ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΛΕΓΕ δὲ καὶ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· ἀνένδεκτόν ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· οὐαὶ δὲ δι᾿ οὗ ἔρχεται.
Ο Κύριος τώρα ἀπευθύνεται ἀποκλειστικῶς πρὸς τοὺς μαθητάς του. Τοὺς ἔλεγε δέ· Ὅπως ἔχει τώρα ἡ κατάστασις τοῦ κόσμου τοῦ διεφθαρμένου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἔλθουν τὰ σκάνδαλα καὶ οἱ πειρασμοί, ποὺ σπρώχνουν τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Ἀλλοίμονον ὅμως εἰς ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔρχεται τὸ σκάνδαλον καὶ γίνεται αἰτία νὰ ἁμαρτήση ὁ πλησίον του.
2 λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ λίθος μυλικὸς περίκειται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔρριπται εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων.
Τὸν συμφέρει περισσότερον νὰ κρεμασθῇ γύρω ἀπὸ τὸν λαιμόν του μυλόπετρα καὶ μὲ αὐτὴν νὰ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν, παρὰ νὰ παρασύρῃ εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀπλοῦς, ποὺ πιστεύουν εἰς ἐμέ.
3 προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν δὲ ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ἐπιτίμησον αὐτῷ· καὶ ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ·
Προσέχετε εἰς τοὺς ἑαυτούς σας νὰ μὴ γίνετε ποτὲ σκάνδαλον εἰς τὸν πλησίον σας. Ἐὰν δὲ σοῦ πταίσῃ ὁ ἀδελφός σου, ἐπίπληξέ τον μὲ ἀδελφικὴν συμπάθειαν ἀποβλέπων εἰς τὸ νὰ τὸν διορθώσῃς. Καὶ ἐὰν μετανοήσῃ, συγχώρησέ τον.
4 καὶ ἐὰν ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἁμάρτῃ εἰς σὲ καὶ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἐπιστρέψῃ πρός σε λέγων, μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ.
Καὶ ἐὰν ἑπτὰ φορὰς τὴν ἡμέραν (δηλαδὴ πολλὰς φοράς) σοι πταίσῃ καὶ ἑπτὰ φορὰς ἐπιστρέψῃ καὶ σοῦ εἴπῃ· Μετανοῶ· ὀφείλεις νὰ τὸν συγχωρῇς.
5 Καὶ εἶπον οἱ ἀπόστολοι τῷ Κυρίῳ· πρόσθες ἡμῖν πίστιν.
Καὶ εἶπαν οἱ ἀπόστολοι εἰς τὸν Κύριον· Κύριε· πρόσθεσέ μας πίστιν, καὶ διὰ τῆς χάριτός σου αὔξησε τὴν πίστιν ποὺ ἔχομεν, καὶ κάνε την τελειοτέραν, ὥστε δι’ αὐτῆς νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἀποστολῆς μας καὶ ὑπερνικήσωμεν τὰ σκάνδαλα τοῦ κόσμου.
6 εἶπε δὲ ὁ Κύριος· εἰ ἔχετε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐλέγετε ἂν τῇ συκαμίνῳ ταύτῃ, ἐκριζώθητι καὶ φυτεύθητι ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ ὑπήκουσεν ἂν ὑμῖν.
Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Πράγματι ἔχετε ἀνάγκην νὰ τελειοποιηθῆτε εἰς τὴν πίστιν. Ἐὰν εἴχατε πίστιν τόσον θερμὴν καὶ σφοδρὰν σὰν τὸν μικρὸν σπόρον τοῦ σιναπιοῦ, θὰ ἐλέγατε εἰς τὸ δένδρον αὐτὸ τῆς συκαμινιᾶς, ξερριζώσου καὶ πήγαινε νὰ φυτευθῇς μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ θὰ σᾶς ὑπήκουε.
7 Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν δοῦλον ἔχων ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ὃς εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ἀγροῦ ἐρεῖ, εὐθέως παρελθὼν ἀνάπεσε,
Καὶ τέτοια θαύματα ὅμως ἐὰν κατορθώσετε, μὴ ὑπερηφανευθῆτε, καὶ μὴ ξεχάνετε ποτέ, ὅτι εἶσθε ταπεινοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Πράγματι· ποῖος ἀπὸ σᾶς, ποὺ ἔχει δοῦλον, ὁ ὁποῖος ὀργώνει τὸ χωράφι ἢ βόσκει τὰ πρόβατα, ὅταν ὁ δοῦλος αὐτὸς ἐπιστρέψῃ καὶ ἔμβῃ εἰς τὸ σπίτι ἀπὸ τὸ χωράφι, ποῖος κύριος ἀπὸ σᾶς θὰ τοῦ εἴπῃ· πέρασε ἀμέσως καὶ κάθησε νὰ φάγῃς; Κανείς.
8 ἀλλ᾿ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ περιζωσάμενος διακόνει μοι ἕως φάγω καὶ πίω, καὶ μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ πίεσαι σύ;
Ἀλλὰ τί θὰ τοῦ εἴπῃ; Δὲν θὰ τοῦ εἴπῃ· ἑτοίμασε ἐκεῖνο, ποὺ θὰ δειπνήσω καὶ ζώσου νὰ μὲ ὑπηρετήσῃς, ἕως ὅτου φάγω καὶ πίω, καὶ ὕστερα θὰ φάγῃς καὶ θὰ πίῃς σύ;
9 μὴ χάριν ἔχει τῷ δούλῳ ἐκείνῳ ὅτι ἐποίησε τὰ διαταχθέντα; οὐ δοκῶ.
Μήπως ὁ κύριος οὗτος χρεωστεῖ εὐγνωμοσύνην εἰς τὸν δοῦλον ἐκεῖνον, ἐπειδὴ ἔκαμεν, ὅσα τὸν διέταξε; Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦ χρεωστεῖ εὐγνωμοσύνην.
10 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.
Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν κάμετε ὅλα, ὅσα σᾶς διέταξεν ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἐντολῶν του, πρέπει νὰ λέγετε, ὅτι εἴμεθα δοῦλοι ἄχρηστοι· διότι ἐκεῖνο, ποὺ εἴχαμεν χρέος καὶ καθῆκον νὰ κάμωμεν, αὐτὸ καὶ μόνον ἐκάμαμεν, τίποτε δὲ τὸ ἔκτακτον καὶ ἐξαιρετικόν.
11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας.
Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐπήγαινε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, συνέβη νὰ διέρχεται διὰ μέσου τῶν συνόρων τῆς Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας βαδίζων ἀπὸ δυσμῶν πρὸς ἀνατολὰς πρὸς τὴν πέραν τοῦ Ἰορδάνου χώραν.
12 καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν,
Καὶ ὅταν εἰσήρχετο εἰς κάποιο χωρίον, τὸν συνήντησαν δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν ἀπὸ μακράν, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον κάθε λεπρὸς ἐθεωρεῖτο ἀκάθαρτος καὶ δὲν τοῦ ἐπετρέπετο νὰ πλησιάσῃ κανένα.
13 καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς.
Καὶ αὐτοὶ ἔβγαλαν φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπαν· Ἰησοῦ, Κύριε, κάμε ἔλεος εἰς ἡμᾶς καὶ θεράπευσέ μας.
14 καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν.
Καὶ ὅταν τοὺς εἶδε, εἶπε πρὸς αὐτούς· Πηγαίνετε καὶ δείξατε τὸ σῶμα σας εἰς τοὺς ἱερεῖς διὰ νὰ βεβαιώσουν αὐτοί, σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἐὰν πράγματι ἐθεραπεύθητε. Καὶ συνέβη, ὅταν αὐτοὶ ἐπήγαιναν νὰ ἐξετασθοῦν ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ἐκαθαρίσθησαν ἀπὸ τὴν λέπραν.
15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν,
Ἕνας δὲ ἀπὸ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι ἐθεραπεύθη, ἐπέστρεψε καὶ μὲ φωνὴν μεγάλην ἐκφράζων τὴν χαρὰν καὶ εὐγνωμοσύνην του ἐδόξαζε τὸν Θεόν, ποὺ διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ τὸν ἐθεράπευσε.
16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης.
Καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς πλησίον τῶν ποδῶν τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστεῖ. Καὶ αὐτὸς ἦτο Σαμαρείτης, σχισματικὸς καὶ ὀλιγώτερον φωτισμένος ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ συνεπῶς δὲν θὰ ἐπερίμενε κανεὶς νὰ δείξῃ αὐτὸς εὐγνωμοσύνην, ὁποίαν δὲν ἔδειξαν οἱ ἄλλοι ἐννέα, ποὺ ἦσαν Ἰσραηλῖται.
17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;
Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· Δὲν ἐκαθαρίσθησαν ἀπὸ τὴν λέπραν καὶ οἱ δέκα; Οἱ δὲ ἄλλοι ἐννέα ποὺ εἶναι;
18 οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;
Ἐχάθησαν νὰ γυρίσουν πίσω καὶ νὰ δώσουν δόξαν εἰς τὸν Θεόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ξένον αὐτόν, ποὺ δὲν ἀνήκει εἰς τὸ γνήσιον ἰουδαϊκὸν γένος;
19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
Καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Σήκω καὶ πήγαινε· ἡ πίστις σου δὲν ἐθεράπευσε τὸ σῶμα σου μόνον, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καὶ καλὴν ἀρχήν, ποὺ θὰ σὲ ὁδηγηση εἰς τὴν πνευματικὴν σωτηρίαν.
20 Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν· οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως,
Ὅταν δὲ ἠρωτήθη ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπερίμεναν αὐτοὶ ὅτι θὰ ἐβασίλευεν ὁ Μεσσίας μετὰ κοσμικῆς δυνάμεως, ἀπεκρίθη εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔρχεται μὲ πομπὴν καὶ ἐξωτερικὴν λαμπρότητα, ὥστε νὰ προσελκύῃ τὴν παρατήρησιν ὅλων καὶ νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ ἔλευσίς της ἀπὸ τὰς ἐξωτερικὰς τῶν ἀνθρώπων αἰσθήσεις.
21 οὐδὲ ἐροῦσιν ἰδοὺ ὧδε ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ· ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν.
Οὔτε ὅταν ἔλθῃ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θὰ εἴπουν οἱ ἄνθρωποι· Ἰδοὺ ἐδῶ εἶναι ὁ βασιλεὺς καὶ Μεσσίας· ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ εἶναι. Ὅτι δὲ αὐτά, ποὺ σᾶς λέγω, εἶναι ἀληθῆ, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἐγὼ ὁ Μεσσίας, ποὺ εἶμαι ἡ προσωποποίησις τῆς βασιλεῖας τοῦ Θεοῦ, εἶμαι μεταξύ σας καὶ σεῖς ἑξακολουθεῖτε νὰ μὴ ἔχετε εἴδησιν, ὅτι ἦλθεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
22 Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς· ἐλεύσονται ἡμέραι ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν, καὶ οὐκ ὄψεσθε.
Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς· θὰ φύγω καὶ θὰ ἐπιθυμήσετε τὴν παρουσίαν μου. Θὰ ἔλθουν ἡμέραι, ποὺ ὕστερα ἀπὸ ἀντιδράσεις καὶ μόχθους καὶ δυσκόλους περιστάσεις, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιμετωπίζετε ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἀποστολῆς σας, θὰ ἐπιθυμήσετε νὰ ἴδετε μίαν ἀπὸ τὰς ἐνδόξους ἡμέρας τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ δὲν θὰ τὴν ἴδετε.
23 καὶ ἐροῦσιν ὑμῖν· ἰδοὺ ὧδε, ἰδοὺ ἐκεῖ· μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε.
Καὶ θὰ σᾶς εἶπουν τότε: Ἰδοὺ ἔδω εἶναι ὁ Χριστὸς ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ εἶναι ὁ Χριστός. Προσέξατε νὰ μὴ πάτε, οὔτε νὰ ἀκολουθήσετε αὐτόν, ποὺ θὰ σᾶς φέρῃ τὴν εἴδησιν αὐτήν.
24 ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανὸν εἰς τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν λάμπει, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ.
Σᾶς λέγω δὲ νὰ μὴ ἀκολουθήσετε εἰς ὡρισμένον τόπον, διότι ὁ Μεσσίας δὲν θὰ εἶναι τότε κρυμμένος εἰς μέρος τι, ἀλλὰ καθὼς ἡ ἀστραπή, ποὺ ἀστράπτει ἀπὸ ἕνα οἰονδήποτε σημεῖον τῆς ἀτμοσφαίρας καὶ τῶν νεφῶν, καὶ ἐν γένει τῆς περιοχῆς, ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, λάμπει διὰ μιᾶς εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ ὁρίζοντος, ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνδόξου παρουσίας του. Ἡ παρουσία του θὰ ἐπέλθῃ αἰφνιδίως καὶ θὰ εἶναι εἰς ὅλους αἰσθητή.
25 πρῶτον δὲ δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης.
Προτοῦ ὅμως ἔλθῃ ἐνδόξως ὡς κριτής, πρέπει σύμφωνα μὲ τὴν ὡρισμένην βουλὴν καὶ πρόγνωσιν τοῦ Θεοῦ νὰ πάθῃ πολλὰ καὶ νὰ ἀποδοκιμασθῇ ἀπὸ τὴν γενεὰν αὐτὴν τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων.
26 καὶ καθὼς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·
Καὶ καθὼς συνέβη κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Νῶε, ἔτσι θὰ συμβῇ καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
27 ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας.
Οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ τότε ἐπὶ τοῦ Νῶε, μολονότι οὗτος τοὺς προανήγγελλε τὴν διὰ τοῦ κατακλυσμοῦ καταστροφήν, ἔτρωγαν ἀσυλλόγιστα καὶ ἔπιναν, ἐνυμφεύοντο καὶ ὑπάνδρευαν τὰ παιδιά των μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ ἐμβῆκεν ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, χωρὶς νὰ ἔρχεται καμμία σκέψις εἰς αὐτοὺς περὶ τῆς τιμωρίας, ποὺ τοὺς ἐπερίμενε. Καὶ ἔξαφνα ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς κατέστρεψεν ὅλους.
28 ὁμοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν·
Θὰ συμβῇ τὸ ἴδιο μὲ ἐκεῖνο, ποὺ ἔγινε καὶ εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ Λώτ· ἔτρωγαν τότε οἱ ἄνθρωποι, ἔπιναν, ἠγόραζαν, ἐπωλοῦσαν, ἐφύτευαν, ἔκτιζαν οἰκοδομάς, χωρὶς νὰ συλλογίζονται τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μετ’ ὀλίγον θὰ ἐξέσπα κατ’ αὐτῶν.
29 ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξε πῦρ καὶ θεῖον ἀπ᾿ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας.
Τὴν ἡμέραν ὅμως, ποὺ ἐβγῆκεν ὁ Λὼτ ἀπὸ τὰ Σόδομα, ἔβρεξε φωτιὰ καὶ θειάφι ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ τοὺς κατέστρεψεν ὅλους.
30 κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται.
Ὅμοια πρὸς αὐτὰ θὰ συμβοῦν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ φανερωθῇ ἐνδόξως ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου διὰ νὰ κρίνῃ τὸν κόσμον. Καὶ τότε δηλαδὴ θὰ εἶναι ἀμέριμνοι καὶ ἀσυλλόγιστοι οἱ ἄνθρωποι, ὅπως ἐπὶ τοῦ Νῶε καὶ τοῦ Λώτ, καὶ θὰ ἔλθῃ ἔξαφνα, καὶ χωρὶς νὰ τὴν περιμένουν, ἡ δευτέρα παρουσία.
31 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά, καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω.
Κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἡ δευτέρα παρουσία, οἱ φρόνιμοι καὶ εὐσεβεῖς ἂς ἔχουν νεκρωμένον κάθε ἐνδιαφέρον πρὸς τὰ ἐγκόσμια καὶ ἂς εἶναι ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοὶ διὰ νὰ δεχθοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκεῖνος, ποὺ θὰ εὑρίσκεται ἐπάνω εἰς τὸ ἠλιακωτὸν καὶ τὴν στέγην, ἐνῷ τὰ πράγματά του θὰ εἶναι κάτω, μέσα εἰς τὸ σπίτι, ἂς μὴ καταβῇ διὰ νὰ τὰ πάρῃ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὸ χωράφι, ὁμοίως καὶ αὐτός, ἂς μὴ γυρίσῃ ὀπίσω εἰς τὴν πόλιν διὰ νὰ σώσῃ τὰ ἐκεῖ πράγματά του.
32 μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ.
Νὰ ἐνθυμῆσθε τὴν γυναῖκα τοῦ Λώτ, ποὺ ἁπλῶς καὶ μόνον ἐγύρισεν ὀπίσω διὰ νὰ ἴδῃ τί ἐγίνετο εἰς τὰ Σόδομα, καὶ μετεβλήθη εἰς στήλην ἅλατος.
33 ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν, ζωογονήσει αὐτήν.
Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἐπιδιώξῃ διὰ τῆς προσκολλήσεώς του εἰς τὰ ἐπίγεια νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του ἀπὸ τὸν σωματικὸν θάνατον, αὐτὸς θὰ χάσῃ αὐτὴν αἰωνίως, διότι ἡ ψυχή του θὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν αἰωνίαν κόλασιν. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ διὰ νὰ μείνῃ πιστὸς εἰς τὸ καθῆκον, θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του, αὐτὸς θὰ τὴν διατηρήσῃ, διότι θὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του εἰς τὸν μέλλοντα βίον.
34 λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ νυκτὶ δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται·
Ἡ στενὴ σχέσις καὶ συμβίωσίς σας εἰς τὴν ζωὴν αὐτὴν δὲν θὰ ἐμποδίσῃ νὰ χωρισθῆτε καὶ νὰ ἔχετε διάφορον τύχην ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν. Σᾶς βεβαιῶ· κατ’ αὐτὴν τὴν νύκτα, ποὺ θὰ προηγηθῇ τῆς δευτέρας παρουσίας, δύο θὰ κοιμῶνται εἰς τὸ αὐτὸ κρεββάτι, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι μητέρα καὶ κόρη ἢ σύζυγος μετὰ τῆς συζύγου ἢ δύο ἀδελφοὶ ἢ δι’ ἄλλου δεσμοῦ συγγενείας συνδεόμενα πρόσωπα. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ὡς δίκαιος καὶ θεοφιλὴς θὰ παραληφθῇ πρὸς προϋπάντησιν τοῦ Κυρίου, καὶ ὁ ἄλλος ὡς ἀνάξιος θὰ ἐγκαταλειφθῇ.
35 δύο ἔσονται ἀλήθουσαι ἐπὶ τὸ αὐτό, μία παραληφθήσεται καὶ ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται·
Δύο γυναῖκες θὰ εἶναι, ποὺ θὰ ἀλέθουν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος καὶ θὰ γυρίζουν καὶ αἱ δύο τὸν αὐτὸν χειρόμυλον. Ἡ μία θὰ παραληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἡ ἄλλη θὰ ἀφεθῇ ἐκεῖ, ποὺ εὑρίσκεται.
36 δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται.
Δύο θὰ εἶναι εἰς τὸ χωράφι. Ὁ ἕνας θὰ παραληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ ὁ ἄλλος θὰ ἐγκαταλειφθῇ.
37 καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ· ποῦ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ὅπου τὸ σῶμα, ἐκεῖ ἐπισυναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοί.
Καὶ ἀπεκρίθησαν οἱ μαθηταὶ καὶ εἶπαν· Ποῦ θὰ ἐγκαταλειφθοῦν καὶ εἰς ποῖον μέρος θὰ ἀφεθοῦν, Κύριε; Ὁ δὲ Κύριος τοὺς εἶπεν· ἐκεῖ ὅπου εἶναι τὸ νεκρὸν σῶμα, δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι οἱ νεκροὶ ἠθικῶς καὶ ἁμαρτωλοί, ἐκεῖ θὰ μαζευθοῦν καὶ οἱ ἀετοί, ποὺ θὰ καταβροχθίσουν τὸ πτῶμα· δηλαδὴ ἐκεῖ θὰ συναχθοῦν καὶ οἱ τιμωροὶ ἄγγελοι, ποὺ θὰ τιμωρήσουν τοὺς ἠθικῶς νεκροὺς καὶ ἁμαρτωλούς.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα