ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ἀρχόντων τῶν Φαρισαίων σαββάτῳ φαγεῖν ἄρτον, καὶ αὐτοὶ ἦσαν παρατηρούμενοι αὐτόν.
Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι κάποιου ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τῶν Φαρισαίων ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου διὰ νὰ φάγῃ ἄρτον, συνέβη αὐτοὶ νὰ τὸν παρατηροῦν καὶ νὰ τὸν παρακολουθοῦν μετὰ προσοχῆς, μήπως εἴπῃ ἢ πράξῃ κάτι παράνομον καὶ ἀξιοκατάκριτον.
2 καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπός τις ἦν ὑδρωπικὸς ἔμπροσθεν αὐτοῦ.
Καὶ ἰδοὺ κάποιος ἄνθρωπος, ποὺ ἔπασχεν ἀπὸ ὑδρωπικίαν, ἐστέκετο ἐμπρός του, διστάζων διὰ τοὺς παρόντας νομικοὺς καὶ Φαρισαίους νὰ ζητήσῃ φανερὰ τὴν θεραπείαν του, ἐλπίζων ὄμως, ὅτι θὰ ἐκίνει τὴν συμπάθειάν του.
3 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς τοὺς νομικοὺς καὶ Φαρισαίους λέγων· εἰ ἔξεστι τῷ σαββάτῳ θεραπεύειν; οἱ δὲ ἡσύχασαν.
Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπε πρὸς τοὺς νομικοὺς καὶ τοὺς Φαρισαίους· εἶναι ἄραγε ἐπιτετραμμένον νὰ θεραπεύῃ κανεὶς ἀρρώστους κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου; Ἐκεῖνοι δὲ ἐσιώπησαν, διότι δὲν ἐτόλμων νὰ τοῦ εἶπουν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται.
4 καὶ ἐπιλαβόμενος ἰάσατο αὐτὸν καὶ ἀπέλυσε.
Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἤγγισε μὲ τὰς χεῖρας του, τὸν ἰάτρευσε καὶ τοῦ ἔδωκε τότε τὴν ἄδειαν νὰ φύγῃ.
5 καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπε· τίνος ὑμῶν υἱὸς ἢ βοῦς εἰς φρέαρ ἐμπεσεῖται, καὶ οὐκ εὐθέως ἀνασπάσει αὐτὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;
Καὶ ἀπαντῶν εἰς τοὺς ἀποκρύφους διαλογισμοὺς τῶν Φαρισαίων εἶπε πρὸς αὐτούς· Ποίου ἀπὸ σᾶς ὁ υἱὸς ἢ τὸ βώδι θὰ πέσῃ μέσα εἰς πηγάδι καὶ δὲν θὰ καταβάλῃ πολλὰς προσπαθείας καὶ κόπους διὰ νὰ τὸν ἀνασύρῃ ἀπ’ ἐκεῖ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου; Ἀφοῦ λοιπὸν θεωρεῖτε τοῦτο ἐπιτετραμμένον, πῶς θὰ κατακρίνετε ὡς παραβάτην τοῦ Σαββάτου ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ὅχι μὲ κοπιώδη προσπάθειαν, ἀλλὰ μὲ ἀπλοῦν λόγον βοηθεῖ ὄχι ἄλογον ζῶον, ἀλλὰ λογικὸν ἄνθρωπον πάσχοντα;
6 καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι αὐτῷ πρὸς ταῦτα.
Καὶ δὲν ἠμπόρεσαν εἰς αὐτὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσουν, διότι ἦτο ὁλοφάνερον τὸ ἄδικόν των.
7 Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς κεκλημένους παραβολήν, ἐπέχων πῶς τὰς πρωτοκλισίας ἐξελέγοντο, λέγων πρὸς αὐτούς·
Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς καλεσμένους εἰς τὸ τραπέζι παραβολήν, διὰ τῆς ὁποίας τοὺς ἐδίδασκε τὴν ταπεινοφροσύνην, ἐπειδὴ παρετήρησε, πόσον ἐζήτουν καὶ ἐδιάλεγαν τὰς πρώτας θέσεις εἰς τὸ τραπέζι. Καὶ τοὺς εἶπε·
8 ὅταν κληθῇς ὑπό τινος εἰς γάμους, μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν πρωτοκλισίαν, μήποτε ἐντιμότερός σου ᾖ κεκλημένος ὑπ᾿ αὐτοῦ,
Ὅταν προσκληθῇς ἀπὸ κάποιον εἰς γάμους, μὴ καθήσης μόνος σου εἰς τὴν πρώτην θέσιν· μήπως ἄλλος ἀνώτερος κατὰ τὴν κοινωνικὴν θέσιν καὶ ἀξίαν ἀπὸ σὲ εἶναι προσκαλεσμένος ἀπὸ αὐτόν, ποὺ σᾶς ἐκάλεσε.
9 καὶ ἐλθὼν ὁ σὲ καὶ αὐτὸν καλέσας ἐρεῖ σοι· δὸς τούτῳ τόπον· καὶ τότε ἄρξῃ μετ᾿ αἰσχύνης τὸν ἔσχατον τόπον κατέχειν.
Καὶ θὰ ἔλθῃ τότε αὐτός, ποὺ ἐκάλεσε καὶ σὲ καὶ αὐτόν, καὶ θὰ σοῦ εἴπῃ: Κάνε θέσιν καὶ δῶσε τόπον εἰς αὐτόν. Καὶ θὰ ἀρχίσῃς τότε μὲ ἐντροπὴν νὰ ἀναζητῇς θέσιν, καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἄλλοι ἔχουν καθίσει καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θὰ σοῦ παραχωρῇ τὴν θέσιν του, θὰ ἀναγκασθῇς τότε νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταίαν θέσιν εἰς τὸ τραπέζι.
10 ἀλλ᾿ ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσε εἰς τὸν ἔσχατον τόπον, ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς σε εἴπῃ σοι· φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον· τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν συνανακειμένων σοι.
Ἀλλ’ ὅταν προσκληθῇς, πήγαινε καὶ κάθησε εἰς τὴν τελευταίαν θέσιν, ὥστε ὅταν ἔλθῃ αὐτός, ποὺ σὲ ἔχει καλέσει, νὰ σοῦ εἴπῃ· Φίλε, ἀνέβα παραπάνω καὶ κάθισε ὑψηλότερα εἰς θέσιν τιμητικωτέραν. Καὶ τότε θὰ σοῦ ἀποδοθῇ τιμὴ ἐμπρὸς εἰς ὅλους ἐκείνους, ποὺ παρακάθηνται μαζὶ μὲ σὲ εἰς τὸ τραπέζι.
11 ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Ὁ ἐξευτελισμὸς δὲ αὐτὸς ἐκείνου, ποὺ παίρνει μόνος του τὴν πρώτην θέσιν, καὶ ἡ τιμὴ ἐκείνου, ποὺ ἀφίνει εἰς τοὺς ἄλλους νὰ τοῦ προσφέρουν τὴν πρώτην θέσιν, θὰ γίνουν, διότι ἰσχύει ὁ γενικὸς νόμος καὶ κανῶν: Καθένας ποὺ ὑψώνει μόνος του τὸν ἑαυτόν του θὰ ταπεινωθῇ καὶ καθένας ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ὑψωθῇ.
12 Ἔλεγε δὲ καὶ τῷ κεκληκότι αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς φίλους σου μηδὲ τοὺς ἀδελφούς σου μηδὲ τοὺς συγγενεῖς σου μηδὲ γείτονας πλουσίους, μήποτε καὶ αὐτοί σε ἀντικαλέσωσι, καὶ γενήσεταί σοι ἀνταπόδομα.
Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς ἐκεῖνον, ποὺ τὸν εἶχε καλέσει· ὅταν κάνῃς πρωινὸν ἢ βραδυνὸν τραπέζι, μὴ περιορίζεσαι νὰ προσκαλῇς ἀποκλειστικῶς τοὺς φίλους σου, οὔτε τοὺς ἀδελφούς σου, οὔτε τοὺς συγγενεῖς σου, οὔτε γείτονας πλουσίους· μήπως καὶ ἐκεῖνοι σὲ καλέσουν, καὶ σοῦ γίνῃ ὑπ’ αὐτῶν καὶ ὄχι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀνταπόδοσις καὶ ἀνταμοιβὴ δι’ αὐτό, ποὺ τοὺς ἔκαμες.
13 ἀλλ᾿ ὅταν ποιῇς δοχήν, κάλει πτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς, τυφλούς,
Ἀλλ’ ὅταν κάνῃς ὑποδοχὴν καὶ τραπέζι, προσκάλει εἰς αὐτὸ πτωχούς, σακάτηδες, κουτσούς, τυφλούς.
14 καὶ μακάριος ἔσῃ, ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι· ἀνταποδοθήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων.
Καὶ θὰ εἶσαι μακάριος, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἄλλο τι ἀπὸ εὐχὰς νὰ σοῦ ἀνταποδώσουν. Εἶσαι δὲ μακάριος δι’ αὐτό, διότι θὰ σοῦ ἀνταποδοθῇ αὐτό, ποὺ ἔκαμες, κατὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν δικαίων, ὅταν ὁ Θεὸς θὰ ἀνταμείψῃ κάθε ἀγαθοεργίαν καὶ ἀρετήν.
15 Ἀκούσας δέ τις τῶν συνανακειμένων ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄριστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν δὲ ἤκουσεν αὐτὰ κάποιος ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ συμπαρεκάθηντο εἰς τὸ τραπέζι, εἶπεν εἰς αὐτόν: Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ φάγῃ γεῦμα εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ μαζὶ μὲ τὸν Μεσσίαν καὶ τοὺς πατριάρχας καὶ τοὺς ἄλλους δικαίους.
16 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς·
Ὁ δὲ Ἰησοῦς διὰ νὰ διδάξῃ, ποίας ἀρετὰς πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν αἰωνίαν εὐφροσύνην τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἶπε πρὸς αὐτόν· Κάποιος ἄνθρωπος ἔκαμε βραδυνὸν συμπόσιον μεγάλο καὶ ἐκάλεσε πολλούς. Ἡ χαρὰ καὶ ἀπόλαυσις δηλαδὴ τῆς αἰωνίου βασιλείας παραβάλεται πρὸς δεῖπνον μεγαλοπρεπές, ποὺ ἐτοίμασεν ὁ Θεὸς καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐκάλεσε εἰς τὰς ἀρχὰς ὄχι ὅλους, ἀλλὰ πολλούς, τουτέστι τοὺς Ἰουδαίους.
17 καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα.
Καὶ κατὰ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου ἔστειλε τὸν δοῦλον του, δηλαδὴ τοὺς εἰς ἐκάστην ἐποχὴν ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ, τότε δέ, ὅτε ἐλέγετο ἡ παραβολή, ἔστειλε τὸν Βαπτιστὴ πρῶτον καὶ τὸν Υἱόν του ἔπειτα, ὁ ὁποῖος ἔλαβε διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως μορφὴν δούλου. Τὸν ἔστειλε δὲ διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς προσκαλεσμένους· Ἐλᾶτε, καὶ μὴ ἀναβάλλετε, διότι εἶναι πλέον ὅλα ἕτοιμα.
18 καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
Καὶ ἤρχισαν οἱ προσκαλεσμένοι ἀπὸ μιᾶς γνώμης, σὰν νὰ ἦσαν προσυνεννοημένοι, νὰ δικαιολογοῦν τὴν ἀπουσίαν των ἀπὸ τὸ δεῖπνον. Ὁ πρῶτος εἶπεν· Ἠγόρασα κάποιο χωράφι καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸ ἴδω· σὲ παρακαλῶ θεώρησέ με δικαιολογημένον καὶ ἀπηλλαγμένον τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἔλθω.
19 καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.
Καὶ ἄλλὸς εἶπεν· Ἠγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω. Σὲ παρακαλῶ συγχώρησε τὴν δικιολογημένην ἀπουσίαν μου.
20 καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
Καὶ ἄλλος εἶπεν· Ἐπῆρα εἰς γάμον γυναῖκα καὶ δ΄ αὐτὸ δεν ἡμπορῶ νὰ ἔλθω. Δηλαδὴ οἱ προσκεκλημένοι ὅλοι ἀπερροφήθησαν ἀπὸ τὰς βιοτικὰς καὶ σαρκικὰς μερίμνας καὶ ἠδιαφόρησαν εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐκάλει νὰ γίνουν συμμέτοχοι καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας του.
21 καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε.
Καὶ ἀφοῦ ἦλθεν ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, διηγήθη εἰς τὸν κύριόν του τὰ ὅσα εἶπον εἰς αὐτὸν οἰ προσκαλεσμένοι. Τότε ὁ οἰκοκύρης ἐθύμωσε καὶ εἶπεν εἰς τὸν δοῦλον του· Ἔβγα γρήγορα εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰ στενὰ τῆς πόλεως καὶ φέρε ἐδῶ μέσα τοὺς πτωχούς, τοὺς σακάτηδες καὶ χωλοὺς καὶ τυφλούς, ποὺ θὰ εὕρῃς ἐκεῖ. Κάλεσε δηλαδὴ τοὺς περιφρονημένους μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἀφοῦ οἱ ἐπίσημοι ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ ἀρνοῦνται νὰ δεχθοῦν τὴν σωτηρίαν, ποὺ τοὺς προσφέρει ὁ Μεσσίας.
22 καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί.
Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀλίγον εἶπεν ὁ δοῦλος· Κύριε, ἔγινεν ὅπως διέταξες καὶ ὑπάρχει ἀκόμη τόπος ἀδειανὸς εἰς τὸ σπίτι διὰ νὰ προσκληθοῦν καὶ ἄλλοι.
23 καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου.
Καὶ εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· Ἔβγα ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν εἰς τοὺς δρόμους καὶ εἰς τοὺς φράκτας τῶν κτημάτων, ὅπου συνήθως μαζεύονται οἱ περιπλανώμενοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν σπίτι καὶ μόνιμον κατοικίαν, καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ διστάζουν ἐκ συστολῆς νὰ λάβουν μέρος εἰς τὸ δεῖπνον μου, παρακίνησε τοὺς ἐπιμόνως νὰ ἔμβουν ἐδῶ, διὰ νὰ γεμίσῃ τὸ σπίτι μου. Προσκάλεσε δηλαδὴ καὶ τοὺς ἐθνικοὺς νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Μεσσίου.
24 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.
Διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους τοὺς προσκαλεσμένους, ὄχι μόνον δὲν θὰ παρακαθήσῃ ἀλλὰ οὐδὲ κὰν θὰ γευθῇ τὸ δεῖπνον μου.
25 Συνεπορεύοντο δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. καὶ στραφεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς·
Ἐπήγαιναν δὲ μαζί του πολλὰ πλήθη λαοῦ καὶ ἀφοῦ πρὸς στιγμὴν ἐσταμάτησε, ἔστρεψε πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε· Καλὰ μὲ ἀκολουθεῖτε τώρα καὶ θέλετε νὰ εἶσθε μαθηταί μου καὶ φίλοι μου. Μάθετε ὅμως αὐτά, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα διὰ κάθε γνήσιον ἀκόλουθόν μου.
26 εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι.
Ἐὰν κανεὶς ἔρχεται μαζί μου, καὶ δὲν μισῇ τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα του καὶ τὴν γυναῖκα του καὶ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τὰς ἀδελφάς του, ἐφ’ ὅσον αὐτοὶ τοῦ γίνονται ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ μὲ ἀκολουθῇ, ἀκόμη δὲ ἐὰν δὲν μισῇ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του, ἐφ’ ὅσον ὁ φόβος του νὰ χάσῃ τὴν ζωήν του τοῦ γίνεται αἰτία νὰ μὲ ἀρνηθῇ, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
27 καὶ ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
Καὶ ὅποιος δὲν παίρνει ἐπάνω του τὸν σταυρόν του, καὶ μὲ ἄλλας λέξεις, ὅποιος δὲν λαμβάνει τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστῇ καὶ θάνατον σταυρικὸν καὶ ἐπονείδιστον δι΄ ἐμὲ καὶ δὲν ἔρχεται μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὀπίσω μου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
28 τίς γὰρ ἐξ ὑμῶν, θέλων πύργον οἰκοδομῆσαι, οὐχὶ πρῶτον καθίσας ψηφίζει τὴν δαπάνην, εἰ ἔχει τὰ πρὸς ἀπαρτισμόν;
Ἐξετάσατε καλὰ τὸν ἑαυτόν σας καὶ ἀφοῦ σκεφθῆτε, ἐὰν ἠμπορῆτε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς τὰς θυσίας αὐτάς, ἀποφασίσατε τότε νὰ μὲ ἀκολουθήσετε. Μελετήσατε τὸ πρᾶγμα, ἂν μὴ περισσότερον, τουλάχιστον ὅσον καὶ οἱ μελετῶντες νὰ ἀναλάβουν ἐγκοσμίους ἐπιχείρησεις δαπανηρὰς ἢ ἐπικινδύνους. Διότι ποῖος ἀπὸ σᾶς, ποὺ θέλει νὰ κτίσῃ σπίτι ἐφωδιασμένον μὲ πύργον, δὲν κάθεται πρῶτον νὰ λογαριάσῃ τὴν δαπάνην, ὥστε νὰ πεισθῇ, ἐὰν ἔχῃ τὰ χρήματα, ποὺ θὰ χρειασθοῦν διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον;
29 ἵνα μήποτε, θέντος αὐτοῦ θεμέλιον καὶ μὴ ἰσχύσαντος ἐκτελέσαι, πάντες οἱ θεωροῦντες ἄρξωνται αὐτῷ ἐμπαίζειν,
Ἔτσι κάθε φρόνιμος λογαριάζει, διὰ νὰ μὴ τοῦ συμβῇ, ὥστε ἀφοῦ βάλῃ αὐτὸς θεμέλιον καὶ δὲν μπορέσῃ νὰ τελειώσῃ τὸν πύργον, νὰ ἀρχίσουν νὰ τὸν ἐμπαίζουν ὅλοι, ὅσοι θὰ βλέπουν, ὅτι τὸ ἔργον ἔμεινεν ἀτελείωτον,
30 λέγοντες ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καὶ οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι;
λέγοντες ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἤρχισε νὰ οἰκοδομῇ καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τελειώσῃ τὴν οἰκοδομήν. Οἰκοδομὴν πνευματικήν, αἰωνίαν καὶ ἀκατάλυτον καλεῖσθε νὰ κτίσετε καὶ σεῖς, ἐὰν γίνετε μαθηταί μου. Εἶσθε λοιπὸν ἀποφασισμένοι νὰ ὑποστῆτε δι’ αὐτὴν θυσίας καὶ νὰ μὴ ἀφήσετε τὸ ἔργον ἀτελείωτον
31 ἢ τίς βασιλεύς, πορευόμενος συμβαλεῖν ἑτέρῳ βασιλεῖ εἰς πόλεμον, οὐχὶ πρῶτον καθίσας βουλεύεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ἀπαντῆσαι τῷ μετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ᾿ αὐτόν;
Ἀλλὰ καὶ πόλεμον ὡς στρατιώτης ἰδικός μου καλεῖτε νὰ διεξαγάγῃ κάθε μαθητής μου. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν προτοῦ συγκαταριθμηθῇ εἰς τὴν παράταξίν μου, ἂς τὸ σκεφθῇ καλά. Διότι ποῖος βασιλεύς, ποὺ πηγαίνει νὰ συγκρουσθῇ καὶ νὰ πολεμίσῃ μὲ ἄλλον βασιλέα, δὲν κάθεται πρῶτα νὰ σκεφθῇ καὶ λογαριάσῃ, ἐὰν ἔχῃ τὴν δύναμιν μὲ δέκα χιλιάδας νὰ συναντήσῃ καὶ ἀποκρούσῃ ἐκεῖνον, ποὺ ἔρχεται ἐναντίον του μὲ εἴκοσι χιλιάδας;
32 εἰ δὲ μήγε, ἔτι πόρρω αὐτοῦ ὄντος πρεσβείαν ἀποστείλας ἐρωτᾷ τὰ πρὸς εἰρήνην.
Καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸς νὰ τὸν ἀντικρούσῃ, ἐνόσῳ εἶναι ἀκόμη μακρὰν ὁ βασιλεὺς οὗτος, στέλλει ἀνθρώπους, ποὺ μεσιτεύσουν ὡς ἀντιπρόσωποί του, καὶ ζητεῖ διαπραγματεύσεις δι’ εἰρήνην.
33 οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
Ἔτσι λοιπὸν καθένας ἀπὸ σᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν κάνει ἐκ μέρους του τὸν λογαριασμόν του καὶ δὲν ἀπαρνεῖται ὅλα τὰ ὑπάρχοτά του, καὶ φυσικοὺς δηλαδὴ δεσμοὺς καὶ πλοῦτον καὶ ἀπολαύσεις καὶ τὴν ζωήν του αὐτήν, δὲν δύναται νὰ εἶναι μαθητής μου.
34 Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται;
Καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ κανεὶς μαθητής μου καὶ νὰ καταστῇ ἅλας πνευματικόν, τὸ ὁποῖον προλαμβάνει τὴν ἠθικὴν σαπίλα καὶ ἐξυγιαίνει τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἅλας χάσῃ τὴν δύναμίν του, μὲ τί θὰ ἀρτυθῇ, ὥστε νὰ γίνῃ πάλιν χρήσιμον;
35 οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν εὔθετόν ἐστιν· ἔξω βάλλουσιν αὐτό. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
Δὲν εἶναι κατάλληλον καὶ χρήσιμον οὔτε εἰς τὴν γῆν νὰ ριφθῇ καὶ νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὴν ὡς χῶμα ἀβλαβὲς καὶ παραγωγικόν, οὔτε νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς λίπασμα. Τὸ ρίπτουν ἔξω ὡς ἄχρηστον. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ πνευματικὰ καὶ πραγματικὸν ἐνδιαφέρον, ὥστε νὰ ἀκούῃ καὶ νὰ ἐγκολποῦται αὐτὰ ποὺ λέγω, ἂς τὰ ἀκούῃ. Καὶ ἂς μαθαίνῃ ὅτι καὶ καθένας ἀπὸ τοὺς μαθητάς μου, ποὺ δὲν θὰ ἀπαρνηθῇ τὸν ἑαυτόν του καὶ ὅλους τοὺς ἐπιγείους του δεσμούς, γίνεται ἅλας ἄχρηστον, ποὺ πρέπει νὰ πεταχθῇ ἔξω καὶ νὰ καταπατηθῇ ἀπὸ ὅλους.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα