ελ
Καινή Διαθήκη

Ο ευαγγελιστής Μάρκος, όπως φαίνεται άπό τάς Πράξεις τών 'Άποστόλων, ώνομάζετο προηγουμένως Ίωάννης (Πράξ. ιβ' 12, 25, ιγ΄ 5, 13, ιε΄ 37), τό δέ όνομα Μάρκος είναι ρωμαϊκόν έπώνυμον, τό όποϊον προσετέθη κατόπιν είς τό κύριον όνομα Ίωάννης. Ο Μάρκος είχεν εύσεβή μητέρα τήν Μαρίαν, είς τό σπίτι της όποίας έν Ίεροσολύμοις συνηθροίζοντο καί έλάτρευαν τόν Θεόν οί πρώτοι Χριστιανοί. Έκεϊ έγνωρίσθη ό Μάρκος μέ τόν άπόστολον Πέτρον, άπό τόν όποϊον, όπως φαίνεται, κατά πρώτον έδιδάχθη τήν χριστιανικήν πίστιν. Δι' αύτό δέ ό άπόστολος Πέτρος τόν όνομάζει «υίόν» του (Α' Πέτρ. ε' 13). Είς τήν πρός Κολασσαείς έπιστολήν (δ' 10) ό ευαγγελιστής Μάρκος όνομάζεται καί «άνεψιος Βαρνάβα» ή άπό άδελφόν ή άπό άδελφήν. Ίσως όμως «άνεψιός» νά σημαίνη καί πρώτος εξάδελφος.
Σύμφωνα με τήν διήγησιν τών Πράξεων τών Άποστόλων, ό Μάρκος παρακολουθεί τούς άποστόλους Βαρνάβαν καί Παύλον κατά τήν πρώτην άποστολικήν περιοδείαν, κατά τήν όποίαν έκήρυξαν τό Ευαγγέλιον είς τήν Κύπρον. Όταν όμως οι δύο Απόστολοι διεπεραιώθησαν είς τήν Μ. Ασίαν διά νά συνεχίσουν τό άποστολικόν των έργον, ό Μάρκος δέν τούς παρηκολούθησεν. Ένεκα τούτου ό Παύλος, παρά τήν έπιμονήν του Βαρνάβα, ήρνήθη νά πάρη καί πάλιν μαζί του τόν Μάρκον είς τήν δευτέραν άποστολικήν περιοδείαν. Κατόπιν όμως ό άπόστολος Παύλος προσέλαβε πάλιν τόν Μάρκον, ό όποϊος καί εύρίσκετο μαζί μέ τόν Παύλον κατά τήν πρώτην φυλάκισιν αύτοϋ είς τήν Ρώμην (Φιλήμ. 24). Ώς έκ τούτου ό Παύλος συνιστά τόν Μάρκον πρός τούς Κολασσαείς (δ΄ 10). Κατά δέ τήν δευτέραν φυλάκισίν του ό Παύλος έζήτησε νά μεταβή καί πάλιν ό Μάρκος πλησίον του, διότι, όπως έγραφεν ό Απόστολος, ήτο «εύχρηστος είς διακονίαν» (Β' Τιμόθ. δ' 11). Φαίνεται δέ ότι πράγματι ό Μάρκος ήλθε τότε είς τήν Ρώμην.
Έκεϊ ευρισκόμενος συνηντήθη καί μέ τόν άπόστολον Πέτρον, τού όποίου έχρημάτισεν «έρμηνευτής». Ώνομάσθη δέ έτσι, διότι είς τό Ευαγγέλιόν του ό Μάρκος διέσωσε τό κήρυγμα τού άποστόλου Πέτρου.
Σύμφωνα μέ τήν έκκλησιαστικήν παράδοσιν ό ευαγγελιστής Μάρκος ΐδρυσε τήν Έκκλησίαν της Άλεξανδρείας, όπου καί εθανατώθη ύπό τών είδωλολατρών, ταφείς είς χωρίον πλησίον της 'Άλεξανδρείας. Άπό έκεϊ έμποροι Ένετοί κατά τόν Θ' αίώνα μετέφεραν τά λείψανά του είς τήν Βενετίαν της Ίταλίας.
Τό κατά Μάρκον Ευαγγέλιον φαίνεται νά έγράφη μεταξύ τών έτων 63 καί 70 μ. Χ.
1 ΑΡΧΗ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Αρχὴ τοῦ χαροποιοῦ μηνύματος περὶ τῆς ἐλεύσεως εἰς τὸν κόσμον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς του Θεοῦ, ἔγινεν ὁ Ἰωάννης.
2 Ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου·
Καὶ ἔγινεν ὁ Ἰωάννης ἡ ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει προφητευθῇ καὶ εἶναι γραμμένον εἰς τοὺς προφήτας· Ἰδού, λέγει ὁ ἐπουράνιος Πατὴρ διὰ τοῦ προφήτου Μαλαχίου εἰς τὸν Μεσσίαν· ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀπεσταλμένον μου προτήτερα καὶ ἐμπρὸς ἀπὸ σέ, ὁ ὁποῖος θὰ προετοιμάσῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ σὲ ὑποδεχθοῦν ὡς Σωτῆρα καὶ Λυτρωτὴν καὶ ἔτσι θὰ προπαρασκευάσῃ ἐμπρὸς ἀπὸ σὲ τὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πλησιάσῃς ὡς διδάσκαλος καὶ Σωτὴρ τοὺς ἀνθρώπους.
3 φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ,
Καὶ ὁ ἀπεσταλμένος αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου προεῖπεν ὁ προφήτης Ἡσαΐας τὰ ἑξῆς: Φωνὴ ἀνθρώπου, ποὺ κράζει εἰς τὴν ἔρημον καὶ λέγει· Ἐτοιμάσατε τὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθῃ πρὸς σᾶς ὁ Κύριος· κάμετε ἴσιους καὶ ὁμαλοὺς τοὺς δρόμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ περάσῃ. Ξερριζώσατε δηλαδὴ ἀπὸ τὰς ψυχάς σας τὰ ἀγκάθια τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καὶ ρίψατε μακρὰν τοὺς λίθους τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῆς πωρώσεως καὶ καθαρίσατε μὲ τὴν μετάνοιαν τὸ ἐσωτερικόν σας, διὰ νὰ δεχθῇ τὸν Κύριον.
4 ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Καὶ ἔγινεν ὁ Ἰωάννης ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου μὲ τὸ νὰ βαπτίζῃ εἰς τὴν ἔρημον καὶ μὲ τὸ νὰ κηρύττῃ βάπτισμα, ποὺ ἔπρεπε νὰ συνοδεύεται μὲ ἐσωτερικὴν μετάνοιαν, πρὸς τὸν σκοπόν του νὰ ἐπιτύχουν οἱ βαπτιζόμενοι τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς ἐξησφάλιζεν ὁ μετὰ τὸν Ἰωάννην ἐρχόμενος Μεσσίας.
5 καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
Καὶ ἐπήγαιναν πρὸς αὐτὸν οἱ κάτοικοι ὁλοκλήρου τῆς Ἰουδαίας καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται καὶ ἐβαπτίζοντο ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου ὅλοι εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν, συγχρόνως δὲ ἐξωμολογοῦντο φανερὰ τὰς ἁμαρτίας των.
6 ἦν δὲ ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον.
Σύμφωνος δὲ καθ’ ὅλα πρὸς τὸ κήρυγμά του ἦτο καὶ ὁ ὅλος βίος τοῦ Ἰωάννου καὶ ἡ ὅλη ἐμφάνισίς του. Ἐφόρει ὁ Ἰωάννης ἔνδυμα ὑφασμένον ἀπὸ τρίχας καμήλου καὶ εἶχε ζώνην δερματίνην γύρω ἀπὸ τὴν μέσην του καὶ ἔτρωγε ἀκρίδας, ἀπ’ ἐκείνας ποὺ ἔφερεν ὁ ἄνεμος σὰν σύννεφον ἀπὸ τὴν Ἀραβίαν εἰς τὴν ἔρημον, καὶ μέλι ποὺ μέσα εἰς σχισμὰς πετρῶν ἀποθήκευαν ἄγρια μελίσσια.
7 καὶ ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.
Καὶ ἐκήρυττε καὶ ἔλεγεν· Ἔρχεται ὕστερα ἀπὸ ἐμὲ ἐκεῖνος, ποὺ λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του καὶ τῆς θείας φύσεως του εἶναι δυνατώτερος ἀπὸ ἐμέ, τοῦ ὁποίου ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σκύψω καὶ νὰ τοῦ λύσω ὡς δοῦλος τὸ λωρίον τῶν ὑποδημάτων του.
8 ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Ἐγὼ μὲν σᾶς ἐβάπτισα μὲ νερόν, αὐτὸς ὅμως θὰ σᾶς βαπτίσῃ μὲ Πνεῦμα Ἅγιον, τὸ ὁποῖον θὰ καθαρίσῃ καὶ τὰς ψυχάς σας.
9 Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην.
Καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας συνέβη νὰ ἔλθῃ ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαῖας. Καὶ ἐβαπτίσθη ἀπὸ τὸν Ἰωάννην εἰς τὸν Ἰορδάνην ποταμόν.
10 καὶ εὐθέως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτόν·
Καὶ ὅταν ἀνέβαινεν ἀπὸ τὸ νερὸν τοῦ ποταμοῦ, ἀμέσως τὴν αὐτὴν στιγμὴν εἶδε νὰ σχίζωνται οἱ οὐρανοὶ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον νὰ καταβαίνῃ σὰν περιστερὰ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του.
11 καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ ηὐδόκησα.
Καὶ ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἡ ὁποία ἔλεγε· Σὺ εἶσαι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπημένος, εἰς τὸν ὁποῖον εὐηρεστήθην, διότι καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀπολύτως ἀναμάρτητος μοῦ ἤρεσες καὶ μὲ εὐχαρίστησες εἰς ὅλα.
12 Καὶ εὐθέως τὸ Πνεῦμα αὐτὸν ἐκβάλλει εἰς τὴν ἔρημον·
Καὶ ἀμέσως μετὰ τὸ βάπτισμά του τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ παρακίνησιν ἐσωτερικὴν τὸν ἔβγαλεν εἰς τὴν ἔρημον.
13 καὶ ἦν ἐκεῖ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἡμέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ σατανᾶ, καὶ ἦν μετὰ τῶν θηρίων, καὶ οἱ ἄγγελοι διηκόνουν αὐτῷ.
Καὶ ἐκεῖ εἰς τὴν ἔρημον ἐπειράζετο ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας ἀπὸ τὸν σατανᾶν, ποὺ ματαίως ἐζήτει νὰ τὸν ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὰς ἀφωσιωμένας πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸ καθῆκον σκέψεις καὶ μελέτας του. Καὶ ἦτο ἐκεῖ κατάμονος μὲ μόνην συντροφιὰν τὰ θηρία τῆς έρήμου. Ἀοράτως ὅμως τὸν ἐσυντρόφευαν οἱ ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν νίκην του κατὰ τοῦ σατανᾶ παρουσιάσθησαν καὶ τὸν ὑπηρέτουν.
14 Μετὰ δὲ τὸ παραδοθῆναι Ἰωάννην ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Γαλιλαίαν κηρύσσων
Ἀφοῦ δὲ παρεδόθη ὁ Ἰωάννης ὑπό του βασιλέως Ἀντίπα εἰς φυλακήν, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἐκήρυττε τὸ χαρμόσυνον μήνυμα, ὅτι θὰ ἤρχετο μετ’ ὀλίγον καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἡ οὐράνιος βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
15 καὶ λέγων ὅτι πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.
Καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἔχει συμπληρωθῇ πλέον ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὡρισμένος χρόνος διὰ τὸν ἐρχομὸν τοῦ Μεσσίου καὶ ἐπλησίασαν αἱ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Μεσσίας μὲ τὴν νέαν πνευματικήν, ἁγίαν καὶ οὐρανίαν ζωήν, ἡ ὁποία θὰ μεταδίδεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ του, θὰ θεμελιώσῃ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Μετανοεῖτε λοιπὸν καὶ πιστεύετε εἰς τὸ χαρμόσυνον μήνυμα, ὅτι ὁ Μεσσίας ἦλθε καὶ δεχθῆτε αὐτὸν ὡς σωτῆρα σας καὶ λυτρωτήν.
16 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε Σίμωνα καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τοῦ Σίμωνος, βάλλοντας ἀμφίβληστρον ἐν τῇ θαλάσσῃ· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς·
Καὶ ἐνῷ ἐπεριπάτει πλησίον τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε τὸν Σίμωνα καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ Σίμωνος Ἀνδρέαν νὰ ρίπτουν δίκτυον μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἦσαν ψαράδες καὶ αὐτὸ εἶχον ὡς ἔργον των.
17 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ἀνθρώπων.
Καὶ εἶπεν εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Ἀκολουθήσατέ με ὡς μαθηταί μου καὶ θὰ σᾶς κάμω νὰ γίνετε ψαράδες ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ δίκτυον τοῦ θείου κηρύγματος θὰ ἑλκύετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
18 καὶ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ ἀφῆκαν τὰ δίκτυά των, τὸν ἠκολούθησαν.
19 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν ὀλίγον εἶδεν Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καὶ αὐτοὺς ἐν τῷ πλοίῳ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα,
Καὶ ὅταν ἐπροχώρησεν ὀλίγον ἀπ’ ἐκεῖ εἶδε τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, ποὺ ἦσαν καὶ αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἐτοίμαζαν τὰ δίκτυα.
20 καὶ εὐθέως ἐκάλεσεν αὐτούς. καὶ ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ.
Καὶ ἀμέσως τοὺς ἐκάλεσε. Καὶ ἀφῆκαν τὸν πατέρα τους Ζεβεδαῖον μέσα εἰς τὸ πλοῖον μαζὶ μὲ τοὺς μισθωτοὺς ἐργάτας καὶ τὸν ἠκολούθησαν.
21 Καὶ εἰσπορεύονται εἰς Καπερναούμ· καὶ εὐθέως τοῖς σάββασιν εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν ἐδίδασκε.
Καὶ ἐμβαίνουν εἰς τὴν Καπερναούμ. Καὶ ἀμέσως κατὰ τὸ πρῶτον μετὰ τὴν ἄφιξίν του Σάββατον ἐμβῆκεν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ ἐδίδασκε.
22 καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.
Καὶ ἐθαύμαζον πολὺ διὰ τὴν διδασκαλίαν του, διότι δὲν ἐζήτει νὰ στηρίξῃ ἐκεῖνα ποῦ ἔλεγεν εἰς τὰς μαρτυρίας ἀνεγνωρισμένων ραββίνων, ὅπως ἔκαναν οἱ γραμματεῖς, ἀλλ’ ἐδίδασκεν ὡς διδάσκαλος, ποὺ ἐλάμβανε γνῶσιν τῆς ἀληθείας κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὴν θεότητά του καὶ ἦτο αὐτὸς ἔγκυρος καὶ αὐθεντικὴ πηγὴ τῆς ἀληθείας.
23 Καὶ ἦν ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ, καὶ ἀνέκραξε
Καὶ ἦτο εἰς τὴν συναγωγήν τους ἔνας ἄνθρωπος, ποῦ ἐξουσιάζετο ἀπὸ τὴν δύναμιν πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ πονηροῦ. Καὶ ἐφώναξεν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς
24 λέγων· ἔα, τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ; ἦλθες ἀπολέσαι ἡμᾶς; οἶδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ.
καὶ εἶπεν· Ἄφησέ με· τί κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ σοῦ, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ; Ἦλθες νὰ μᾶς διώξῃς ἀπὸ αὐτὴν τὴν εὐχάριστον κατοικίαν μας καὶ νὰ μᾶς ἀποπέμψῃς εἰς τὴν ἄβυσσον καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ μᾶς καταστρέψῃς; Σὲ γνωρίζω ποιὸς εἶσαι. Εἶσαι ὁ Μεσσίας, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἅγιος, τὸν ὁποῖον καθηγίασε καὶ καθιέρωσεν εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ ὁ Θεός.
25 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς λέγων· φιμώθητι καὶ ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ.
Καὶ τὸν ἐπέπληξεν ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· Κλεῖσε τὸ στόμα σου καὶ ἔβγα ἀπὸ αὐτόν.
26 καὶ σπαράξαν αὐτὸν τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ.
Καὶ ἀφοῦ τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον μὲ σπασμοὺς καὶ τιναγμοὺς τὸν ἔρριψε κάτω καὶ ἔκραξε μὲ μεγάλην φωνήν, έβγῆκεν ἀπὸ αὐτόν.
27 καὶ ἐθαμβήθησαν πάντες, ὥστε συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντας· τί ἐστι τοῦτο; τίς ἡ διδαχὴ ἡ καινὴ αὕτη, ὅτι κατ᾿ ἐξουσίαν καὶ τοῖς πνεύμασι τοῖς ἀκαθάρτοις ἐπιτάσσει, καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ;
Καὶ κατελήφθησαν ὅλοι ἀπὸ μεγάλην ἔκπληξιν, ὥστε νὰ συζητοῦν μεταξύ τους καὶ νὰ λέγουν· Τί μεγάλο θαῦμα εἶναι αὐτό; Καὶ τί εἶναι ἡ νέα αὐτὴ διδαχή; Πραγματικῶς θαυμαστὰ καὶ πρωτοφανῆ εἶναι ταῦτα. Διότι μὲ ἐξουσίαν καὶ δύναμιν ὄχι μόνον διδάσκει, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πνεύματα τὰ πονηρὰ καὶ ἀκάθαρτα διατάσσει καὶ τὸν ὑπακούουν.
28 καὶ ἐξῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εὐθὺς εἰς ὅλην τὴν περίχωρον τῆς Γαλιλαίας.
Γρήγορα δὲ διεδόθη ἡ φήμη του ὡς μεγάλου διδασκάλου καὶ πρωτοφανοῦς θαυματουργοῦ εἰς ὅλα τὰ περίχωρα τῆς Γαλιλαίας.
29 Καὶ εὐθέως ἐκ τῆς συναγωγῆς ἐξελθόντες ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν Σίμωνος καὶ Ἀνδρέου μετὰ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.
Καὶ ἀμέσως ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν συναγωγήν, ἦλθαν μαζὶ μὲ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην εἰς τὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος καὶ τοῦ Ἀνδρέα.
30 ἡ δὲ πενθερὰ Σίμωνος κατέκειτο πυρέσσουσα. καὶ εὐθέως λέγουσιν αὐτῷ περὶ αὐτῆς.
Ἡ πενθερὰ δὲ τοῦ Πέτρου ἦτο κατάκοιτος ἀπὸ πυρετόν. Καὶ ἀμέσως τοῦ εἶπαν δι’ αὐτήν, ὅτι εἶναι ἀσθενής.
31 καὶ προσελθὼν ἤγειρεν αὐτὴν κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετὸς εὐθέως, καὶ διηκόνει αὐτοῖς.
Καὶ ἀφοῦ ἐπλησίασεν εἰς τὸ κρεββάτι της, τὴν ἔπιασεν ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴν ἐσήκωσε. Καὶ ἀμέσως τὴν ἀφῆκεν ὁ πυρετὸς καὶ ἐπειδὴ δὲν ᾐσθάνετο οὐδὲ τὴν παραμικρὰν ἑξάντλησιν, τοὺς ὑπηρέτει.
32 Ὀψίας δὲ γενομένης, ὅτε ἔδυ ὁ ἥλιος, ἔφερον πρὸς αὐτὸν πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας καὶ τοὺς δαιμονιζομένους.
Καὶ ὅταν ἔγινεν ἑσπέρα καὶ ἔδυσεν ὁ ἥλιος, τοῦ ἔφεραν ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς τῆς περιφερείας ἐκείνης καὶ τοὺς κατεχομένους ἀπὸ δαιμόνια.
33 καὶ ἦν ἡ πόλις ὅλη ἐπισυνηγμένη πρὸς τὴν θύραν.
Καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως εἶχαν μαζευθῇ πλησίον τῆς θύρας τῆς οἰκίας τοῦ Πέτρου.
34 καὶ ἐθεράπευσε πολλοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις, καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλε, καὶ οὐκ ἤφιε λαλεῖν τὰ δαιμόνια, ὅτι ᾔδεισαν αὐτὸν Χριστὸν εἶναι.
Καὶ ἐθεράπευσε πολλούς, ποὺ ἔπασχον ἀπὸ διάφορα εἶδη ἀσθενείας, καὶ πολλὰ δαιμόνια ἔβγαλεν ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ αὐτά. Καὶ δὲν ἄφινεν ὁ Ἰησοῦς τὰ δαιμόνια νὰ ὁμιλοῦν, διότι τὸν ἐγνωριζαν, ὅτι εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἐμαρτύρουν περὶ τούτου, εἶτε διὰ νὰ φαίνωνται σύμμαχοι καὶ συνεργάται του, καὶ ὕπουλα νὰ ἐλκύσουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου, εἶτε καὶ διὰ νὰ προκαλέσουν παράκαιρον συναγερμὸν τοῦ λαοῦ ὑπὲρ τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ θὰ ἐδημιούργει πειρασμοὺς καὶ ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον του.
35 Καὶ πρωΐ ἔννυχα λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθε καὶ ἀπῆλθεν εἰς ἔρημον τόπον, κἀκεῖ προσηύχετο.
Καὶ τὸ πρωῒ πολὺ πρὶν ξημερώσῃ, ὅταν ἀκόμη ἦτο κατασκότεινα, ἀφοῦ ἐσηκώθη, ἐβγῆκε καὶ ἐπῆγεν εἰς τόπον ἔρημον καὶ ἐκεῖ προσηύχετο.
36 καὶ κατεδίωξαν αὐτὸν ὁ Σίμων καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ,
Καὶ ἔτρεξαν κατόπιν του ζητοῦντες νὰ τὸν εὔρουν ὁ Σίμων καὶ οἱ σύντροφοί του.
37 καὶ εὑρόντες αὐτὸν λέγουσιν αὐτῷ ὅτι πάντες σε ζητοῦσι.
Καὶ ἀφοῦ τὸν ηὗραν, λέγουν εἰς αὐτόν, ὅτι ὅλοι σὲ ζητοῦν. Ἔλα νὰ συνεχίσῃς τὴν ἐπιτυχίαν σου καὶ μὴ ψυχραίνῃς τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ πλήθους.
38 καὶ λέγει αὐτοῖς· ἄγωμεν εἰς τὰς ἐχομένας κωμοπόλεις, ἵνα καὶ ἐκεῖ κηρύξω· εἰς τοῦτο γὰρ ἐξελήλυθα.
Καὶ ἐκεῖνος τοὺς εἶπεν· Ἂς ὑπάγωμεν εἰς τὰ γειτονικὰ μεγαλοχώρια, διὰ νὰ κηρύξω καὶ ἐκεῖ, διότι δι’ αὐτὸ ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἦλθον ἐδῶ, διὰ νὰ συνεχίσω πρὸς τὰ χωρία αὐτὰ τὴν περιοδείαν μου.
39 καὶ ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὰ δαιμόνια ἐκβάλλων.
Καὶ ἐξηκολούθει νὰ κηρύττῃ εἰς τὰς συναγωγάς των εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ νὰ βγάζῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους ποὺ τοῦ ἔφερναν.
40 Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων αὐτῷ ὅτι ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι.
Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν κάποιος λεπρός, ὁ ὁποῖος τὸν παρεκάλει γονατιστὸς ἐμπρός του καὶ τοῦ ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν θέλῃς, ἔχεις τὴν δύναμιν νὰ μὲ θεραπεύσῃς καὶ νὰ μὲ καθαρίσῃς ἀπὸ τὰς πληγὰς καὶ τὰ ἐξανθήματα τῆς ἀσθενείας μου.
41 ὁ δὲ Ἰησοῦς σπλαχνισθείς, ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· θέλω, καθαρίσθητι.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τὸν εὐσπλαγχνίσθη καὶ ἀφοῦ ἄπλωσε τὴν χεῖρα του, τὸν ἤγγισε καὶ τοῦ λέγει· θέλω, καθαρίσου.
42 καὶ εἰπόντος αὐτοῦ εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἡ λέπρα, καὶ ἐκαθαρίσθη.
Καὶ ὅταν εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τὸ θέλω, καθαρίσου, ἀμέσως τὸν ἄφησεν ἡ λέπρα καὶ ἐκαθαρίσθῃ.
43 καὶ ἐμβριμησάμενος αὐτῷ εὐθέως ἐξέβαλεν αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ·
Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἀπηγόρευσεν αὐστηρὰ νὰ μὴ διαδώσῃ τὴν θαυματουργικὴν θεραπείαν του, τὸν ἔβγαλεν ἀμέσως ἔξω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἦσαν καὶ τοῦ εἶπε·
44 ὅρα μηδενὶ μηδὲν εἴπῃς, ἀλλ᾿ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου ἃ προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.
Πρόσεξε νὰ μὴ εἴπῃς τίποτε εἰς κανένα· ἀλλὰ πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸν ἱερέα, καὶ πρόσφερε διὰ τὸν καθαρισμὸν καὶ τὴν θεραπείαν σου ἀπὸ τὴν λέπραν ἐκεῖνα, ποῦ διέταξεν ὁ Μωϋσῆς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἐξέτασίς σου ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ ἡ προσφορὰ τοῦ δώρου σου ὡς μαρτυρία καὶ ἀπόδειξις εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι καὶ σὺ πράγματι ἐθεραπεύθης, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἦλθον διὰ νὰ καταλύσω τὸν νόμον.
45 ὁ δὲ ἐξελθὼν ἤρξατο κηρύσσειν πολλὰ καὶ διαφημίζειν τὸν λόγον, ὥστε μηκέτι αὐτὸν δύνασθαι φανερῶς εἰς πόλιν εἰσελθεῖν, ἀλλ᾿ ἔξω ἐν ἐρήμοις τόποις ἦν· καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτὸν πανταχόθεν.
Αὐτὸς ὅμως, ὅταν ἐβγῆκεν, ἤρχισε νὰ διακηρύσσῃ πολλὰ περὶ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ διαφημίζῃ τὸ ἱστορικὸν τῆς θεραπείας του, ὥστε ὁ Κύριος νὰ μὴ ἡμπορῇ πλέον φανερὰ νὰ ἔμβη εἰς πόλιν, διότι θὰ προεκαλεῖτο συρροὴ καὶ θορυβώδης διαδήλωσις τοῦ λαοῦ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔμενεν ἔξω εἰς ἐρήμους τόπους καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτὸν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα