἰκοδεσπότου, νὰ ἁρπάσῃ τὰ ἔπιπλα καὶ σκεύη του, ἐὰν δὲν δέσῃ προτήτερα τὸν ἰσχυρόν, καὶ τότε θὰ διαρπάσῃ τὸ σπίτι του. Ἔτσι καὶ ἐγώ, ἐὰν προτήτερα δὲν ἔδενα τὸν σατανᾶν μὲ τὴν κατ’ αὐτοῦ νίκην μου, δὲν θὰ μπορούσα νὰ ἀρπάσω ἀπὸ τὰ χέρια του τοὺς δαιμονιζομένους, ποὺ σὰν ἄψυχα σκεύη διετήρει ὑπὸ τὴν κατοχήν του.
28 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὅσας ἐὰν βλασφημήσωσιν.
Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι ὅλα τὰ ἁμαρτήματα θὰ συγχωρηθοῦν εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἐφ’ ὅσον μετανοήσουν οὖτοι. Καὶ αἱ βλασφημίαι, ὅσας τυχὸν θὰ βλασφημήσουν, θὰ συγχωρηθοῦν.
29 ὃς δ᾿ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τοῦ Ἃγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ᾿ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως·
Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ ἀποδώσῃ τὰς φανερὰς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸ πονηρὸν πνεῦμα καὶ ἀπὸ ἐσωτερικὴν πώρωσιν θὰ συκοφαντήσῃ τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔτσι θὰ βλασφημήσῃ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν ἔχει συγχώρησιν οὗτος εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ εἶναι ἔνοχος αἰωνίας κατακρίσεως καὶ τιμωρίας.
30 ὅτι ἔλεγον, πνεῦμα ἀκάθαρτον ἔχει.
Εἶπε δὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Κύριος, διότι ἔλεγον ἐκεῖνοι, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔχει πνεῦμα ἀκάθαρτον καὶ ἐσυκοφάντουν ἀπὸ πώρωσιν καὶ θεληματικὴν τύφλωσιν τὰ ἔργα καὶ θαύματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ τὰ ἀπέδιδον εἰς τὸν διάβολον.
31 ἔρχονται οὖν ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ ἔξω ἑστῶτες ἀπέστειλαν πρὸς αὐτὸν φωνοῦντες αὐτόν.
Ἔρχονται λοιπὸν ἡ μητέρα του καὶ αὐτοί, ποὺ ἐνομίζοντο ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀδελφοί του, καὶ ἀφοῦ ἐστέκοντο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι, ἔστειλαν εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ἐφώναξαν.
32 καὶ ἐκάθητο περὶ αὐτὸν ὄχλος· εἶπον δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ζητοῦσί σε.
Καὶ ἐκάθητο γύρω του πολὺς λαός. Εἶπον δὲ πρὸς αὐτόν· Ἰδού, ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου στέκονται ἀπ’ ἔξω καὶ σὲ ζητοῦν.
33 καὶ ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἢ οἱ ἀδελφοί μου;
Καὶ ἀπεκρίθη εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπε· Ποία εἶναι ἡ μητέρα μου ἢ ποῖοι εἶναι οἱ ἀδελφοί μου;
34 καὶ περιβλεψάμενος κύκλῳ τοὺς περὶ αὐτὸν καθημένους λέγει· ἴδε ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου·
Καὶ ἀφοῦ ἔρριψεν ὁλόγυρα τὰ μάτια του εἰς ἐκείνους, ποὺ ἐκάθηντο τριγύρω ἀπὸ αὐτόν, λέγει· Ἰδοὺ ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου.
35 ὃς γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ ἐστί.
Εἶναι αὐτοί, καίτοι δὲν ἔχω σαρκικὴν συγγένειαν πρὸς τούτους· διότι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς εἶναι ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μητέρα μου. Καὶ ἡ μητέρα μου ἂν ἠξιώθη νὰ μὲ γεννήσῃ, προτήτερα ὑπῆρξε πιστὴ καὶ ἀφωσιωμενη δούλη τοῦ Θεοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὴν ἐξέλεξεν ὡς ὄργανόν του.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα