ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΑΝΑΒΛΕΨΑΣ δὲ εἶδε τοὺς βάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον πλουσίους.
Εσήκωσε δὲ τὰ μάτια του καὶ εἶδε τοὺς πλουσίους, ποὺ ἔρριπταν τὰ δῶρα τους εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Ναοῦ.
2 εἶδε δέ τινα χήραν πενιχρὰν βάλλουσαν ἐκεῖ δύο λεπτά,
Εἶδε δὲ καὶ κάποιαν χήραν πτωχήν, ἡ ὁποία ἔρριπτεν ἐκεῖ δύο λεπτά.
3 καὶ εἶπεν· ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλεν·
Καὶ εἶπε· Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ἡ πτωχὴ αὐτὴ χήρα ἔρριψε περισσότερα ἀπ’ ὅλους.
4 ἅπαντες γὰρ οὗτοι ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, αὕτη δὲ ἐκ τοῦ ὑστερήματος αὐτῆς ἅπαντα τὸν βίον ὃν εἶχεν ἔβαλε.
Διότι ὅλοι αὐτοὶ ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ τοὺς ἐπερίσσευεν, ἔρριψαν εἰς τὰ δῶρα, ποὺ προσφέρονται εἰς τὸν Θεόν, αὐτὴ ὅμως ἀπὸ τὴν τελείαν πτωχείαν καὶ στέρησίν της, κάθε τι ποὺ εἶχε πρὸς συντήρησίν της, τὸ ἔρριψεν ὁλόκληρον εἰς τὸ κιβώτιον τῆς συνεισφορᾶς.
5 Καί τινων λεγόντων περὶ τοῦ ἱεροῦ ὅτι λίθοις καλοῖς καὶ ἀναθήμασι κεκόσμηται, εἶπε·
Καὶ τὴν ὥρα ποὺ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του ἔλεγαν διὰ τὸ ἱερόν, ὅτι εἶναι στολισμένον μὲ ὡραίους λίθους καὶ ἀφιερώματα, εἶπεν·
6 ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται.
Αὐτὰ ποὺ βλέπετε, θὰ ἔλθουν ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ μείνῃ πέτρα ἐπάνω εἰς πέτραν, ποὺ νὰ μὴ κρημνισθῇ.
7 ἐπηρώτησαν δὲ αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, πότε οὖν ταῦτα ἔσται καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ ταῦτα γίνεσθαι;
Τὸν ἠρώτησαν δὲ καὶ εἶπαν· Διδάσκαλε, πότε λοιπὸν θὰ γίνουν αἱ καταστροφαὶ αὐταί; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σημάδι ποὺ θὰ φανῇ, ὅταν πρόκειται νὰ γίνουν αὐτά;
8 ὁ δὲ εἶπε· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καὶ ὁ καιρὸς ἤγγικε. μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν.
Αὐτὸς δὲ εἶπε· Προσέχετε νὰ μὴ παραπλανηθῆτε ἀπὸ κανένα. Καὶ σᾶς συνιστῶ νὰ προσέχετε, διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν, ποὺ θὰ διεκδικοῦν καὶ θὰ οἰκειοποιοῦνται τὸ ὄνομά μου καὶ θὰ λέγουν· ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Μεσσίας, καὶ ὁ καιρός, ποὺ θὰ γίνουν αὐτά, ἐπλησίασε. Προσέξατε λοιπὸν νὰ μὴ τοὺς ἀκολουθήσετε ὡς μαθηταὶ καὶ ὀπαδοί των.
9 ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκαταστασίας, μὴ πτοηθῆτε· δεῖ γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον, ἀλλ᾿ οὐκ εὐθέως τὸ τέλος.
Ὅταν δὲ ἀκούσετε, ὅτι γίνονται πόλεμοι καὶ ἐπαναστάσεις καὶ διασαλεύσεις τῆς τάξεως, μὴ ταραχθῆτε νομίζοντες, ὅτι αὐτὰ εἶναι σημάδια, ποὺ προαναγγέλλουν τὸ τέλος. Διότι σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον πρέπει αὐτὰ νὰ γίνουν πρῶτον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλθῃ ἀμέσως τὸ τέλος.
10 τότε ἔλεγεν αὐτοῖς· ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν,
Καὶ μετὰ μικρὰν διακοπὴν τοὺς εἶπε τότε· Θὰ σηκωθῇ τὸ ἓν ἔθνος κατὰ τοῦ ἅλλου ἔθνους καὶ τὸ ἓν βασίλειον θὰ σηκωθῇ κατὰ τοῦ ἅλλου βασιλείου.
11 σεισμοί τε μεγάλοι κατὰ τόπους καὶ λιμοὶ καὶ λοιμοὶ ἔσονται, φόβητρά τε καὶ σημεῖα ἀπ᾿ οὐρανοῦ μεγάλα ἔσται.
Καὶ θὰ γίνουν σεισμοὶ μεγάλοι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ πεῖνες καὶ ἐπιδημίαι μολυσματικοὶ καὶ φαινόμενα, ποὺ θὰ προκαλοῦν φόβον, καὶ σημεῖα ἀπὸ τὸν ἔναστρον οὐρανὸν μεγάλα.
12 πρὸ δὲ τούτων πάντων ἐπιβαλοῦσιν ἐφ᾿ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου·
Ἀλλὰ προτοῦ νὰ γίνουν ὅλα αὐτά, θὰ βάλουν τὰ χέρια τους ἐπάνω σας διὰ νὰ σᾶς συλλάβουν καὶ θὰ σᾶς καταδιώξουν, καὶ θὰ σᾶς παραδίδουν εἰς συναγωγὰς διὰ νὰ σᾶς δικάσουν, καὶ εἰς φυλακάς, καὶ θὰ ὁδηγῆσθε ἐνώπιον βασιλέων καὶ ἡγεμόνων, ἐπειδὴ θὰ πιστεύετε εἰς τὸ ὄνομά μου καὶ θὰ μὲ ὁμολογῆτε Κύριόν σας καὶ Σωτῆρα σας.
13 ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον.
Ὅλαι δὲ αἱ καταδιώξεις καὶ περιπέτειαι αὐταὶ θὰ ἔχουν ὡς τελικὴν ἔκβασιν καὶ ἀποτέλεσμα τὴν μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσετε διὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου, διὰ νὰ εἶναι ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἔλεγχος κατὰ τῶν ἀπίστων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δύνανται νὰ δικαιολογηθοῦν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, ὅτι δὲν ἤκουσαν κήρυγμα εὐαγγελίου.
14 θέσθε οὖν εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι·
Βάλετε λοιπὸν βαθειὰ εἰς τὰς καρδίας σας, ὥστε νὰ ἐνθυμῆσθε πάντοτε τὴν σύστασιν αὐτὴν καὶ παραγγελίαν, ποὺ σᾶς κάνω τὴν στιγμὴν αὐτήν, νὰ μὴ προμελετᾶτε καὶ νὰ μὴ σκέπτεσθε ἐκ προτέρου, τί θὰ ἀπολογηθῆτε.
15 ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν.
Διότι ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω εὐκολίαν καὶ ἱκανότητα νὰ ἐκφράζεσθε, ἀλλὰ καὶ σοφίαν νοημάτων καὶ ἐπιχειρημάτων, εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ οὐδένα λόγον θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀντείπουν ἢ νὰ ἀντισταθοῦν ὅλοι οἱ ἀντίθετοί σας.
16 παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν,
Θὰ παραδοθῆτε δὲ εἰς τοὺς διώκτας σας ὄχι μόνον ἀπὸ ξένους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γονεῖς καὶ ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ θὰ θανατώσουν μερικοὺς ἀπὸ σᾶς.
17 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου·
Καὶ θὰ σᾶς μισοῦν ὅλοι, ἐπειδὴ θὰ πιστεύετε εἰς τὸ ὄνομά μου.
18 καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται·
Καὶ παρ’ ὅλους τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰ μίση αὐτά, οὔτε τρίχα ἀπὸ τὴν κεφαλήν σας δὲν θὰ χαθῇ, καὶ συνεπῶς οὔτε ἡ ψυχή σας, ἥτις εἶναι ἡ καθ’ αὑτὸ προσωπικότης σας, θὰ βλαβῇ εἰς τὸ παραμικρόν, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὸ σῶμα σας θὰ συμβῇ ἡ παραμικρὰ βλάβη, χωρὶς ὁ Θεὸς ἀποβλέπων εἰς τὴν πραγματικὴν ὠφέλειάν σας νὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο.
19 ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν.
Μὲ τὴν ὑπομονήν σας κερδήσατε καὶ σώσατε τὰς ψυχάς σας ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς αἰωνίας ἀπωλείας.
20 ὅταν δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς.
Σχετικῶς δὲ μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν κτιρίων αὐτῶν, ποὺ σᾶς εἶπα εἰς τὴν ἀρχήν, μάθετε, ὅτι ὅταν ἴδετε νὰ περικυκλώνεται ἡ Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ στρατεύματα, τότε νὰ ξεύρετε, ὅτι ἐπλησίασεν ἡ ἐρήμωσίς της.
21 τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, καὶ οἱ ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκχωρείτωσαν, καὶ οἱ ἐν ταῖς χώραις μὴ εἰσερχέσθωσαν εἰς αὐτήν,
Τότε αὐτοί, ποὺ θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἂς φεύγουν εἰς τὰ ὅρη, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ εὑρίσκωνται ἐν μέσῳ τῆς πόλεως Ἱερουσαλήμ, ἂς φεύγουν ἔξω εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, καὶ ὅσοι θὰ εἶναι εἰς τὰ χωράφια, ἂς μὴ ἐμβαίνουν εἰς τὴν πόλιν.
22 ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως αὗταί εἰσι τοῦ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα.
Διότι αἱ ἡμέραι αὐταὶ εἶναι ἡμέραι θείας ἐκδικήσεως καὶ τιμωρίας, διὰ νὰ ἐπαληθεύσουν καὶ πραγματοποιηθοῦν ὅλα ὄσα ἔχουν γραφῆ ἀπὸ τοὺς προφήτας περὶ καταστροφῆς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς πρωτευούσης αὐτοῦ.
23 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις· ἔσται γὰρ τότε ἀνάγκη μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὀργὴ τῷ λαῷ τούτῳ,
Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς ἐκείνας, ποὺ θὰ θηλάζουν μικρὰ παιδιὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας. Διότι θὰ εἶναι δυστυχία καὶ στέρησις μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θὰ εἶναι ὀργὴ κατὰ τοῦ λαοῦ τούτου τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ. Αἱ ἔγκυοι λοιπὸν καὶ αἱ θηλάζουσαι, ἐνῷ θὰ δυσκολεύωνται νὰ τρέξουν καὶ νὰ σωθοῦν, δὲν θὰ εὑρίσκουν εὔκολα καὶ τὰ μέσα πρὸς στηριγμὸν καὶ ἐνδυνάμωσιν τοῦ ὀργανισμοῦ των.
24 καὶ πεσοῦνται στόματι μαχαίρας, καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη, καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν.
Καὶ θὰ πέσουν σφαζόμενοι μὲ τὴν κόψιν τῆς μαχαίρας καὶ θὰ μεταφερθοῦν αἰχμάλωτοι πρὸς πώλησιν εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ ἡ Ἱερουσαλὴμ θὰ ἑξακολουθῇ νὰ καταπατῆται ἀπὸ ἐθνικούς, μέχρις ὅτου συμπληρωθοῦν οἱ χρόνοι τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ ἔθνη θὰ κατέχουν ἀποκλειστικῶς τὰ προνόμιά του, ὁπότε μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν εἰς Χριστὸν ὅλων τῶν ἐθνῶν καὶ ὁ Ἰσραὴλ θὰ ἐπιστροφῇ καὶ θὰ σωθῇ.
25 Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου,
Ἀκούσατε τώρα καὶ τὰ σημεῖα τῆς δευτέρας παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ παρόντος κόσμου. Θὰ γίνουν ἔκτακτα καὶ πρωτοφανῆ φαινόμενα εἰς τὸν ἥλιον καὶ εἰς τὴν σελήνην καὶ εἰς τὰ ἄστρα λόγῳ τῶν βιαίων καὶ ριζικῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνουν εἰς τὸ ὑλικὸν σύμπαν. Καὶ ἐπὶ τῆς γῆς μεγάλη στενοχώρια καὶ ἀδημονία θὰ καταλάβῃ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα λόγῳ τοῦ ἤχου καὶ τοῦ θορύβου τῶν βιαίων κυμάτων τῆς θαλάσσης, τὰ ὁποῖα θὰ ὁρμοῦν διὰ νὰ καταπλημμυρίσουν τὴν γῆν, θὰ κυριευθοῦν ἀπὸ μεγάλην ἀπορίαν καὶ ἀμηχανίαν, ἐπειδὴ δὲν θὰ ξεύρουν, πῶς νὰ προφυλαχθοῦν.
26 ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· αἱ γὰρ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται.
Καὶ θὰ λιποθυμοῦν καὶ θὰ χάνουν τὰς αἰσθήσεις των καὶ θὰ γίνωνται σὰν νεκροὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν φόβον των καὶ ἀπὸ τὰ κακά, ποὺ θὰ περιμένουν νὰ καταπλακώσουν τὴν Οἰκουμένην. Πράγματι δὲ τὰ κακὰ αὐτὰ θὰ εἶναι μεγάλα, διότι αἱ οὐράνιαι καὶ ἀγγελικαὶ δυνάμεις, αἱ συγκρατοῦσαι ἤδη τὴν τάξιν τοῦ σύμπαντος, θὰ σαλευθοῦν καὶ θὰ μετακινηθοῦν, ἐπειδὴ ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ κόσμου θὰ παρέλθῃ, ἵνα τὸ σύμπαν ἀνακαινισθῇ.
27 καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς.
Καὶ τότε οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ζῶντες θὰ ἴδουν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται καθισμένος θεοπρεπῶς εἰς σύννεφον καὶ μὲ δύναμιν καὶ συνοδείαν ἀγγέλων καὶ μὲ δόξαν πολλήν.
28 ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν.
Ὅταν δὲ θὰ ἀρχίσουν νὰ γίνωνται αὐτά, σεῖς, τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μου, δὲν πρέπει νὰ φοβηθῆτε, ἀλλὰ πεταχθῆτε ἐπάνω γεμᾶτοι ἐλπίδα καὶ σηκώσατε τὰς κεφαλάς σας, ποὺ ἕως τότε θὰ εἶναι σκυμμένοι λόγῳ τῶν θλίψεων, ποὺ θὰ σᾶς εὕρουν. Ἀναθαρρήσατε, διότι πλησιάζει ἡ ἀπολύτρωσις καὶ τελεία ἀπαλλαγή σας ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ παρόντος βίου.
29 Καὶ εἶπε παραβολὴν αὐτοῖς· ἴδετε τὴν συκῆν καὶ πάντα τὰ δένδρα.
Καὶ μετὰ μικρὰν διακοπὴν εἶπεν εἰς αὐτοὺς καποίαν παραβολὴν καὶ παρομοίωσιν· Ἴδετε τὴν συκῆν καὶ ὅλα τὰ δένδρα.
30 ὅταν προβάλωσιν ἤδη, βλέποντες ἀφ᾿ ἑαυτῶν γινώσκετε ὅτι ἤδη ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν.
Ὅταν βγάζουν φύλλα καὶ ἄνθη, τότε βλέποντες σεῖς αὐτὰ γνωρίζετε μόνοι σας, ὅτι πλησιάζει πλέον τὸ θέρος.
31 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν ἴδετε νὰ γίνωνται αὐτὰ ποὺ σᾶς ἀνέφερα, νὰ ξεύρετε, ὅτι πλησιάζει νὰ ἔλθῃ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ δίκαιοι θὰ ἀπολαύουν ἀτελευτήτως τὴν αἰωνίαν μακαριότητα.
32 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα γένηται.
Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία εἶναι τύπος καὶ εἰκὼν τῆς μελλούσης καταστροφῆς, ποὺ θὰ γίνῃ κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ περάσῃ ἡ γενεὰ αὐτὴ προτοῦ νὰ γίνουν ὅλα αὐτά, ποὺ σᾶς προεΐπον. Συντόμως λοιπὸν θὰ συντελεσθῇ καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ.
33 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι.
Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ποὺ σᾶς φαίνονται τόσον μόνιμα καὶ στερεά, θὰ περάσουν καὶ θὰ ἐκλείψουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δεν θὰ περάσουν, ἀλλὰ θὰ ἐπαληθεύσουν καὶ θὰ παραμείνῃ ἀσάλευτος ἡ ἰσχύς των καὶ τὸ κῦρος των.
34 Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς, καὶ αἰφνίδιος ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη·
Προσέχετε δὲ εἰς τοὺς ἑαυτούς σας, μήπως αἱ ψυχαί σας γίνουν βαρεῖαι καὶ ἀνίκανοι νὰ προσέχουν καὶ νὰ ἀγρυπνοῦν. Γίνονται δὲ αἱ ψυχαὶ βαρεῖαι καὶ δυσκίνητοι εἰς τὸ πνευματικὸν ἔργον ἀπὸ τὸ ἄσωτον φαγοπότι καὶ ἀπὸ τὴν μέθην καὶ ἀπὸ τὰς ἀγωνιώδεις καὶ βασανιστικὰς φροντίδας τῆς παρούσης ζωῆς. Προσέχετε λοιπὸν νὰ μὴ γίνουν δυσκίνητοι καὶ ἀποκοιμισμέναι αἱ ψυχαί σας καὶ ἔξαφνα, χωρὶς νὰ τὴν περιμένετε, ἔλθῃ ἐπάνω σας σὰν κάποιος, ποὺ σᾶς ἔστησεν ἐνέδραν, ἡ ἡμέρα ἐκείνη τῆς δευτέρας παρουσίας, ἢ δὲ ὅσους δὲν θὰ προφθάσουν νὰ ἴδουν ζωντανοὶ τὴν ἔνδοξον ἐκείνην τοῦ Κυρίου ἔλευσιν, ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου.
35 ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.
Λέγω ἔξαφνα καὶ χωρὶς νὰ τὴν περιμένετε, διότι σὰν παγίς, ποὺ θὰ συλλάβῃ ἀμερίμνους ἐπάνω εἰς τὰ πονηρὰ ἔργα των τοὺς κακοὺς καὶ ἀπίστους, θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη εἰς ὅλους, ὅσοι κάθηνται ξένοιαστοι καὶ ἀσυλλόγιστοι ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς.
36 ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Νὰ εἶσθε λοιπὸν ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοὶ προσευχόμενοι καὶ παρακαλοῦντες κάθε ὥραν καὶ στιγμὴν τὸν Θεόν, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ χάριν καὶ δύναμιν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ γίνετε ἄξιοι καὶ δυνατοὶ νὰ ξεφύγετε, χωρὶς νὰ βλαβῆτε ψυχικῶς, ὅλα αὐτὰ ποὺ μέλλουν νὰ γίνουν καὶ νὰ σταθῆτε ἄφοβοι καὶ μὲ θάρρος ἐμπρὸς εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.
37 Ἦν δὲ τὰς ἡμέρας ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων, τὰς δὲ νύκτας ἐξερχόμενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν·
Ἐξηκολούθει δὲ ὁ Κύριος εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συλλήψεως του νὰ διδάσκῃ κατὰ τὰς ἡμέρας εἰς τὸ ἱερόν, κατὰ τὰς νύκτας δὲ ἔβγαινεν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐπέρνα τὴν νύκτα του εἰς τὸ ὅρος, ποὺ ἐλέγετο ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
38 καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὤρθριζε πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει ἀκούειν αὐτοῦ.
Καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἤρχετο πολὺ πρωῒ εἰς αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ διὰ νὰ τὸν ἀκούῃ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα