ελ
Καινή Διαθήκη

Ό εύαγγελιστής Λουκάς δέν ήτο 'Ίουδαϊος, άλλά εθνικός, σύμφωνα δέ με τήν παράδοσιν κατήγετο άπό την Άντιόχειαν της Συρίας. Ό Λουκάς ήτο ένας άπό τούς στενωτέρους καί προσφιλεστέρους συνεργούς καί συνεκδήμους του άποστόλου Παύλου. Παρηκολούθησε τόν Παϋλον είς ώρισμένας περιοδείας του, όπως λ.χ. κατά μέν τήν δευτέραν άποστολικήν περιοδείαν άπό την Τρωάδα είς τούς Φιλίππους, κατά δέ τήν τρίτην πορείαν άπό τούς Φιλίππους είς 'Ίεροσόλυμα καί άπό την Καισάρειαν μέχρι της Ρώμης. Ήτο δέ μαζί μέ τόν Παϋλον τόσον κατά τήν πρώτην φυλάκισίν του, όσον και κατά τήν δευτέραν, κατά τήν όποίαν μάλιστα, όπως φαίνεται άπό τήν πρός Τιμόθεον Β' έπιστολήν (δ΄ 11), ήτο αύτος «μόνος» μαζί μέ τόν Άπόστολον. Δικαίως ώς έκ τούτου ό Λουκάς ύπήρξε προσφιλής είς τόν άπόστολον Παϋλόν, ώς Ιατρός δε κατά πάσαν πιθανότητα προσέφερε τάς ίατρικάς ύπηρεσίας του είς τόν 'Άπόστολον.
Ο εύαγγελιστής Λουκάς είναι συγγραφεύς όχι μόνον τοϋ τρίτου Ευαγγελίου, άλλά καί τών Πράξεων τών Άποστόλων. Έπί πλέον κατά τήν παράδοσιν ό εύαγγελιστής Λουκάς εκήρυξε τήν χριστιανικήν Θρησκείαν είς τήν Δαλματίαν καί τήν Γαλλίαν, όπως δε άναφέρει καί ό άγιος Γρηγόριος ό Ναζιανζηνός, ήλθε κα είς τήν Άχαϊαν, όπου καί συνέγραψε τό Ευαγγέλιόν του.
Ό χρόνος της συγγραφής τοϋ τρίτου Ευαγγελίου, τό όποϊον άπηύθυνεν ό Λουκάς πρός τόν «κράτιστον Θεόφιλον», ετοποθετήθη ύπό τινων πρό τής πρώτης φυλακίσεως τού Παύλου, τούτο δέ διότι τάς Πράξεις, αϊτινες έγράφησαν μετά τό Ευαγγέλιον, θεωροϋν ώς συγγραφείσας έν Ρώμη κατά τήν πρώτην φυλάκισιν του Άποστόλου (ήτοι περί τό 62 μ.Χ.). Ύπήρξαν έν τούτοις καί οι ύποστηρίξαντες, ότι τό Ευαγγέλιον συνεγράφη μετά τήν άλωσιν τών Ίεροσολύμων. Ή έπικρατεστέρα δμως γνώμη είναι, ότι τό τρίτον Ευαγγέλιον συνεγράφη πρό τού 70 μ.Χ.
1 ΕΠΕΙΔΗΠΕΡ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων,
Επειδή, ὡς γνωστόν, πολλοὶ ἀπεπειράθησαν νὰ συναρμολογήσουν διήγησιν τῶν γεγονότων καὶ διδασκαλιῶν, ποὺ μὲ βεβαιότητα εἶναι γνωστὰ εἰς ἡμᾶς τοὺς πιστούς,
2 καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου,
καθὼς μᾶς τὰ παρέδωσαν μὲ τὴν προφορικήν των διδασκαλίαν ἐκεῖνοι, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ μεσσιακοῦ ἔργου τοῦ Σωτῆρος ἔγιναν αὐτόπται μάρτυρες αὐτοῦ καὶ ὑπηρέται τοῦ κηρύγματός του,
3 ἔδοξε κἀμοί, παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς, καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε,
ἐφάνη καὶ εἰς ἐμὲ καλόν, ὁ ὀποῖος ἔχω ἐξετάσει καὶ παρακολουθήσει μὲ προσοχὴν καὶ ἀκρίβειαν ὅλα ἐξ ἀρχῆς, ὅσα σχετίζονται πρὸς τὸ εὐαγγέλιον, νὰ σοῦ γράψω ταῦτα μὲ τὴν σειράν των, ἐκλαμπρότατε Θεόφιλε,
4 ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν.
διὰ νὰ γνωρίσῃς σαφῶς καὶ μὲ ἀκρίβειαν τὴν ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν ἀλήθειαν τῶν λόγων τῆς πίστεως, τοὺς ὁποίους διὰ ζώσῃς φωνῆς ἐδιδάχθης.
5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ.
Ἔζησε κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας κάποιος ἱερεύς, ποὺ ἐλέγετο Ζαχαρίας, ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν λειτουργῶν τοῦ ναοῦ, ἡ ὁποία κατήγετο ἀπὸ τὸν ἱερέα Ἀβιά. Καὶ ἡ γυναῖκα του ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομά της ἦτο Ἐλισάβετ.
6 ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι.
Ἦσαν δὲ καὶ οἱ δύο ἐνάρετοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐρευνᾷ καὶ γνωρίζει τὰς καρδίας ὅλων, καὶ ἐπολιτεύοντο σύμφωνα μὲ ὅλας ἐν γένει τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ἄμεμπτοι εἰς ὅλα καὶ ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε σοβαρὰν ἐνοχήν.
7 καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν.
Καὶ δὲν εἶχαν τέκνον, διότι ἡ Ἐλισάβετ ἦτο στεῖρα, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ οἱ δύο ἦσαν ἀρκετὰ προχωρημένοι εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς των.
8 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ,
Ἐνῷ δὲ ὁ Ζαχαρίας ἐτέλει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἱερατικήν του λειτουργίαν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς τάξεως καὶ πατριᾶς τῶν ἱερέων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε, συνέβη τὸ ἑξῆς:
9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου·
Σύμφωνα πρὸς τὴν κρατοῦσαν μεταξὺ τοῦ ἱερατείου συνήθειαν τοῦ νὰ ἐκλέγεται διὰ κλήρου ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος θὰ προσέφερε τὸ θυμίαμα, ἔλαχεν εἰς τὸν Ζαχαρίαν ὁ κλῆρος νὰ ἔμβῃ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ προσφέρῃ θυμίαμα ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου τῶν θυμιαμάτων.
10 καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος.
Καὶ ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ εὑρίσκετο συναθροισμένον καὶ προσηύχετο ἐκεῖ ἔξω εἰς τὰ προαύλια τοῦ ναοῦ τὴν ὥραν, ποὺ ἐκαίετο τὸ θυμίαμα.
11 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος.
Ἐφανερώθη δὲ εἰς αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐστέκετο εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θυσιαστηρίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔκαιαν τὸ θυμίαμα.
12 καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτόν.
Καὶ ἐταράχθη ὁ Ζαχαρίας, ὅταν τὸν εἶδε, καὶ φόβος ἐκυρίευσεν αὐτόν.
13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην·
Τοῦ εἶπε δὲ ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Τουναντίον χαῖρε, διότι εἰσακούσθῃ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ παράκλησις, τὴν ὁποίαν πολλὰς φορὰς ἕως τώρα ἔκαμες. Καὶ ἡ γυναῖκα σου ἡ Ἐλισάβετ θὰ σοῦ γεννήσῃ τέκνον, καὶ θὰ καλέσῃς τὸ ὄνομά του Ἰωάννην.
14 καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται.
Καὶ θὰ δοκιμάσῃς χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν καὶ πολλοί, ὅταν θὰ ἀκούσουν τὸ προφητικὸν κήρυγμά του, θὰ χαροῦν διὰ τὴν γέννησίν του.
15 ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ καὶ Πνεύματος Ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ,
Θὰ προκληθῇ δὲ ἡ μεγάλη αὐτὴ χαρά, διότι θὰ εἶναι πραγματικῶς μέγας ἄνθρωπος, ἀπὸ αὐτὸν τὸν Κύριον ἀνεγνωρισμένος τοιοῦτος. Καὶ δὲν θὰ πίῃ οἶνον ἢ ἄλλο μεθυστικὸν ποτόν. Καὶ θὰ τοῦ δοθοῦν ἄφθονα τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη τὸν καιρόν, ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του.
16 καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν·
Καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἔχουν ἀπομακρυνθῆ καὶ ἀποπλανηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ τὰς ἁμαρτίας των, θὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ διὰ τῆς μετανοίας εἰς τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριον, τὸν Θεόν τους.
17 καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.
Καὶ αὐτὸς θὰ προπορευθῇ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ θεανθρώπου Μεσσίου, μὲ τὸ αὐτὸ προφητικὸν χάρισμα τοῦ Πνεύματος καὶ μὲ τὴν αὐτὴν παρρησίαν καὶ ἄφοβον δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὁ Ἠλίας. Καὶ θὰ χρησιμοποιῇ ταῦτα διὰ νὰ ξαναγυρίσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τὰς καρδίας τῶν πατέρων, ποὺ ἐψυχράνθησαν καὶ ἔχασαν καὶ αὐτὴν τὴν φυσικὴν στοργήν των, καὶ νὰ θερμάνῃ ἔτσι καὶ σφίξῃ στενώτερον τοὺς οἰκογενειακοὺς δεσμούς· ἀκόμη δὲ τοὺς ἀπειθεῖς καὶ δυστρόπους νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς σκέψεις καὶ εἰς τὸ φρόνημα τῶν δικαίων, μεταβάλλων αὐτοὺς εἰς ἐναρέτους. Καὶ ἔτσι νὰ ἑτοιμάσῃ εἰς τὸν Κύριον λαὸν θρησκευτικῶς καὶ ἠθικῶς προπαρασκευασμένον, ἵνα ὑποδεχθῇ καὶ ἐγκολπωθῇ αὐτὸν ὡς Σωτῆρα.
18 καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς.
Καὶ εἶπεν ὁ Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Μὲ ποῖον σημεῖον θὰ βεβαιωθῶ περὶ αὐτοῦ, ποὺ μοῦ λέγεις; Φαίνεται τοῦτο ἀπίθανον καὶ ἀπίστευτον, διότι ἐγὼ εἶμαι γέρων καὶ ἡ γυναῖκα μου εἶναι περασμένης ἡλικίας.
19 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα.
Καὶ ὁ ἄγγελος ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπεν· Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παραστέκομαι ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ τὸν ὑπηρετῶ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους του. Καὶ ἐστάλην ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ σοῦ ὁμιλήσω καὶ νὰ σοῦ φέρω τὰς χαροποιοὺς αὐτὰς εἰδήσεις.
20 καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν.
Καὶ ἀφοῦ ζητεῖς σημεῖον, ἰδού, ἔχεις αὐτό, ὄχι ὅμως ὅπως τὸ θέλεις: Θὰ εἶσαι βωβὸς καὶ δὲν θὰ ἠμπορῇς νὰ ὁμιλήσῃς μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ θὰ γίνουν αὐτά, δηλαδὴ ἡ γέννησις τοῦ παιδίου καὶ ἡ ὀνομασία αὐτοῦ. Καὶ σοῦ ἐπιβάλλεται ἡ τιμωρία αὐτή, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστευσες εἰς τοὺς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι θὰ πραγματοποιηθοῦν ἐξ ὁλόκλήρου εἰς τὸν καιρόν τους.
21 καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτὸν ἐν τῷ ναῷ.
Καὶ ὁ λαὸς ἐν τῷ μεταξὺ ἐξηκολούθει νὰ περιμένῃ τὸν Ζαχαρίαν. Καὶ εὑρίσκοντο ὅλοι εἰς ἀπορίαν, διότι ἐβράδυνε καὶ ἠργοπορεῖ οὗτος μέσα εἰς τὸν ναόν.
22 ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενε κωφός.
Ὅταν δὲ ὁ Ζαχαρίας ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσους τὸν ἠρώτων διὰ τὴν ἀργοπορίαν του. Καὶ ἐκατάλαβαν, δὴ εἶχεν ἴδει ὀπτασίαν μέσα εἰς τὸν ναόν. Καὶ αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ συνεννοῆται μὲ αὐτοὺς διὰ νευμάτων καὶ ἔμενε κωφὸς καὶ ἄλαλος.
23 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.
Καὶ ὅταν συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι, ποὺ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ λειτουργῇ εἰς τὸν ναόν, συνέβη νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτι του.
24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε,
Ὕστερα δὲ ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἔμεινεν ἔγκυος ἡ σύζυγος του ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἐπὶ μήνας πέντε ἔκρυπτεν ἐπιμελῶς τὸν ἑαυτόν της ἀπὸ συστολὴν διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην της.
25 λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις.
Ἀλλ’ ὅταν πλέον δὲν ἠδύνατο νὰ κρυβῇ, ἔλεγεν εἰς αὐτοὺς ποὺ τὴν συνέχαιρον, ὅτι ἔτσι εἰς ἡλικίαν περασμένην μου ἔχει κάμει τὸ καλὸ αὐτὸ ὁ Θεὸς κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ποὺ ἐπέβλεψε μὲ εὐμένειαν διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν στείρωσιν καὶ ἀτεκνίαν μου, ἡ ὁποία μοῦ ἔφερεν ἐντροπὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.
26 Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ,
Κατὰ δὲ τὸν ἕκτον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς Ἐλισάβετ ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸν ὁ ἄγγελος Γαβριήλ εἰς μίαν πόλιν τῆς Γαλιλαῖας, ποὺ ἐλέγετο Ναζαρέτ,
27 πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ.
πρὸς μίαν κόρην ἀρραβωνισμένην πρὸς ἄνδρα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἦτο Ἰωσήφ. Καὶ ἡ κόρη αὐτὴ κατήγετο ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαβίδ. Καὶ τὸ ὅνομα τῆς κόρης ἦτο Μαριάμ.
28 καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
Καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν ὁ ἄγγελος εἰς τὸ δωμάτιον της τῆς εἶπε· Χαῖρε σύ, ἡ ὁποία ἔχεις λάβει πολλὰς καὶ ἐξαιρετικὰς χάριτας ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου καὶ αὐτὸς σὲ ἐχαρίτωσε. Ἔχεις εὐλογηθῆ σύ, ὅσον καμμία ἄλλη ἀπὸ τὰς γυναῖκας.
29 ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος.
Αὐτὴ δέ, ὅταν εἶδε τὸν ἄγγελον, ἐταράχθη πολὺ ἀπὸ τὸν λόγον ποὺ τῆς εἶπε καὶ ἐσκέπτετο μέσα της, ποίαν σημασίαν καὶ ποῖον σκοπὸν νὰ εἶχεν ὁ χαιρετισμὸς αὐτός.
30 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.
Καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος εἰς αὐτήν· Μὴ φοβῆσαι, Μαριάμ. Τουναντίον πρέπει νὰ χαρῇς, διότι ἐκρίθης ἀξία ἐξαιρετικῆς εὐνοίας ἀπὸ τὸν Θεόν.
31 καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.
Καὶ ἰδοὺ ἡ χάρις ἡ ἐξαιρετική, ποὺ δὲν τὴν ἔλαβε ποτὲ καμμία ἅλλη γυναῖκα καὶ τὴν ὁποίαν μόνον σὺ ἠξιώθης νὰ λάβῃς· θὰ συλλάβῃς εἰς τὴν κοιλίαν σου καὶ θὰ γεννήσῃς υἱὸν καὶ θὰ καλέσῃς τὸ ὄνομά του Ἰησοῦν.
32 οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ,
Οὗτος θὰ εἶναι μέγας καὶ διὰ τὴν ἁγιότητα καὶ διὰ τὸ ἀξίωμά του. Καὶ μολονότι διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του θὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, θὰ ἀναγνωρισθῇ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὑψηλοτέρου καὶ ἀνωτέρου ἀπὸ ὅλα καὶ ἐξουσιάζοντος αὐτά. Καὶ θὰ τὸν ἀνυψώσῃ Κύριος ὁ Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπον. Καὶ θὰ τοῦ δώσῃ τὸν θρόνον τοῦ προπάτορός του Δαβίδ.
33 καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.
Καὶ θὰ βασιλεύσῃ εἰς τοὺς αἰῶνας ὡς ἀθάνατος καὶ παντοτεινὸς ἀρχιερεὺς καὶ βασιλεὺς ἐπὶ τῶν πιστῶν ὅλων τῶν γενεῶν, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελοῦν τὴν πνευματικὴν καὶ ἀληθῆ οἰκογένειαν τοῦ Ἰακώβ, καὶ ἡ βασιλεία του δὲν θὰ ἔχῃ τέλος ὅπως τῶν ἐπιγείων βασιλέων, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀτελεύτητος καὶ παντοτεινὴ σὰν αὐτήν, ποὺ μόνος ὁ Θεὸς βασιλεύει.
34 εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;
Εἶπε δὲ ἡ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· Πῶς θὰ γίνῃ τὸ πρωτοφανὲς καὶ πρωτάκουστον αὐτὸ καὶ πῶς θὰ συλλάβω καὶ θὰ γεννήσω, ἀφοῦ δὲν γνωρίζω ἄνδρα;
35 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἃγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.
Καὶ ὁ ἄγγελος ἀπεκρίθη καὶ τῆς εἶπε· τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ποὺ θὰ σὲ καθαρίσῃ ἀπὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα καὶ θὰ σὲ ἑξαγιάσῃ, θὰ ἔλθῃ εἰς σὲ καὶ δύναμις τοῦ Ὑψίστου θὰ ρίψῃ τὴν δημιουργικὴν καὶ προστατευτικὴν σκέπην καὶ σκιάν της ἐπὶ σοῦ. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ τὸ ἀπολύτως ἀναμάρτητον καὶ ἅγιον βρέφος, ποὺ κατὰ τὸν ὑπερφυσικὸν αὐτὸν τρόπον θὰ γεννηθῇ, θὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
36 καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ·
Καὶ διὰ νὰ βεβαιωθῇς περὶ τοῦ ὅτι θὰ γίνῃ πράγματι τὸ μέγα αὐτὸ θαῦμα εἰς σέ, σοῦ γνωστοποιῶ ἕνα ἄλλο μικρότερον μὲν θαῦμα, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν θὰ τὸ ἐπερίμενες. Ἰδοὺ ἡ συγγενής σου Ἐλισάβετ ἔχει συλλάβει καὶ αὐτὴ υἱὸν εἰς τὴν γεροντικήν της ἡλικίαν. Καὶ ὁ μῆνας αὐτὸς εἶναι ὁ ἕκτος μῆνας τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς γυναικὸς αὐτῆς, ποὺ ἕως τώρα τὴν ἔλεγαν ὅλοι στεῖραν.
37 ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα.
Καὶ ὅμως εἶναι τώρα ἔγκυος, διότι δὲν εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸν Θεὸν κάθε τι θαυμαστὸν καὶ καταπληκτικόν, τὸ ὁποῖον ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπος διὰ λόγου θὰ παρίστανεν ὡς ὑπέρτερον τῶν δυνάμεών του.
38 εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.
Εἶπε δὲ ἡ Μαριάμ· Ἰδοὺ εἶμαι ἡ δούλη τοῦ Κυρίου, ἡ πρόθυμος νὰ ὑπηρετήσω τὰς βουλάς του. Εἴθε νὰ γίνῃ εἰς ἐμὲ σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπες. Καὶ μετὰ τὸν λόγον της τοῦτον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐν πάσῃ ταπεινώσει ἐξεδήλωσε τὴν ὑποταγήν της εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεπιστεύθη ἑαυτὴν εἰς τὴν πρόνοιάν του, ἔφυγεν ἀπὸ αὐτὴν ὁ ἄγγελος.
39 Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα,
Ἐσηκώθη δὲ ἡ Μαριὰμ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ποὺ ἐπηκολούθησαν εἰς τὸν εὐαγγελισμόν της, καὶ ἐπῆγε γρήγορα καὶ χωρὶς ἀναβολὴν εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας, εἰς κάποιαν πόλιν τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦσεν ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα.
40 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ.
Καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρίου καὶ ἐχαιρέτισεν αὐτὴ πρώτη τὴν Ἐλισάβετ.
41 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ
Καὶ συνέβη τὴν στιγμήν, ποὺ ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν χαιρετισμὸν τῆς Μαρίας, ἐπήδησε τὸ βρέφος μέσα εἰς τὴν κοιλίαν της. Καὶ ἐπληρώθη ἡ Ἐλισάβετ ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον.
42 καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.
Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης χαρᾶς καὶ ἐκπλήξεώς της ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ εἶπεν· Εἶσαι σὺ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸν περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην γυναῖκα. Καὶ εὐλογημένον εἶναι καὶ τὸ ἔμβρυον, ποὺ ἐβλάστησεν ὡς καρπὸς ἄχραντος καὶ παρθενικὸς εἰς τὴν κοιλίαν σου.
43 καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;
Καὶ διὰ ποίαν ἀρετὴν ἢ ἀξίαν μου ἔγινεν εἰς ἐμὲ ἡ τιμὴ αὐτή, νὰ ἔλθῃ πρὸς ἐπίσκεψίν μου ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου;
44 ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου.
Ναί· εἶσαι ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου, διότι ἰδοὺ μόλις ἦλθεν εἰς τὰ αὐτιά μου ἡ φωνὴ τοῦ χαιρετισμοῦ σου, ἐπήδησε μέσα εἰς τὴν κοιλίαν μου τὸ βρέφος μὲ ἀσυγκράτητον χαράν.
45 καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου.
Καὶ μακαρία εἶναι ἐκείνη, ποὺ ὅπως σὺ ἐπίστευσεν, ὅτι θὰ λάβουν τελείαν καὶ πλήρη πραγματοποίησιν ἐκεῖνα, ποὺ τῆς ἔχει εἴπει ὁ Κύριος διὰ τοῦ ἀγγέλου του καὶ δὲν ἐπέδειξε τὴν ἀπιστίαν τοῦ τιμωρηθέντος συζύγου μου.
46 Καὶ εἶπε Μαριάμ. Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον
Καὶ εἶπεν ἡ Μαριάμ· Ἀνυμνεῖ καὶ δοξάζει ἡ ψυχή μου τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου·
47 καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου,
καὶ ἐχάρη πολὺ τὸ βάθος τῆς καρδίας μου διὰ τὸν Θεόν, ποὺ ἔσωσε καὶ ἐμὲ μαζὶ μὲ ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος.
48 ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί.
Ἀνυμνεῖ ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, διότι ἔρριψεν εὐμενὲς βλέμμα εἰς τὴν μικρότητα καὶ ἀσημότητα ἐμοῦ, ποὺ εἶμαι δούλη του. Καὶ διὰ τοῦτο ἰδού, ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλαι αἱ γενεαὶ τῶν πιστῶν.
49 ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ,
Καὶ θὰ μὲ μακαρίζουν, διότι έφ’ ὅσον μὲ ἠξίωσε νὰ γίνω μητέρα τοῦ Σωτῆρος, ἔκαμεν εἰς ἐμὲ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα αὐτός, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀπεριόριστος ἡ δύναμις καὶ ἅγιον τὸ ὄνομά του. Καὶ ἔτσι μὲ τὰ καταπληκτικὰ εἰς δύναμιν καὶ ἁγιότητα ἔργα του ὄχι μόνον ἀνυψώνει, ἀλλὰ καὶ ἁγιάζει τοὺς ταπεινούς του δούλους.
50 καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.
Καὶ τὸ ἔλεός του δὲν ἐδείχθη μόνον εἰς ἐμέ, ἀλλ’ εἶναι παντοτεινὸν καὶ μεταβιβάζεται ἀπὸ γενεὰν εἰς γενεὰν εἰς ὅλους ἐκείνους, ποὺ φοβοῦνται αὐτόν.
51 Ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ, διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν·
Πάντοτε καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἄλλα πρὸ παντὸς τώρα διὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Μεσσίου, ἐποίησεν ἔργα κραταιὰ καὶ δυνατὰ μὲ τὴν παντοδύναμον χεῖρα του· κατενίκησε καὶ διεσκόρπισεν αὐτούς, ποὺ ὑπερηφανεύονται μὲ τὰς σκέψεις καὶ τὰ φαντασμένα σχέδια τῆς ψυχῆς των.
52 καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς,
Ἔρριψε κάτω ἀπὸ τοὺς θρόνους των ἄρχοντας κραταιοὺς καὶ δυνατοὺς καὶ ἀνύψωσε ταπεινοὺς καὶ περιφρονημένους.
53 πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς.
Ἐχόρτασε μὲ ἀγαθὰ πτωχούς, ποὺ ἐπεινοῦσαν, καθὼς ἔδωκε καὶ ἀφθόνους τὰς πνευματικὰς δωρεὰς τῆς σωτηρίας εἰς ὅσους τὰς ἐπόθησαν πολύ· ἀπ’ ἐναντίας δὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πλοῦτη ὑλικά, καθὼς καὶ ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἰδέαν, ὅτι κατέχουν τὸν θησαυρὸν τῆς ἀρετῆς, τοὺς ἀπεδίωξε μὲ χέρια ἀδειανά.
54 ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ μνησθῆναι ἐλέους,
Ἔπιασε μὲ τὴν προστατευτικήν του χεῖρα καὶ ἐβοήθησε τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν, τὸν δοῦλον του, καὶ ἀπέδειξεν ἔτσι, ὅτι δὲν ἐλησμόνησεν, ἀλλ’ ἐνεθυμήθη τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν του,
55 καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα.
σύμφωνα μὲ ὅσα εἶπεν εἰς τοὺς προπάτοράς μας, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἐδείκνυε εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοὺς ἀπογόνους του παντοτεινὸν καὶ αἰώνιον τὸ ἔλεός του.
56 Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.
Ἔμεινε δὲ ἡ Μαριὰμ μαζὶ μὲ τὴν Ἐλισάβετ περίπου τρεῖς μῆνας καὶ ὅταν πλέον ἐπλησίασεν ἡ ὥρα νὰ γεννήσῃ αὔτη, ἡ Μαρία ἐπέστρεψεν εἰς τὴν οἰκίαν της.
57 Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱόν.
Εἰς τὴν Ἐλισάβετ δὲ συνεπληρώθη ὁ χρόνος τῶν ἐννέα μηνῶν διὰ νὰ γεννήσῃ αὐτὴ καὶ ἐγέννησε παιδὶ ἀρσενικόν.
58 καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ᾿ αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ.
Καὶ ἤκουσαν οἱ γείτονές της καὶ οἰ συγγενεῖς της, ὅτι ὁ Κύριος ἔδειξε μέγα καὶ θαυμαστὸν τὸ ἔλεος του εἰς αὐτήν, ἐφ’ ὅσον εἰς τόσον προχωρημένην ἡλικίαν τῆς ἔδωκε τέκνον. Καὶ ἔχαιρον καὶ αὐτοὶ μαζί της.
59 Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν.
Καὶ συνέβη τὴν ὀγδόην ἡμέραν νὰ ἔλθουν πάλιν οἰ συγγενεῖς καὶ οἱ γείτονες διὰ νὰ κάμουν περιτομὴν εἰς τὸ παιδίον. Καὶ ἐλογάριαζαν νὰ τὸ ὀνομάσουν ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ πατρός του Ζαχαρίαν.
60 καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται Ἰωάννης.
Καὶ ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ φωτιζομένη ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν· Ὄχι· δὲν θὰ τὸ ὀνομάσετε Ζαχαρίαν, ἀλλὰ θὰ ὀνομασθῇ Ἰωάννης.
61 καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ·
Ἀλλ’ εἶπαν ἐκεῖνοι εἰς αὐτήν· ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς εἰς τὴν οἰκογένειάν σου, ποὺ νὰ ὀνομάζεται μὲ τὸ ὄνομα αὐτό.
62 ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν.
Ἠρώτων λοιπὸν μὲ νεύματα καὶ σχήματα τὸν πατέρα του, σὰν τὶ ὄνομα ἤθελε νὰ τὸ ὀνομάσουν.
63 καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε λέγων· Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασαν πάντες.
Καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐζήτησε μικρὸν πίνακα, ἔγραψεν αὐτὰς ἀκριβῶς τὰς λέξεις· Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του. Καὶ ἐθαύμασαν ὅλοι διὰ τὴν παράδοξον συμφωνίαν τοῦ Ζαχαρίου μὲ τὴν Ἐλισάβετ.
64 ἀνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν Θεόν.
Ἤνοιξε δὲ ἀμέσως τὸ στόμα τοῦ Ζαχαρίου καὶ ἐλύθη ἡ γλῶσσα του καὶ ὡμίλει πλέον ἐλεύθερα δοξάζων καὶ ἀνύμνων τὸν Θεόν.
65 καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς Ἰουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ρήματα ταῦτα,
Καὶ ὅλους, ὅσοι κατοικοῦσαν ἐκεῖ τριγύρω, τοὺς ἐκυρίευσε φόβος ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ καὶ διεδόθησαν ὅλα τὰ συμβάντα αὐτά, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ὀνομασίαν τοῦ παιδίου καὶ εἰς τὴν θαυμαστὴν θεραπείαν τῆς ἀφωνίας τοῦ πατρός του, εἰς ὁλόκληρον τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας.
66 καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν λέγοντες· τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ᾿ αὐτοῦ.
Καὶ ὅσοι τὰ ἤκουσαν τὰ ἔβαλαν μέσα εἰς τὴν καρδίαν των καὶ τὰ ἐχάραξαν βαθειὰ εἰς τὴν μνήμην των λέγοντες· Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά, ποὺ ἔγιναν εἰς τὴν γέννησίν του, τί θὰ γίνῃ ἄραγε τὸ παιδίον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐδείχθη τόσον θαυμαστή; Καὶ πράγματι ἡ προστατευτικὴ χεὶρ τοῦ Κυρίου ἦτο μαζί του.
67 Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου καὶ προεφήτευσε λέγων·
Καὶ ὁ Ζαχαρίας ὁ πατέρας του ἐπληρώθη μὲ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ ἐπροφήτευσε διὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Μεσσίου καὶ διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ παιδίου καὶ εἶπεν·
68 Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ,
Ἀς εἶναι εὐλογημένος καὶ δοξασμένος ὁ Κύριος, τὸν ὁποῖον μόνοι ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη ἐγνώρισαν καὶ ἐλάτρευσαν οἱ Ἰσραηλῖται καὶ δι’ αὐτὸ καλεῖται ἰδικός των Θεός. Ἂς εἶναι δοξασμένος, διότι ἐπεσκέφθη τὸν λαόν του καὶ συνετέλεσε τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ λαοῦ του ἐκ τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν.
69 καὶ ἤγειρε κέρας σωτηρίας ἡμῖν ἐν τῷ οἴκῳ Δαυΐδ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ,
Καὶ χάριν ἡμῶν ηὐδόκησε νὰ γεννηθῇ εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Δαβὶδ τοῦ δούλου του ἰσχυρὰ καὶ ἀκαταγώνιστος δύναμις, ποὺ μᾶς σώζει, δηλαδὴ ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός.
70 καθὼς ἐλάλησε διὰ στόματος τῶν ἁγίων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος προφητῶν αὐτοῦ,
Καὶ ἤγειρεν ὁ Θεὸς τὸ κέρας τοῦτο τῆς σωτηρίας σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα, ποὺ εἶπε καὶ ὑπεσχέθη διὰ τοῦ στόματος καὶ τῆς ὁμοφώνου προκηρύξεως τῶν ἁγίων, δηλαδὴ τῶν προφητῶν, ποὺ εἰς κάθε ἐποχὴν ἀπὸ χρόνων παλαιοτάτων ἀνεφάνησαν.
71 σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ἡμῶν καὶ ἐκ χειρὸς πάντων τῶν μισούντων ἡμᾶς,
Οὕτως ἐπιτυγχάνομεν δι’ αὐτοῦ τὴν σωτηρίαν ἀπὸ τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους ἐχθρούς μας καὶ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν ὅλων ἐκείνων, ποὺ μᾶς μισοῦν.
72 ποιῆσαι ἔλεος μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ μνησθῆναι διαθήκης ἁγίας αὐτοῦ,
Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀνέστησεν αὐτὸ ὁ Θεὸς καὶ διὰ νὰ ἐλεήσῃ τοὺς πατέρας μας, ποὺ περιμένουν τὸν λυτρωτὴν καὶ ἐλευθερωτήν των εἰς τὸν Ἅδην· καὶ διὰ νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ ἐκτελέσῃ τὴν ἁγίαν διαθήκην του,
73 ὅρκον ὃν ὤμοσε πρὸς Ἀβραὰμ τὸν πατέρα ἡμῶν, τοῦ δοῦναι ἡμῖν
τὴν ἔνορκον δηλαδὴ ὑπόσχεσιν καὶ βεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸν πατέρα μας Ἀβραάμ.
74 ἀφόβως, ἐκ χειρὸς τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ρυσθέντας, λατρεύειν αὐτῷ
Τὸ περιεχόμενον δὲ τῆς ἐνόρκου αὐτῆς βεβαιώσεως ἦτο νὰ μᾶς δώσῃ καὶ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ τὸν λατρεύωμεν χωρὶς φόβον, ἀφοῦ ἐλευθερωθῶμεν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας, ποὺ μᾶς ἐμπόδιζαν νὰ προσκυνῶμεν τὸν ἀληθινὸν Θεόν.
75 ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Νὰ τὸν λατρεύωμεν δὲ συνεχῶς καὶ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας μὲ εὐσεβῇ ἐσωτερικὴν διάθεσιν καὶ μὲ ἐξωτερικὸν βίον ἐνάρετον, ὅχι ὑποκριτικὸν καὶ διὰ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ εἰλικρινῆ καὶ πραγματικὸν καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀρεστόν.
76 Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ,
Καὶ σύ, παιδίον, θὰ ἀναδειχθῇς καὶ θὰ ἀναγνωρισθῇς προφήτης τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Διότι θὰ προπορευθῇς ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριον διὰ νὰ ἐτοιμάσῃς τοὺς δρόμους, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Κύριος θὰ πλησιάσῃ πρὸς σωτηρίαν ἕνα ἕκαστον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
77 τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν
Ἡ προετοιμασία δὲ αὐτὴ θὰ συνίσταται εἰς τὸ νὰ γνωστοποίησῃς εἰς τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ κηρύγματός σου τὸν ἐλθόντα εἰς τὸν κόσμον Σωτῆρα καὶ τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν. Ἡ σωτηρία δὲ αὐτὴ δὲν συνίσταται εἰς ἐθνικὰς καὶ πολιτικὰς ἐπιτυχίας καὶ ἀπελευθερώσεις, ἀλλ’ εἰς τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ,
78 διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἡμῶν, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους
καὶ παρέχεται οὐχὶ διὰ τὰ ἰδικά μας ἐνάρετα ἔργα, ἀλλὰ διὰ τὰ γεμᾶτα ἔλεος καὶ συμπάθειαν σπλάγχνα τοῦ Θεοῦ μας. Ἕνεκα δὲ τῆς εὐσπλαγχνίας ταύτης τοῦ Θεοῦ μας ἐπεσκέφθη ἐξ οὐρανοῦ λαμπρὰ καὶ θεία ἀνατολή, ὁ ἐξ οὐρανοῦ καταβὰς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός.
79 ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης.
Καὶ ἦλθεν ἡ οὐράνιος αὐτὴ ἀνατολὴ διὰ νὰ φωτίσῃ ἐκείνους ποὺ κάθηνται σὰν κρατημένοι καὶ ἀπηλπισμένοι εἰς τὸ σκότος τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀσεβείας καὶ εἰς τὴν σκιὰν τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου· καὶ νὰ ἐνδυναμώσῃ τὴν θέλησίν μας, ποὺ ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας ἐξησθένησεν, ὥστε ἡ ἐν γένει ζωή μας νὰ ἔμβῃ σταθερῶς εἰς τὸν ἵσιον δρόμον, ποὺ ὁδηγεῖ ἀσφαλῶς εἰς τὴν κατὰ Θέον εἰρήνην καὶ τὴν αἰωνίαν σωτηρίαν.
80 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ.
Τὸ δὲ παιδίον ἐμεγάλωνε σωματικῶς καὶ ἰσχυροποιοῦντο ἡθικῶς αἱ πνευματικαί του δυνάμεις ὑπὸ τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἔμενεν εἰς τὰς ἐρήμους ζῶν μακρὰν τῶν θορύβων τοῦ κόσμου μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ εἶχεν ὁρισθῇ ἀπὸ τὴν θείαν πρόνοιαν διὰ τὴν φανέρωσιν καὶ ἀνάδειξίν του ὡς προφήτου καὶ ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Ἰσραηλιτικὸν λαόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα