ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τόπῳ τινὶ προσευχόμενον, ὡς ἐπαύσατο, εἶπέ τις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ.
Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἰς κάποιο μέρος ἔκανε τὴν προσευχήν του, ἅμα ἐτελείωσε, συνέβη νὰ τοῦ εἴπῃ κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητάς του· Κύριε, δίδαξέ μας καὶ μάθε μας νὰ προσευχώμεθα ὀρθῶς καὶ θεαρέστως, ὅπως καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἐδίδαξε τοὺς μαθητάς του.
2 εἶπε δὲ αὐτοῖς· ὅταν προσεύχησθε, λέγετε· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Ὅταν προσεύχεσθε, νὰ λέγετε· Πατέρα μας, ποὺ εἶσαι εἰς κάθε μέρος παρών, ἀλλ’ ἐξαιρετικὰ εἰς τοὺς οὐρανοὺς δεικνύεις τὴν παρουσίαν σου, ἂς ἀναγνωρισθῇ ἡ ἁγιότης σου, ὥστε νὰ δοξασθῇ καὶ λατρευθῇ ἀξίως τὸ ὄνομά σου· εἴθε νὰ ἔλθῃ ἡ βασιλεία σου διὰ τῆς προθύμου καὶ ἐλευθέρας ὑποταγῆς πάντων τῶν ἀνθρώπων εἰς σέ, ὥστε διὰ τῆς ὑπακοῆς τῶν εἰς τὰ προστάγματά σου νὰ γίνουν οὗτοι πραγματικοὶ καὶ ἐξ ὁλοκλήρου ἀφωσιωμένοι ὑπήκοοί σου· εἴθε νὰ γίνῃ τὸ θέλημά σου, ὅπως γίνεται τοῦτο εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἁγίους, οὕτω νὰ τηρῆται καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
3 τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δίδου ἡμῖν τὸ καθ᾿ ἡμέραν·
Τὸν ἄρτον μας, τὸν ἀναγκαῖον διὰ τὴν συντήρησιν τῆς οὐσίας καὶ ὑπάρξεώς μας, δίδε μας κάθε ἡμέραν.
4 καὶ ἄφες ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν· καὶ γὰρ αὐτοὶ ἀφίεμεν παντὶ τῷ ὀφείλοντι ἡμῖν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Καὶ συγχώρησέ μας τὰς ἁμαρτίας μας· διότι καὶ ἡμεῖς συγχωροῦμεν κάθε ἕνα, ποὺ μᾶς ἔπταισε καὶ μᾶς εἶναι χρεώστῃς λόγῳ ἀδικίας, ποὺ μᾶς ἔκαμε. Καὶ μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ πέσωμεν εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸν πονηρόν, ποὺ μᾶς πολεμεῖ.
5 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τίς ἐξ ὑμῶν ἕξει φίλον, καὶ πορεύσεται πρὸς αὐτὸν μεσονυκτίου καὶ ἐρεῖ αὐτῷ· φίλε, χρῆσόν μοι τρεῖς ἄρτους,
Καὶ διὰ νὰ διδάξῃ πόσον ἀποτελεσματικὸν εἶναι νὰ ἐπιμένωμεν ἐν τῇ προσευχῇ, εἶπε πρὸς αὐτούς· Ποῖος ἀπὸ σᾶς θὰ ἔχῃ φίλον καὶ θὰ ὑπάγῃ εἰς αὐτὸν κατὰ τὰ μεσάνυχτα, καὶ θὰ τοῦ εἴπῃ φίλε, δάνεισέ με τρία ψωμιά.
6 ἐπειδὴ φίλος μου παρεγένετο ἐξ ὁδοῦ πρός με καὶ οὐκ ἔχω ὃ παραθήσω αὐτῷ·
διότι κάποιος φίλος μου ἦλθεν ἀπὸ ταξίδιον εἰς τὸ σπίτι μου καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ τοῦ βάλω νὰ φάγῃ·
7 κἀκεῖνος ἔσωθεν ἀποκριθεὶς εἴπῃ· μή μοι κόπους πάρεχε· ἤδη ἡ θύρα κέκλεισται καὶ τὰ παιδία μου μετ᾿ ἐμοῦ εἰς τὴν κοίτην εἰσίν· οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί σοι;
ποῖος θὰ ἔχῃ φίλον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εἴπῃ παρακλητικῶς τοὺς λόγους αὐτούς, καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ μέσα θὰ τοῦ ἀποκριθῇ καὶ θὰ τοῦ εἴπῃ· Μὴ μὲ βάζῃς εἰς κόπους καὶ ἐνόχλησιν· τώρα πλέον ἔχει κλεισθῇ ἡ πόρτα μου καὶ τὰ παιδιά μου εἶναι μαζί μου εἰς τὸ στρῶμα καὶ κοιμῶνται· δὲν ἡμπορῶ νὰ σηκωθῶ καὶ νὰ σοῦ δώσω;
8 λέγω ὑμῖν, εἰ καὶ οὐ δώσει αὐτῷ ἀναστὰς διὰ τὸ εἶναι αὐτοῦ φίλον, διά γε τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ ἐγερθεὶς δώσει αὐτῷ ὅσων χρῃ£ζει.
Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι καὶ ἐὰν δὲν σηκωθῇ νὰ τοῦ δώσῃ λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι φίλος του, τουλάχιστον ὅμως διὰ τὴν ἀδιακρισίαν καὶ τὴν ἀναίδειαν, ποὺ ἔδειξεν εἰς τέτοιαν ὥραν νὰ τὸν ἀνησυχήσῃ μὲ τὸ αἴτημά του, θὰ σηκωθῇ καὶ θὰ τοῦ δώσῃ ἐκεῖνα, ποὺ τοῦ χρειάζονται.
9 κἀγὼ ὑμῖν λέγω, αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν·
Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἐπίμονος αἴτησις δὲν μένει ἄνευ ἀποτελέσματος οὔτε μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ σᾶς δοθῇ αὐτό, ποὺ ζητεῖτε, ἀρκεῖ νὰ μὴ εἶναι τοῦτο ἄτοπον ἢ ἐπιβλαβὲς εἰς σᾶς. Νὰ γυρεύετε, ὅπως εὔρετε τὸ ζητούμενον, καὶ θὰ τὸ εὔρετε, ἐφ’ ὅσον σᾶς εἶναι ὠφέλιμον· νὰ κτυπᾶτε τὴν θύραν τῆς θείας προστασίας καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθῇ.
10 πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιχθήσεται.
Διότι καθένας, ποὺ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεόν, λαμβάνει, καὶ καθένας ποὺ γυρεύει, εὑρίσκει, καὶ εἰς καθένα ποὺ κτυπᾷ τὴν θύραν τῆς θείας προστασίας θὰ ἀνοιχθῇ αὕτη.
11 τίνα δὲ ἐξ ὑμῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ υἱὸς ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ; ἢ καὶ ἰχθύν, μὴ ἀντὶ ἰχθύος ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ;
Ἀπὸ ποῖον δὲ ἀπὸ σᾶς, ποὺ εἶναι πατέρας, θὰ ζητήσῃ ὁ υἱός του ἄρτον καὶ θὰ τοῦ δώσῃ αὐτὸς λίθον; Ἢ ὅταν θὰ τοῦ ζητήσῃ καὶ ψάρι, μήπως ἀντὶ ψαριοῦ θὰ τοῦ δώσῃ φίδι;
12 ἢ καὶ ἐὰν αἰτήσῃ ᾠόν, μὴ ἐπιδώσει αὐτῷ σκορπίον;
Ἢ καὶ ἂν ζητήσῃ αὐγόν, μήπως θὰ τοῦ δώσῃ ἀντὶ αὐγοῦ σκορπίον;
13 εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;
Ἐὰν λοιπὸν σεῖς, καίτοι εἶσθε ἀτελεῖς καὶ διεφθαρμένοι ἀπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, γνωρίζετε νὰ δίδετε εἰς τὰ παιδιά σας ὠφέλιμα δοσίματα, πόσον περισσότερον ὁ πατέρας, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς, θὰ δώσῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν Ἅγιον Πνεῦμα εἰς ὅσους τοῦ ζητοῦν; Καὶ ἐὰν θὰ δώσῃ Ἅγιον Πνεῦμα, πολὺ περισσότερον θὰ δώσῃ τὰ ἄλλα ἀγαθά, ποὺ εἶναι ἀσυγκρίτως μικροτέρας ἀξίας.
14 Καὶ ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον, καὶ αὐτὸ ἦν κωφόν· ἐγένετο δὲ τοῦ δαιμονίου ἐξελθόντος ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμαζον οἱ ὄχλοι·
Καὶ ἐνῷ ἐδίδασκεν, ἔβγαζε συγχρόνως καὶ δαιμόνιον, τὸ ὁποῖον εἶχε καταστήσει τὸν πάσχοντα κουφὸν καὶ ἄλαλον. Συνέβη δέ, ὅταν ἐβγῆκε τὸ δαιμόνιον, ὡμίλησεν ὁ κωφάλαλος. Καὶ ἐθαύμασαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ.
15 τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· ἐν Βεελζεβοὺλ τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.
Μερικοὶ δὲ ἀπὸ αὐτούς, ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, εἶπαν· Μὲ τὴν βοήθειαν καὶ συνεργασίαν τοῦ Βεελζεβούλ, τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμονίων, βγάζει τὰ δαιμόνια.
16 ἕτεροι δὲ πειράζοντες σημεῖον παρ᾿ αὐτοῦ ἐζήτουν ἐξ οὐρανοῦ.
Ἄλλοι δὲ μὲ τὸν πονηρὸν σκοπὸν νὰ τὸν ἀποδείξουν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐνεργῇ μεγάλα θαύματα, ἐζήτουν ἀπὸ αὐτὸν ἀποδεικτικὸν καὶ πειστικὸν θαῦμα ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὅπως τὸ πῦρ, ποὺ κατέβασεν ὁ Ἠλίας ἀπὸ τὸν οὐρανόν, καὶ ὅπως τὸ μάννα, ποὺ ἐδόθη ἄλλοτε διὰ τῆς μεσιτείας τοῦ Μωϋσέως.
17 αὐτὸς δὲ εἰδὼς αὐτῶν τὰ διανοήματα εἶπεν αὐτοῖς· πᾶσα βασιλεία ἐφ᾿ ἑαυτὴν διαμερισθεῖσα, ἐρημοῦται, καὶ οἶκος ἐπὶ οἶκον, πίπτει.
Αὐτὸς ὅμως ἐγνώρισε τὰς ἀποκρύφους σκέψεις των καὶ τοὺς εἶπε· Κάθε βασίλειον, τὸ ὁποῖον ἐχωρίσθῃ εἰς κόμματα ἐχθρικά, ὥστε δι’ ἐμφυλίου πολέμου νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, καταλήγει εἰς ἐρήμωσιν. Τότε δὲ καὶ κάθε σπίτι ἐπιπίπτει ἐχθρικῶς κατὰ τοῦ ἄλλου σπιτιοῦ, διὰ νὰ διαλυθῇ μόνον του τὸ βασίλειον τοῦτο.
18 εἰ δὲ καὶ ὁ σατανᾶς ἐφ᾿ ἑαυτὸν διεμερίσθη, πῶς σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ, ὅτι λέγετε ἐν Βεελζεβούλ με ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια;
Ἐὰν δὲ καὶ ὁ σατανᾶς, ὁ ἄρχων τῶν δαιμονίων, διῃρέθη τώρα εἰς κόμματα κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, πῶς θὰ σταθῇ καὶ δὲν θὰ ἑξαφανισθῇ ἡ βασιλεία του; Σᾶς λέγω αὐτά, ἐπειδὴ ἀνοήτως λέγετε, ὅτι ἐγὼ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ σατανᾶ βγάζω τὰ δαιμόνια.
19 εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβάλλουσι; διὰ τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ὑμῶν ἔσονται.
Ἐὰν δὲ ἐγὼ μὲ τὴν βοήθειαν καὶ συνεργασίαν τοῦ Βεελζεβοὺλ βγάζω τὰ δαιμόνια, οἱ μαθηταὶ καὶ τὰ πνευματικά σας τέκνα, οἱ ὁποῖοι καυχώμενοι, ὅτι ἔχουν προστάτας των καὶ διδασκάλους τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σολομῶντα, ἐξορκίζουν δαιμόνια, μὲ τὴν δύναμιν ποίου βγάζουν καὶ ἀποδιώκουν αὐτά; Διὰ τοῦτο αὐτοί, τοὺς ὁποίους δὲν κατηγορεῖτε, ἀλλ’ ἀφίνετε ἐλευθέρους νὰ ἐξορκίζουν, θὰ εἶναι δικασταί, ποὺ θὰ κατακρίνουν τὴν ὑποκρισίαν καὶ τὸν φθόνον σας.
20 εἰ δὲ ἐν δακτύλῳ Θεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν ὅμως ἐγὼ μὲ δάκτυλον καὶ δύναμιν τοῦ Θεοῦ βγάζω τὰ δαιμόνια, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὑπερφυσικὸν αὐτὸ γεγονός, ὅτι σᾶς κατέφθασε καὶ ἔπεσεν ἐπάνω σας ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θὰ σᾶς κατακρίνῃ, ἐὰν δὲν τὴν ὑποδέχθητε.
21 ὅταν ὁ ἰσχυρὸς καθωπλισμένος φυλάσσῃ τὴν ἑαυτοῦ αὐλήν, ἐν εἰρήνῃ ἐστὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ·
Καὶ διὰ νὰ καταλάβετε καλύτερα αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω, σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα. Ὅταν ὁ δυνατὸς ὡπλισμένος καλὰ φυλάσσῃ τὴν περιτειχισμένην αὐλήν του, μένουν ἀσφαλισμένα καὶ ἥσυχα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ τὰ ζῷα του.
22 ἐπὰν δὲ ὁ ἰσχυρότερος αὐτοῦ ἐπελθὼν νικήσῃ αὐτόν, τὴν πανοπλίαν αὐτοῦ αἴρει, ἐφ᾿ ᾗ ἐπεποίθει, καὶ τὰ σκῦλα αὐτοῦ διαδίδωσιν.
Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἐναντίον του ὁ ἰσχυρότερός του καὶ τὸν νικήσῃ, τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν ἀρματωσιάν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε πεποίθησιν, καὶ διαμοιράζει τὰ ὑπάρχοντά του, τὰ ὁποῖα κατέκτησεν ὡς λάφυρα. Ἔτσι καὶ ἐγὼ τώρα δυνατώτερος ἀπὸ τὸν σατανᾶν, τὸν κατενίκησα καὶ ἐλευθερώνω αὐτούς, ποὺ κατέχει σὰν ζῷα ἄλογα, καὶ δίδω ἐξουσίαν καὶ εἰς τοὺς μαθητάς μου νὰ ἀποσποῦν ἀπ’ αὐτὸν ἐκείνους, ποὺ ἕως τώρα ὥριζεν ὡς ἰδικούς του.
23 ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζει.
Συμβιβασμοὺς μὲ τὴν παράταξιν τοῦ διαβόλου δὲν δέχομαι, ὅπως φαντάζεσθε σεῖς. Ἐκεῖνος, ποὺ δὲν εἶναι ἐξ ὅλης του τῆς ψυχῆς μαζί μου, εἶναι ἐνάντιόν μου. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν μαζεύει μὲ ἐμὲ τὰ πνευματικὰ πρόβατά μου, αὐτὸς σὰν ἄλλος λύκος τὰ σκορπίζει.
24 Ὃταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾿ ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν οἶκόν μου ὅθεν ἐξῆλθον·
Αὐτοὶ ὅμως, τοὺς ὁποίους ἐλευθερώνω ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ σατανᾶ, πρέπει νὰ προσέχουν καὶ νὰ ἐργάζωνται ἀκούραστα, ὅπως προκόπτουν συνεχῶς εἰς ἀρετὴν καὶ ἁγιότητα. Διότι, ὅταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα βγῇ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ὁπωσδήποτε μετενόησεν, ὁμοιάζει πρὸς ἐκεῖνον ποὺ περνᾷ ἀπὸ τόπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νερὸ καὶ ζητεῖ ἀνάπαυσιν, καὶ ἐπειδὴ δὲν τὴν εὑρίσκει, λέγει· θὰ γυρίσω πάλιν εἰς τὸ σπίτι μου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐβγῆκα. Θὰ ἐπιστρέψω δηλαδὴ εἰς τὴν ψυχήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξεδιώχθην.
25 καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον.
Καὶ ὅταν ἔλθῃ, εὑρίσκει τὸ σπίτι σαρωμένον καὶ στολισμένον. Εὑρίσκει δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπον ἀδρανῆ καὶ ἕτοιμον νὰ δεχθῇ κάθε παλαιὸν ἐπισκέπτην καὶ γνώριμόν του.
26 τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων.
Τότε πηγαίνει καὶ παίρνει μαζί του πολλὰ ἄλλα πνεύματα πονηρότερα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἀφοῦ ἔμβουν, κατοικοῦν πλέον μονίμως ἐκεῖ. Καὶ γίνονται τὰ ὑστερινὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χειρότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα. Πράγματι οἱ ἀποστατήσαντες ἀπὸ τὴν χάριν καὶ ἐκδιώξαντες αὐτὴν ἀπὸ τῆς ψυχῆς των γίνονται πολὺ χειρότεροι παρ’ ὅ,τι ἦσαν πρὶν ἢ ἐπισκεφθῇ αὐτοὺς ἡ χάρις.
27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε ταῦτα, κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἐνθουσιασθεῖσα ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν του, ἔβγαλε φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπε· Μακαρία ἡ κοιλία, ποὺ σὲ ἐβάστασε, καὶ οἱ μαστοὶ τοὺς ὁποίους ἐθήλασες. Μακαρία δηλαδὴ ἡ μητέρα, ποὺ σὲ ἐγέννησε καὶ σὲ ἔθρεψεν.
28 αὐτὸς δὲ εἶπε· μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.
Αὐτὸς δὲ εἶπεν· Ἀληθῶς, μακαρία εἶναι ἡ μητέρα μου· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι μακάριοι κυρίως εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσουν αὐτόν. Εἰς τρόπον ὥστε καὶ αὐτή, ποὺ μὲ ἐγέννησε καὶ μὲ ἐθήλασεν, ἠξιώθη τῆς τιμῆς αὐτῆς, διότι ἐφύλαξε πάντοτε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.
29 Τῶν δὲ ὄχλων ἐπαθροιζομένων ἤρξατο λέγειν· ἡ γενεὰ αὕτη γενεὰ πονηρά ἐστι· σημεῖον ζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.
Καὶ ἐνῷ ἐπύκνωναν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἤρχισε νὰ λέγῃ· Ἡ γενεὰ αὐτὴ εἶναι πονηρά. Καὶ ἕνεκα τῆς πονηρίας της ζητεῖ θαῦμα, ποὺ νὰ δεικνύῃ ἐμφανέστερον τὴν ἀποστολήν μου. Ἀλλὰ τέτοιο θαῦμα δὲν θὰ δοθῇ εἰς αὐτήν, παρὰ τὸ θαῦμα, ποὺ προετυπώνετο καὶ προεικονίζετο ἀπὸ τὸ θαῦμα Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.
30 καθὼς γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς σημεῖον τοῖς Νινευΐταις, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τῇ γενεᾷ ταύτῃ σημεῖον.
Διότι ὅπως ὁ Ἰωνᾶς ἐξελθὼν σῷος καὶ ἀβλαβὴς ἀπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ κήτους, ἔγινεν ὑπερφυσικὸν σημεῖον, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐπεβεβαίωσε τὸ περὶ μετανοίας κήρυγμά του εἰς τοὺς Νινευΐτας, ἔτσι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, διὰ τῆς Ἀναστάσεώς του ἀπὸ τὸν τάφον θὰ εἶναι θαῦμα μοναδικόν, μὲ τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς θὰ δεικνύῃ εἰς τὴν γενεὰν αὐτήν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Σωτὴρ καὶ ὁ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ θαῦμα αὐτὸ δὲν θὰ πεισθῇ αὕτη.
31 βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτούς, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶντος ὧδε.
Δι’ αὐτὸ δὲ ἡ εἰδωλολάτρις βασίλισσα τῆς Νοτιοδυτικῆς Ἀραβίας θὰ ἀναστηθῇ κατὰ τὴν ἐσχάτην κρίσιν μαζὶ μὲ τοὺς ἄνδρας τῆς γενεᾶς αὐτῆς, καὶ θὰ τοὺς καταδικάσῃ, διότι αὐτή, μολονότι ἦτο γυνὴ καὶ δὲν ἐγνώριζε τὸν ἀληθινὸν Θέον, ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου νὰ ἀκούσῃ τὴν σοφίαν τοῦ Σολομῶντος. Καὶ ἰδοὺ ἐδῶ, χωρὶς νὰ χρειάζεται ταξίδιον μακρυνόν, ὑπάρχει περισσότερον ἀπὸ τὸν Σολομῶντα, ἀφοῦ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁπλῶς σοφός, ὅπως ἦτο ἐκεῖνος, ἀλλ’ εἶμαι αὐτὴ ἡ ἐνσάρκωσις τῆς θείας Σοφίας. Καὶ ὅμως οἱ ἄνθρωποι τῆς γενεᾶς αὐτῆς δὲν δεικνύουν ἐνδιαφέρον νὰ ἀκούσουν τὴν διδασκαλίαν μου.
32 ἄνδρες Νινευΐ ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.
Ἄνδρες Νινευΐται θὰ ἀναστηθοῦν κατὰ τὴν μέλλουσαν κρίσιν μαζὶ μὲ τὴν γενεὰν αὐτὴν καὶ θὰ τὴν καταδικάσουν, διότι ἐκεῖνοι, μολονότι ἦσαν εἰδωλολάτραι καὶ ἀλλοεθνεῖς, μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωνᾶ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἁπλοῦς προφήτης καὶ δὲν ἔκαμε κανὲν θαῦμα εἰς αὐτούς. Καὶ ἰδού, ἐδῶ πολὺ περισσότερα συντελοῦν εἰς τὸ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἰδικόν μου κήρυγμα, παρ’ ὅσα συνέτρεχον διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωνᾶ. Διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπλοῦς προφήτης καὶ τὰ θαύματά μου καθιστοῦν τὸ κήρυγμά μου ἐπιβλητικώτερον καὶ ἀσυγκρίτως ἔγκυρον καὶ αὐθεντικόν.
33 Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας εἰς κρυπτὴν τίθησιν οὐδὲ ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι τὸ φέγγος βλέπωσιν.
Ἡ πονηρὰ αὐτὴ γενεὰ εἶναι τυφλωμένη ἀπὸ τὴν ἀμετανοησίαν της. Δι΄ αὐτὸ δὲ ζητεῖ θαῦμα, καὶ δὲν βλέπει τὸ φῶς τοῦ πνευματικοῦ ἡλίου, ποὺ λάμπει καὶ ἀστράπτει εὐεργετικῶς τριγύρω της. Κανένας ποὺ ἤναψε λύχνον, δὲν τὸν βάζει εἰς κρυψῶνα, οὔτε ὑποκάτω ἀπὸ τὸν κάδον, μὲ τὸν ὁποῖον μετροῦν τὸ σιτάρι· ἀλλὰ τὸν τοποθετεῖ ἐπάνω εἰς τὸν λυχνοστάτην, διὰ νὰ βλέπουν τὸ φῶς του καὶ ὁδηγοῦνται ἀπὸ αὐτὸν ἐκεῖνοι, ποὺ ἐμβαίνουν εἰς τὸ σπίτι. Ἔτσι καὶ ἐγώ, ποὺ εἶμαι ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶμαι κρυμμένος, ἀλλὰ τὸ φῶς τῆς διδασκαλίας μου καὶ τῆς ζωῆς μου σκορπίζει τὰς σωτηριώδεις ἀκτῖνας του παντοῦ.
34 ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ὅταν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, καὶ ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἐστιν· ἐπὰν δὲ πονηρὸς ᾖ, καὶ τὸ σῶμά σου σκοτεινόν.
Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπολαύσῃ κανεὶς τὸ σωτηριῶδες τοῦτο φῶς, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸν λύχνον τῆς ψυχῆς εἰς καλὴν κατάστασιν. Καὶ διὰ νὰ καταλάβετε τοῦτο καλύτερα, σᾶς λέγω: ὁ λύχνος, ποὺ δίδει φῶς εἰς τὸ σῶμα εἶναι τὸ μάτι· ὅταν λοιπὸν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, τότε καὶ ὅλον τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι γεμᾶτον φῶς. Ὅταν ὅμως εἶναι βλαμμένος ὁ λύχνος τοῦ σώματος, καὶ ὅλον τὸ σῶμα σου εἶναι γεμᾶτον σκότος. Ἔτσι θὰ φωτίζεται καὶ ἡ ψυχή σου ἀπὸ τὸ φῶς τῆς διδασκαλίας μου καὶ τῆς ζωῆς μου, ὅταν ὁ νοῦς σου καὶ ἡ καρδία σου δὲν εἶναι βλαμμένα καὶ πονηρά. Ὅπως πάλιν θὰ εἶναι ἡ ψυχή σου γεμᾶτη σκότος, ὅταν ὁ νοῦς σου ἔχῃ βλαβῆ.
35 σκόπει οὖν μὴ τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστίν.
Πρόσεχε λοιπόν, μήπως σκοτισθῇ τὸ ὄργανον, ποὺ ἔχεις διὰ νὰ λαμβάνῃς μὲ αὐτὸ φῶς. Πρόσεχε δηλαδή, μήπως τυφλωθῇ ὁ νοῦς σου, ποὺ εἶναι ὁ φωταγωγὸς τῆς ψυχῆς σου.
36 εἰ οὖν τὸ σῶμά σου ὅλον φωτεινόν, μὴ ἔχον τι μέρος σκοτεινόν, ἔσται φωτεινὸν ὅλον ὡς ὅταν ὁ λύχνος τῇ ἀστραπῇ φωτίζῃ σε.
Ἐὰν λοιπὸν τὸ σῶμα σου εἶναι γεμᾶτον ἀπὸ φῶς καὶ δὲν ἔχῃ κανὲν μέρος σκοτεινόν, θὰ εἶναι πραγματικῶς φωτεινὸν ὁλόκληρον, ὅπως ὅταν ὁ λύχνος μὲ τὴν λάμψιν του σὲ φωτίζῃ. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχή σου, ἐὰν δὲν ἔχῃ καμμίαν δύναμιν τῆς σκοτισμένην ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, τότε θὰ εἶναι γεμᾶτη φῶς καὶ θὰ φωτίζῃ ὡς ἄλλος λαμπρὸς λύχνος καὶ τοὺς ἄλλους καὶ δὲν θὰ ζητῇ θαῦμα διὰ νὰ ὁδηγηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ πρὸς τὸ φῶς τῆς ἀληθείας.
37 Ἐν δὲ τῷ λαλῆσαι αὐτὸν ταῦτα ἠρώτα αὐτὸν Φαρισαῖός τις ὅπως ἀριστήσῃ παρ᾿ αὐτῷ· εἰσελθὼν δὲ ἀνέπεσεν.
Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε ταῦτα, τὸν παρεκάλει κάποιος Φαρισαῖος νὰ πάρῃ εἰς τὸ σπίτι του τὸ πρωϊνὸν φαγητόν του. Καὶ ὁ Κύριος ἐδέχθη τὴν πρόσκλησιν. Ὅταν δὲ ἐμβῆκεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου, ἐκάθησεν ἀμέσως πλησίον τῆς τραπέζης, χωρὶς προηγουμένως νὰ νιφθῇ.
38 ὁ δὲ Φαρισαῖος ἰδὼν ἐθαύμασεν ὅτι οὐ πρῶτον ἐβαπτίσθη πρὸ τοῦ ἀρίστου.
Ὁ Φαρισαῖος ὅμως, ὅταν εἶδεν αὐτό, ἠπόρησε, διότι ὁ Ἰησοῦς δὲν ἐνίφθη πρὸ τοῦ φαγητοῦ σύμφωνα μὲ τὰς παραδόσεις τῶν παλαιοτέρων ραββίνων.
39 εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· νῦν ὑμεῖς οἱ Φαρισαῖοι τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ πίνακος καθαρίζετε, τὸ δὲ ἔσωθεν ὑμῶν γέμει ἁρπαγῆς καὶ πονηρίας.
Ὁ Κύριος ὅμως εἶπε πρὸς αὐτόν· Τώρα εἰς τὸν σημερινὸν καιρόν, ποὺ περιωρίσατε τὴν θρησκείαν εἰς μερικοὺς τύπους ἐξωτερικούς, Σεῖς οἱ Φαρισαῖοι καθαρίζετε τὴν ἐξωτερικὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς πιατέλλας· καθαρίζετε μόνον,τὰς χεῖρας σας καὶ τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ σώματός σας· τὸ ἐσωτερικόν σας ὅμως εἶναι γεμᾶτον ἀπὸ ἁρπαγὴν καὶ ἀπὸ κακίαν. Φροντίζετε μόνον τὸ σῶμα σας νὰ εἶναι καθαρόν, ἐνῷ ἀφίνετε τὴν ψυχήν σας νὰ εἶναι βρωμερὰ καὶ ἀκάθαρτος.
40 ἄφρονες! οὐχ ὁ ποιήσας τὸ ἔξωθεν καὶ τὸ ἔσωθεν ἐποίησε;
Ἀνόητοι ! Ὁ Θεός, ποὺ ἔκανε τὸ ἀπ’ ἕξω, δηλαδὴ τὸ σῶμα, δὲν ἔκαμε καὶ τὸ ἀπὸ μέσα, δηλαδὴ τὴν ψυχήν; Ἀφοῦ λοιπὸν ἑνὸς πλάστου ποίημα εἶναι καὶ τὰ δύο, διατὶ καθαρίζετε μόνον τὸ ἓν καὶ ἀφίνετε ἀκάθαρτον τὴν ψυχήν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον συστατικόν σας;
41 πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται.
Ἀλλ’ ὅμως δώσατε ἐλεημοσύνην ἐκεῖνα, ποὺ περιέχονται μέσα εἰς τὸ ποτήριον καὶ τὴν πιατέλλαν, καὶ γενῆτε εὐεργετικοὶ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους μὲ τὰ ἀγαθά σας· καὶ ἰδοὺ ὅλα, ὅσα τρώγετε, θὰ σᾶς γίνουν τότε καθαρά, ἔστω καὶ ἂν τὰ τρώγετε, χωρὶς νὰ πλυθῆτε προηγουμένως.
42 ἀλλ᾿ οὐαὶ ὑμῖν τοῖς Φαρισαίοις, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ πήγανον καὶ πᾶν λάχανον, καὶ παρέρχεσθε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι, κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι.
Ἀλλοίμονον ὅμως εἰς σᾶς τοὺς Φαρισαίους, διότι δίδετε δεκάτην ἀπὸ τὸν δυόσμον καὶ ἀπὸ τὸ ἀπήγανον καὶ ἀπὸ κάθε λάχανον, παραβαίνετε δὲ μὲ ἀδιαφορίαν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπην. Τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔπρεπε πρωτίστως νὰ πράττετε καὶ ἀφοῦ πράξετε αὐτά, τότε νὰ μὴ ἀφίνετε καὶ ἐκεῖνα.
43 οὐαὶ ὑμῖν τοῖς Φαρισαίοις, ὅτι ἀγαπᾶτε τὴν πρωτοκαθεδρίαν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς.
Ἀλλοίμονον εἰς σᾶς τοὺς Φαρισαίους, διότι ἀγαπᾶτε νὰ κάθεσθε εἰς τὰ πρῶτα καθίσματα μέσα εἰς τὰς συναγωγάς, διὰ νὰ διακρίνεσθε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ἀρέσκεσθε νὰ σᾶς χαιρετοῦν μὲ σεβασμὸν εἰς τὰς ἀγοράς.
44 οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἐστὲ ὡς τὰ μνημεῖα τὰ ἄδηλα. καὶ οἱ ἄνθρωποι περιπατοῦντες ἐπάνω οὐκ οἴδασιν.
Ἀλλοίμονόν σας, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι εἶσθε σὰν τοὺς τάφους, ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἀνύποπτοι περιπατοῦν ἀπ’ ἐπάνω εἰς τοὺς τάφους αὐτούς, δὲν γνωρίζουν τοῦτο καὶ μολύνονται, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, διότι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, ὅποιος ἐγγίσῃ εἰς τάφον, γίνεται ἀκάθαρτος. Ἔτσι καὶ σεῖς, εἶσθε γεμᾶτοι κακίαν, τὴν ὁποίαν κρύπτετε μὲ τὴν ὑποκρισίαν, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ σᾶς πλησιάζουν ἀνύποπτοι, μολύνονται καὶ διαφθείρονται.
45 Ἀποκριθεὶς δέ τις τῶν νομικῶν λέγει αὐτῷ· διδάσκαλε, ταῦτα λέγων καὶ ἡμᾶς ὑβρίζεις.
Ἀπεκρίθη δὲ κάποιος ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἐσπούδαζον τὸν νόμον καὶ παρουσιάζοντο ὡς γνωρίζοντες αὐτόν, καὶ τοῦ εἶπε· Διδάσκαλε, μὲ αὐτά, ποὺ λέγεις διὰ τοὺς Φαρισαίους, ὑβρίζεις καὶ ἡμᾶς τοὺς νομικούς.
46 ὁ δὲ εἶπε· καὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς οὐαί, ὅτι φορτίζετε τοὺς ἀνθρώπους φορτία δυσβάστακτα, καὶ αὐτοὶ ἑνὶ τῶν δακτύλων ὑμῶν οὐ προσψαύετε τοῖς φορτίοις.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· καὶ εἰς σᾶς τοὺς νομικοὺς ἀλλοίμονον· διότι φορτώνετε τοὺς ἀνθρώπους μὲ φορτώματα βαρειά, ποὺ δύσκολα βαστάζονται, καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι οὔτε μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δάκτυλά σας δὲν ἐγγίζετε τὰ φορτώματα αὐτά. Μὲ τὰς παραδόσεις δηλαδὴ καὶ τὰ ἄλλα ἔθιμά σας μετεβάλατε τὸν νόμον εἰς βαρὺ φορτίον καὶ ἐνῷ σεῖς εὑρίσκετε τρόπους νὰ ξεφεύγετε τὰς δυσβαστάκτους αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ἀναγκάζετε τοὺς ἄλλους νὰ βαστάζουν τὸ βαρύτατον φορτίον των.
47 οὐαὶ ὑμῖν, ὅτι οἰκοδομεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν, οἱ δὲ πατέρες ὑμῶν ἀπέκτειναν αὐτούς.
Ἀλλοίμονόν σας, διότι οἰκοδομεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν. Καὶ φαίνεσθε μέν, ὅτι πράττετε τοῦτο ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς προφήτας, ἔχετε ὅμως καὶ σεῖς τὰς αὐτὰς διαθέσεις πρὸς τοὺς προγόνους σας. Οἱ πατέρες δὲ καὶ οἱ πρόγονοί σας ὄχι μόνον δὲν ἔδειξαν κανένα σεβασμὸν εἰς αὐτούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐφόνευσαν.
48 ἄρα μαρτυρεῖτε καὶ συνευδοκεῖτε τοῖς ἔργοις τῶν πατέρων ὑμῶν, ὅτι αὐτοὶ μὲν ἀπέκτειναν αὐτούς, ὑμεῖς δὲ οἰκοδομεῖτε αὐτῶν τὰ μνημεῖα.
Καὶ συνεπῶς, ἐπειδὴ δὲν ἀποκηρύττετε τοὺς πατέρας σας καὶ δὲν συμμορφώνετε τὴν ζωήν σας πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν προφητῶν, γίνεσθε μάρτυρες κατηγορίας κατὰ τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιδοκιμάζετε καὶ ἐγκρίνετε τὰ ἔργα τῶν πατέρων σας. Διότι αὐτοὶ μὲν τοὺς ἐφόνευσαν, σεῖς δὲ θάπτετε τοὺς φονευμένους καὶ τοὺς κτίζετε τὰ μνημεῖα συμπληρώνοντες ἔτσι τὸ ἔργον τῶν πατέρων σας.
49 διὰ τοῦτο καὶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ εἶπεν· ἀποστελῶ εἰς αὐτοὺς προφήτας καὶ ἀποστόλους, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενοῦσι καὶ ἐκδιώξουσιν,
Ἐπειδὴ δὲ ἔχετε τὰς αὐτὰς φονικὰς διαθέσεις μὲ τοὺς πατέρας σας, δι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, ποὺ εἶμαι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, εἶπον· θὰ τοὺς στείλω προφήτας καὶ ἀποστόλους, καὶ θὰ κάμω τὴν τελευταίαν προσπάθειαν διὰ νὰ τοὺς σώσω, ἀλλὰ αὐτοὶ θὰ φονεύσουν καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπεσταλμένους μου αὐτοὺς μερικοὺς καὶ θὰ κατατρέξουν τοὺς ὑπολοίπους,
50 ἵνα ἐκζητηθῇ τὸ αἷμα πάντων τῶν προφητῶν τὸ ἐκχυνόμενον ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης
διὰ νὰ ζητηθῇ ἡ εὐθύνη ἀπὸ τὴν γενεὰν αὐτήν, ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συναίσθησιν ἀπὸ τὴν μακροθυμίαν τοῦ Θεοῦ, παρασύρεται μὲ τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον μοῦ προετοιμάζει, εἰς ἔγκλημα φοβερώτερον ἀπὸ τοὺς φόνους τῶν προγόνων της. Δι’ αὐτὸ δὲ θὰ τιμωρηθῇ αὐτὴ διὰ τὸ αἷμα ὅλων τῶν προφητῶν, ποὺ χύνεται ἑξακολουθητικῶς ἀπὸ τὸν καιρόν, ποὺ ἐθεμελιώθη ὁ κόσμος·
51 ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου· ναί, λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης.
ἀπὸ τὸ αἷμα δηλαδὴ τοῦ Ἄβελ, ποὺ ἐφονεύθη εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς δημιουργίας τῶν ἀνθρώπων, μέχρι τοῦ αἵματος τοῦ Ζαχαρίου, ποὺ ἐφονεύθη μεταξὺ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ ναοῦ, εἰς τόπον δηλαδὴ ἅγιον, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ ἐβεβηλώθη. Ναί, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δι’ ὅλα τὰ αἵματα αὐτὰ θὰ ζητηθῇ ἡ εὐθύνῃ ἀπὸ τὴν γενεὰν αὐτήν.
52 οὐαὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς ὅτι ἤρατε τὴν κλεῖδα τῆς γνώσεως· αὐτοὶ οὐκ εἰσήλθετε, καὶ τοὺς εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.
Ἀλλοίμονον εἰς σᾶς τοὺς νομοδιδασκάλους· διότι μὲ τὴν διεστραμμένην διδασκαλίαν σας ἐσκοτίσατε τὰς διανοίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τοὺς ἀφηρέσατε τὸ μέσον, μὲ τὸ ὁποῖον σὰν μὲ ἄλλο κλειδὶ θὰ ὠδηγοῦντο εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ πραγματικοῦ δρόμου τῆς σωτηρίας. Ἔτσι δὲ καὶ σεῖς δὲν ἐμβήκατε εἰς τὸν δρόμον αὐτόν, ποὺ θὰ σᾶς ἔφερεν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, ποὺ ἤθελαν καὶ προσεπάθουν νὰ ἔμβουν, τοὺς ἠμποδίσατε.
53 λέγοντος δὲ αὐτοῦ πρὸς αὐτοὺς ταῦτα ἤρξαντο οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι δεινῶς ἐνέχειν καὶ ἀποστοματίζειν αὐτὸν περὶ πλειόνων,
Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε πρὸς αὐτοὺς ταῦτα, ἤρχισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νὰ ἐξοργίζωνται πικρῶς καὶ ἐμπαθῶς ἐναντίον του καὶ νὰ τοῦ ζητοῦν ἀμέσως καὶ ἐκ τοῦ προχείρου ἀπαντήσεις διὰ πολλὰ ζητήματα τοῦ νόμου.
54 ἐνεδρεύοντες αὐτόν, ζητοῦντες θηρεῦσαί τι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.
Καὶ μὲ τὰ ἐρωτήματα καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ τὸν παρεμόνευαν καὶ ἐζήτουν νὰ ἀρπάσουν μὲ δόλον ἀπὸ τὸ στόμα του κάτι μὴ σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, διὰ νὰ διατυπώσουν κατηγορίαν ἐναντίον του.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα