ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί.
Καὶ ὅταν αὐτὸς ἔβγαινεν ἀπὸ τὸν ἱερὸν περίβολον τοῦ ναοῦ, τοῦ εἶπεν ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του· Διδάσκαλε, κύτταξε, τὶ ὡραία μάρμαρα καὶ πόσον λαμπρὰ κτίρια εἶναι αὐτὰ ἐδῶ.
2 καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ.
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπε· Βλέπεις αὐτὰ τὰ μεγάλα κτίρια; Δὲν θὰ μείνῃ πέτρα ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν, ποὺ νὰ μὴ κρημνισθῇ κάτω.
3 Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας·
Καὶ ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς ἐκάθητο εἰς τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπέναντι τοῦ ναοῦ, τὸν ἠρώτων ἰδιαιτέρως ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἀνδρέας·
4 εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι;
Εἰπέ μας, πότε θὰ γίνουν αἱ καταστροφαὶ τῶν λαμπρῶν κτιρίων ποὺ εἶπες, καὶ ποῖον εἶναι τὸ σημάδι ποὺ θὰ φανῇ, ὅταν πρόκειται νὰ συντελεσθοῦν ὅλα αὐτά;
5 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς ἀπεκρίθη καὶ ἤρχισε νὰ λέγῃ· Προσέχετε νὰ μὴ σᾶς πλανήσῃ κανείς.
6 πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν.
Σᾶς κάνω δὲ προσεκτικούς, διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν, ποὺ θὰ διεκδικοῦν καὶ θὰ οἰκειοποιοῦνται τὸ ἰδικόν μου ὄνομα καὶ τὸν ἰδικόν μου τίτλον καὶ θὰ λέγουν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας, καὶ θὰ πλανήσουν πολλούς.
7 ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος.
Ὅταν δὲ ἀκούσετε πολέμους καὶ εἰδήσεις, ὅτι γίνονται πόλεμοι εἰς ἄλλας χώρας, μὴ ταράττεσθε νομίζοντες, ὅτι αὐτὰ εἶναι σημάδια, ποὺ προαναγγέλλουν τὸ τέλος. Διότι σύμφωνα πρὸς τὸ σοφὸν καὶ σωτήριον σχέδιον τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ γίνουν αὐτά, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἔφθασε τὸ τέλος.
8 ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί.
Διότι θὰ σηκωθῇ τὸ ἕνα ἔθνος κατὰ τοῦ ἄλλου ἔθνους, καὶ τὸ ἐν βασίλειον ἐναντίον τοῦ ἄλλου βασιλείου. Καὶ θὰ γίνουν σεισμοὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ θὰ συμβοῦν πεῖνες μεγάλες καὶ ταραχαί.
9 ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα. Βλέπετε δὲ ὑμεῖς ἑαυτούς. παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.
Ἀλλ’ αὐτὰ θὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ πόνων καὶ δεινῶν. Προσέχετε δὲ σεῖς τοὺς ἑαυτούς σας λόγῳ τῶν δοκιμασιῶν, ποὺ θὰ ὑποβληθῆτε. Διότι θὰ σᾶς παραδώσουν εἰς συνέδρια, καὶ θὰ σᾶς δείρουν εἰς συναγωγὰς καὶ θὰ σταθῆτε ὡς κατηγορούμενοι ἐμπρὸς εἰς ἡγεμόνας καὶ βασιλεῖς δι’ ἐμέ, διὰ νὰ δώσετε μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ ποὺ νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ αὐτοί, καὶ νὰ τοὺς δοθῇ εὐκαιρία νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ πιστεύσουν, ὥστε νὰ μὴ προφασίζωνται ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως, ὅτι δὲν ἤκουσαν κήρυγμα.
10 καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον.
Ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη πρέπει σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον νὰ κηρυχθῇ προηγουμένως τὸ Εὐαγγέλιον, διὰ νὰ εἶναι τὸ κήρυγμα τοῦτο ἔλεγχος δι’ ἐκείνους ποὺ δὲν θὰ πιστεύσουν.
11 ὅταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἃγιον.
Ὅταν δὲ σᾶς ὁδηγήσουν διὰ νὰ σᾶς παραδώσουν εἰς τὰ συνέδρια καὶ δικαστήρια, μὴ ζαλίζεσθε ἐκ προτέρου μὲ τὴν σκέψιν καὶ φροντίδα, τί θὰ εἴπετε πρὸς ἀπολογίαν σας καὶ μὴ προμελετᾶτε τίποτε. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ποὺ θὰ σᾶς δοθῇ καὶ θὰ σᾶς ἔλθῃ εἰς τὸν νοῦν κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν τῆς ἀπολογίας σας, αὐτὸ νὰ λέγετε. Καὶ θὰ εἶναι τοῦτο ἡ πλέον κατάλληλος ἀπολογία σας. Διότι δὲν θὰ εἶσθε σεῖς ποὺ θὰ ὁμιλῆτε, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ποὺ θὰ σᾶς φωτίζῃ.
12 παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς.
Θὰ παραδώσῃ δὲ εἰς θάνατον ὁ ἄπιστος ἀδελφὸς τὸν πιστὸν ἀδελφὸν καὶ ὁ ἄπιστος πατὴρ τὸ πιστὸν τέκνον του. Θὰ ἐπαναστατήσουν δὲ τὰ παιδιά, ποὺ δὲν ἐπίστευσαν, κατὰ τῶν πιστῶν γονέων των καὶ θὰ τοὺς θανατώσουν.
13 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.
Καὶ θὰ μισῆσθε ἀπὸ ὅλους, ἐπειδὴ θὰ πιστεύσετε εἰς τὸ ὄνομά μου· Ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ δείξῃ ὑπομονὴν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, αὐτὸς καὶ μόνον θὰ σωθῇ.
14 Ὃταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ ~ὁ ἀναγινώσκων νοείτω~ τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη,
Ὅταν δὲ ἴδετε τὸ μισητὸν καὶ βέβηλον σίχαμα, ποὺ θὰ προκαλέσῃ τὴν ἐρήμωσιν καὶ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη προφητικῶς ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου, νὰ στέκεται ἐκεῖ ὅπου δὲν πρέπει νὰ σταθῇ - κάθε ἀναγνώστης ἂς τὸ νοιώσῃ καὶ ἂς λάβῃ τὰ μέτρα του· ἂς ἐννοήσῃ δηλαδή, ὅτι τὸ σίχαμα αὐτὸ τώρα, ποὺ γράφεται τὸ Εὐαγγέλιον τοῦτο, εἶναι οἱ ζηλωταί, ποὺ βεβηλώνουν τὸ ἱερὸν μὲ τὰ κακουργήματά των, μετ’ ὀλίγον δὲ καὶ τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα, ποὺ θὰ συμπληρώσουν τὴν βεβήλωσιν ταύτην - ὅταν λοιπὸν ἴδετε τὸ σίχαμα τοῦτο, τότε ἐκεῖνοι ποὺ κατοικοῦν εἰς τὰς πόλεις τῆς Ἰουδαίας, ἂς φεύγουν εἰς τὰ βουνὰ διὰ νὰ κρυβοῦν ἐκεῖ.
15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ,
Ἐκεῖνος δὲ ποὺ εἶναι ἐπάνω εἰς τὸ ἠλιακωτὸν τοῦ σπιτιοῦ, ἂς μὴ καταβῇ εἰς τὸ σπίτι, οὔτε νὰ ἔμβῃ εἰς αὐτὸ διὰ νὰ πάρῃ κάτι ἀπ’ ἐκεῖ.
16 καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ.
Καὶ ἐκεῖνος ποὺ μὲ μόνον τὸ ὑποκάμισον εἶναι εἰς τὸ χωράφι καὶ ἐργάζεται ἐκεῖ, ἂς μὴ γυρίσῃ ὀπίσω διὰ νὰ πάρῃ καὶ τὸ ἐξωτερικόν του ἔνδυμα.
17 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς ἐκείνας, ποὺ θὰ θηλάζουν μικρὰ παιδιὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας· διότι θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον εἰς αὐτὰς καὶ νὰ τρέξουν διὰ νὰ σωθοῦν καὶ νὰ εὕρουν τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὸν στηριγμὸν τοῦ ὀργανισμοῦ των.
18 προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος.
Κάνετε δὲ τὴν προσευχήν σας νὰ μὴ γίνῃ ἡ φυγή σας εἰς χειμωνιάτικην κακοκαιρίαν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς γίνεται ἐμπόδιον εἰς τὴν φυγήν.
19 ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις, οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται.
Πρέπει δὲ νὰ μὴ ἐμποδισθῆτε εἰς τὴν φυγήν σας ἀπὸ τίποτε. Διότι αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θὰ εἶναι ὅλαι θλῖψις μεγάλη, τέτοια ποὺ δὲν ἔχει γίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Θεός, ἕως τώρα, οὔτε θὰ γίνῃ ποτὲ παρομοία.
20 καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας.
Καὶ ἐάν ὁ Κύριος δὲν ὠλιγόστευε τὸν άριθμόν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, δὲν θὰ ἐσώζετο κανείς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν ὁ Θεὸς καὶ ἐνδιαφέρεται νὰ μὴ ταλαιπωρηθοῦν πολύ, ὠλιγόστευσε τὰς ἡμέρας ἐκείνας.
21 καὶ τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε.
Καὶ τότε ἐὰν σᾶς εἴπῃ κανείς· Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστός, ἢ νά, ἐκεῖ εἶναι ὁ Χριστός, μὴ τὸν πιστεύετε.
22 ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Διότι θὰ ἀναφανοῦν ψευδομεσσίαι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ δείξουν σημάδια μεγάλα καὶ ἔργα καταπληκτικά, διὰ νὰ ἀποπλανοῦν, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατόν, καὶ αὺτοὺς τοὺς ἐκλεκτούς.
23 ὑμεῖς δὲ βλέπετε· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα.
Σεῖς ὅμως προσέχετε· ἰδοὺ σᾶς τὰ ἔχω προείπει ὅλα, ὥστε νὰ μὴ χωρῇ δικαιολογία διὰ τὴν τυχὸν ἀποπλάνησίν σας.
24 Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς,
Ἀλλὰ κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ὕστερα ἀπὸ τὴν θλῖψιν καὶ τὴν δοκιμασίαν ἐκείνην, ὅταν θὰ πλησιάζῃ πλέον ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου, ὁ ἥλιος θὰ χάσῃ τὴν λάμψιν του καὶ θὰ σκοτισθῇ, καὶ ἡ σελήνη δὲν θὰ δώσῃ τὸ φῶς της.
25 καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται.
Καὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ θὰ πίπτουν ἔξω ἀπὸ τὴν θέσιν καὶ τὴν τροχιάν των, καὶ αἱ οὐράνιαι δυνάμεις τῶν ἀγγέλων, αἱ συγκρατοῦσαι ἤδη τὴν τάξιν τοῦ σύμπαντος, θὰ σαλευθοῦν καὶ θὰ μετακινηθοῦν ἀπὸ βαθεῖαν συγκίνησιν δι’ ὅσα θὰ συμβαίνουν κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ κόσμου θὰ παρέλθῃ, διὰ νὰ ἀνακαινισθῇ τὸ σύμπαν. Θὰ καταπλαγοῦν βλέπουσαι καὶ τὴν οἰκουμένην ὁλόκληρον νὰ ὁδηγῆται εἰς τὸ φοβερὸν κριτήριον.
26 καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης.
Καὶ τότε θὰ ἴδουν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὸν Θεάνθρωπον Κύριον, νὰ ἔρχεται καθισμένος εἰς σύννεφα μὲ δύναμιν καὶ συνοδείαν ἀγγέλων μεγάλην καὶ μὲ δόξαν πολλήν.
27 καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ' ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ.
Καὶ τότε θὰ ἀποστείλῃ τοὺς ἀγγέλους του καὶ θὰ μαζεύσῃ δι΄ αὐτῶν τοὺς ἐκλεκτούς του ἀπὸ τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον τῆς γῆς ἕως τὸ ἀντίθετον ἄκρον τοῦ οὐρανοῦ.
28 Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν·
Ἀπὸ τὴν συκιὰν δὲ μάθετε κατ’ ἀναλογίαν καὶ ὁμοιότητα αὐτὰ ποὺ θὰ συμβοῦν· ὅταν πλέον ὁ κλάδος της γίνῃ ἁπαλὸς καὶ μαλακὸς καὶ βγοῦν τὰ φύλλα, γνωρίζετε ὅτι τὸ θέρος πλησιάζει.
29 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις.
Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν ἴδετε νὰ συμβαίνουν αὐτὰ ποὺ σᾶς προεῖπα, νὰ γνωρίζετε ὅτι πλησιάζει, εἰς τὴν πόρταν ἔφθασε καὶ θὰ ἐμφανισθῇ ἀμέσως ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ τιμωρήσῃ τὴν ἀπιστίαν τῶν Ἰουδαίων διὰ καταστροφῆς τῆς Ἱερουσαλήμ.
30 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται.
Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ περάσῃ ἡ γενεὰ αὐτὴ προτοῦ γίνουν ὅλα αὐτὰ καὶ προτοῦ πραγματοποιηθῇ καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ὅσα περὶ πολέμων καὶ ψευδομεσσιῶν καὶ ψευδοπροφητῶν σᾶς εἶπον.
31 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται.
Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ποὺ σᾶς φαίνονται τόσον μόνιμα καὶ στερεά, θὰ περάσουν καὶ θὰ ἐκλείψουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ περάσουν, ἀλλὰ θὰ ἐπαληθεύσουν ἐπακριβῶς.
32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ.
Διὰ τὴν ἡμέραν ὅμως ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ποὺ θὰ γίνῃ ἡ δευτέρα παρουσία καὶ ἡ κρίσις, δὲν ἠξεύρει κανένας πότε ἀκριβῶς θὰ εἶναι αὐταί, οὔτε οἱ ἄγγελοι ποὺ εἶναι εἰς τὸν οὐρανόν, οὔτε ὁ Υἱὸς ὡς ἄνθρωπος, παρὰ μόνον ὁ Πατήρ.
33 Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν.
Νὰ εἶσθε προσεκτικοὶ καὶ ἄγρυπνοι. Καὶ προσεύχεσθε, διότι δὲν ἠξεύρετε, πότε εἶναι ὁ καιρὸς τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου.
34 ὡς ἄνθρωπος ἀπόδημος, ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ.
Σὰν ἄνθρωπος ξενητευμένος, ποὺ ἀφῆκε τὸ σπίτι του ἔδωκεν εἰς τοὺς δούλους του τὴν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἕκαστον ὥρισε τὸ ἔργον ποὺ θὰ κάνῃ καὶ εἰς τὸν θυρωρὸν ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ εἶναι ἄγρυπνος καὶ νὰ περιμένῃ, ἔτσι καὶ ὁ Μεσσίας θὰ λείπῃ μέχρι τῆς δευτέρας παρουσίας του καὶ εἰς τὸν καθένα ἀπὸ τοὺς δούλους του ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔχει ἔργον νὰ ἐπιτελῇ περιμένων τὴν ἔλευσιν τοῦ Κυρίου·
35 γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ·
Γρηγορεῖτε λοιπόν, διότι δὲν γνωρίζετε, πότε ἔρχεται ὁ Κύριος τῆς οἰκίας. Θὰ ἔλθῃ τὸ βράδυ ἢ τὰ μεσάνυκτα ἢ ὅταν λαλοῦν οἱ πετεινοὶ ἢ τὸ πρωί; Δὲν ἠξεύρετε πότε ἔρχετε ὁ Κύριος, εἴτε κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν του, εἴτε κατὰ τὴν ὤραν τοῦ θανάτου ἐκάστου ἀπὸ σᾶς.
36 μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας.
Γρηγορεῖτε, μήπως ἔλθῃ ξαφνικὰ καὶ σᾶς εὔρῃ νὰ κοιμᾶσθε.
37 ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε.
Αὐτὰ δὲ ποὺ σᾶς λέγω, τὰ λέγω δι΄ ὅλους τοὺς μέχρι δευτέρας παρουσίας μου Χριστιανούς. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω πάλιν: Γρηγορεῖτε.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα