ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΤΑΥΤΑ ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε,
Αὐτὰ ὡμίλησεν ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς μαθητάς του. Καὶ ἔπειτα ἐσήκωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, τὴν ὁποίαν ἡ σοφία σου ὥρισε διὰ νὰ πάθω καὶ θυσιασθῶ κατ’ αὐτήν. Δέχθητι τὴν θυσίαν τοῦ παθήματός μου καὶ δόξασε τὸν Υἱόν σου καὶ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν αὐτοῦ, διὰ νὰ σὲ δοξάσῃ καὶ ὁ Υἱός σου διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ἡ ὁποία θὰ ἀχθῇ εἰς πέρας διὰ τῆς θυσίας του ταύτης καὶ τῆς μετ’ αὐτῆς αἰωνίας ἀρχιερατικῆς μεσιτείας του.
2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον.
Δόξασε τὸν Υἱόν σου σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν, ποὺ τοῦ ἔδωκες ἐπὶ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, διὰ νὰ δώσῃ ὡς αἰώνιος ἀρχιερεὺς εἰς τὰ δεξιά σου καθήμενος εἰς ὅλον τὸ πλῆθος ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἔδωκες, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ζωὴν αἰώνιον.
3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.
Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τὸ νὰ προάγωνται συνεχῶς διὰ τῆς ζώσης ἐπικοινωνίας μετὰ σοῦ καὶ τῆς ἀπολαύσεως τῶν ἀπείρων τελειοτήτων σου εἰς τὴν γνῶσιν Σοῦ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον.
4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω·
Ἐγὼ ἐγνωστοποίησα τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὑπήκουσα τελείως εἰς τὸ θέλημά σου, ἔτσι δὲ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ διὰ τῆς θυσίας μου, τὴν ὁποίαν θὰ προσφέρω μετ’ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ἔφερα εἰς τέλειον πέρας τὸ ἔργον, ποὺ μοῦ ἔδωκες διὰ νὰ ἐπιτελέσω.
5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί.
Καὶ τώρα, ὅτε ἡ ἐπὶ γῆς ἀποστολή μου ἦλθεν εἰς πέρας, ἀνάδειξόν με διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀναλήψεώς μου αἰώνιον ἀρχιερέα καὶ δόξασέ με καὶ ὡς ἄνθρωπον σύ, Πάτερ, πλησίον σου, μὲ τὴν δόξαν τὴν ὁποίαν εἶχον κοντά σου, προτοῦ νὰ δημιουργηθῇ ὁ κόσμος.
6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι.
Ἐφανέρωσα τὸ ὄνομά σου καὶ ἔκαμα γνωστὰς τὰς ἀπείρους τελειότητάς σου εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἀπέσπασες ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ κόσμου καὶ τοὺς ἔδωκες εἰς ἐμέ. Ἡ πρόθεσίς των ἦτο ἀγαθὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἦσαν ἰδικοί σου. Καὶ σὺ ἔδωκες αὐτοὺς εἰς ἐμέ, καὶ ἐτήρησαν τὸν λόγον σου, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλυψα εἰς αὐτούς.
7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν·
Τώρα ἔμαθαν τελειότερον καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ διδασκαλία μου καὶ τὰ ἔργα μου καὶ ὅλα ἐν γένει ὅσα μοῦ ἔδωκες, προέρχονται ἀπὸ σέ.
8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
Ἀπόδειξις δὲ τοῦ ὅτι ἔλαβαν τὴν πληροφορίαν καὶ γνῶσιν αὐτήν, εἶναι τὸ ὅτι παρέδωκα μὲ τὴν διδασκαλίαν μου εἰς αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες διὰ νὰ ἀποκαλύψω εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτοὶ τοὺς παρέλαβον καὶ τοὺς ἀπεδέχθησαν. Καὶ ἐσχημάτισαν ἐν ἀληθείᾳ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐγεννήθην καὶ ἐβγῆκα ἀπὸ τοὺς κόλπους σου καὶ ἐπίστευσαν, ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον.
9 Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι,
Ἐγώ, ποὺ τόσον εἰργάσθην διὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσω εἰς τὴν ἀληθῆ αὐτὴν γνῶσιν καὶ πίστιν, σὲ παρακαλῶ ὡς μέγας ἀρχιερεὺς καὶ μεσίτης δι’ αὐτούς· δὲν σὲ παρακαλῶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν διὰ τὸν κόσμον τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωκες, διότι μολονότι μοῦ τοὺς ἔδωκες, δὲν παύουν νὰ εἶναι ἰδικοί σου.
10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς.
Καὶ ὅλα ὅσα ἀνήκουν εἰς ἐμέ, εἰναι ἰδικά σου, καθὼς καὶ τὰ ἰδικά σου εἶναι ἰδικά μου. Καὶ αὐτοὶ λοιπὸν ἰδικοί σου ἦσαν καὶ ἔγιναν ἰδικοί μου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἰδικοί μου ἑξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἰδικοί σου. Καὶ ἔχω δοξασθῇ δι’ αὐτῶν, διότι ἀνεγνώρισαν τὴν θείαν μου φύσιν καὶ ἐπίστευσαν εἰς ἐμέ.
11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.
Καὶ δὲν θὰ εἶμαι πλέον ὅπως μέχρι τοῦδε ἐν τῷ κόσμῳ διὰ τῆς σωματικῆς μου παρουσίας, διὰ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνω καὶ ἐνισχύω δι’ αὐτῆς. Αὐτοὶ ὅμως θὰ εἶναι ἐν τῷ κόσμῳ, διότι δὲν ἐπετέλεσαν ἀκόμη τὴν ἀποστολήν των. Καὶ ἐγὼ ἔρχομαι πρὸς σέ. Πάτερ ἅγιε, φύλαξέ τους διὰ τῆς πατρικῆς προστασίας καὶ δυνάμεώς σου, τὴν ὁποίαν ἔδωκες καὶ εἰς ἐμέ, ὥστε νὰ παραμείνουν ἐνωμένοι μετ’ ἐμοῦ καὶ μεταξύ των καὶ νὰ εἶναι διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὁμοφροσύνης ἕνα ἠθικὸν σῶμα, ὅπως εἴμεθα ἕνα ἡμεῖς, ποὺ ἔχομεν τὴν αὐτὴν οὐσίαν καὶ φύσιν.
12 ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ.
Ὅταν ἤμουν μαζί τους εἰς τὸν κόσμον, ἐγὼ ἐφύλαττα αὐτοὺς διὰ τῆς πατρικῆς καὶ ἰσχυρᾶς προστασίας σου. Αὐτοὺς ποὺ μοῦ ἔδωκες, τοὺς ἐφύλαξα καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἐχάθη παρὰ μόνον ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ προδότης Ἰούδας, ὁ ὁποῖος ἐχάθη διὰ νὰ πληρωθοῦν καὶ ἐπαληθεύσουν αἱ προφητεῖαι τῆς Γραφῆς.
13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
Τώρα ὅμως ἔρχομαι πρὸς σέ. Καὶ μὲ φωνὴν ἀκουομένην καὶ ἀπὸ αὐτοὺς λέγω ταῦτα, ἐνῷ εὑρίσκομαι ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, ὥστε μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι σὺ πλέον θὰ προστατεύῃς αὐτοὺς νὰ ἔχουν καὶ αὐτοὶ μέσα τους τελείαν τὴν χαράν, ποὺ αἰσθάνομαι τώρα καὶ ἐγώ, διότι ἐπανέρχομαι πλησίον σου.
14 ἐγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου, καὶ ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου.
Ἐγὼ ἔδωκα εἰς αὐτοὺς τὸν λόγον σου καὶ τὸ εὐαγγέλιόν σου. Καὶ ὁ μακρὰν τῆς ἀληθείας κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, διότι δὲν ἔχουν τὰ φρονήματα τοῦ κόσμου καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμον, καθὼς ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν κόσμον τῆς ἁμαρτίας καὶ δὲν εἶμαι ἀπὸ τὸν κόσμον.
15 οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ.
Δὲν σὲ παρακαλῶ νὰ τοὺς πάρης ἀπὸ τὸν κόσμον μαζί μου τώρα, ἀλλὰ νὰ τοὺς προφυλάξῃς ἀπὸ τὸν πονηρόν, ποὺ κυριαρχεῖ ἐν τῷ κόσμῳ.
16 ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί.
Δὲν ἔχουν τὰ φρονήματα τοῦ κόσμου καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμον, ὅπως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ τὸν κόσμον.
17 ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι.
Καθαγίασέ τους καὶ καθιέρωσέ τους εἰς τὸ ἔργον σου διὰ τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς ἀνακαινίσεως, τὴν ὁποίαν χαρίζει καὶ δημιουργεῖ εἰς τὰς ψυχὰς ἡ ἀλήθειά σου. Ὁ λόγος ὁ ἰδικός σου εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀλήθεια ἀνόθευτος.
18 καθὼς ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον.
Εἶναι δὲ ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τοὺς καταρτίσῃς καὶ νὰ τοὺς καθιερώσῃς. Διότι ὅπως σὺ ἀπέστειλας ἐμὲ εἰς τὸν κόσμον, ἔτσι καὶ ἐγὼ σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν, ποὺ μοῦ ἔδωκες, ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργον μου.
19 καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ.
Καὶ χάριν αὐτῶν ἐγὼ ἀφιέρωσα ὁλόκληρον τὴν ζωήν μου εἰς σὲ καὶ προσφέρω καὶ τώρα τὸν ἑαυτόν μου ὡς θῦμα καὶ σφάγιον ἱερόν, διὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ διὰ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὴν θυσίαν μου αὐτὴν ἁγιασμένοι, ἐγκολπούμενοι πρωτίστως τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.
20 Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ,
Δὲν σὲ παρακαλῶ δὲ μόνον δι’ αὐτοὺς τοὺς ἕνδεκα, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους, ποὺ θὰ πιστεύουν διὰ τοῦ κηρύγματός των εἰς ἐμέ.
21 ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
Σὲ παρακαλῶ δι’ ὅλους αὐτούς, διὰ νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα διὰ τῆς ἀγάπης καὶ ὁμοφροσύνης, ποὺ θὰ κυριαρχῇ μεταξύ των. Καθὼς σύ, Πάτερ, εἶσαι ἐνωμένος μὲ ἐμὲ καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐνωμένος μετὰ σοῦ, λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχομεν καὶ οἱ δύο τὴν αὐτὴν οὐσίαν καὶ φύσιν, ἔτσι, σὲ παρακαλῶ, νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἐν διὰ τῆς κοινωνίας καὶ ἑνώσεώς των μὲ ἡμᾶς, διὰ νὰ πιστεύσῃ ὁ διῃρημένος καὶ διχασμένος μεταξύ του κόσμος, ποὺ θὰ βλέπῃ τὸ καταπληκτικὸν αὐτὸ θαῦμα τῆς δι’ ἐμοῦ ἑνότητος καὶ συμφωνίας των, ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας.
22 καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν,
Μὲ ἐδόξασες καὶ ὡς ἄνθρωπον, ἀφοῦ καὶ διὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς μου ἐφανέρωσας τὴν θείαν φύσιν μου ὡς Υἱοῦ σου μονογενοῦς γεμᾶτου χάριν καὶ ἀληθείαν. Καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν αὐτὴν τῆς υἱότητος, τὴν ὁποίαν καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην μου φύσιν ἔδωκες, τὴν ἔδωκα καὶ εἰς αὐτούς· ἐχάρισα καὶ εἰς αὐτοὺς τὴν υἱοθεσίαν καὶ τοὺς κατέστησα συμμετόχους τῆς θείας καὶ ἐνδόξου ζωῆς μας, διὰ νὰ εἶναι μεταξύ τους ἕνα, καθὼς καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἕνα.
23 ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας.
Θὰ συντελεσθῇ δὲ ἡ ἑνότης αὐτή, μὲ τὸ νὰ ζῶ ἐγὼ μέσα εἰς ἕνα ἕκαστον ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς ἐνώνω εἰς ἕνα ἠθικὸν σῶμα, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ὑπάρχῃς καὶ σὺ ὡς φυσικὸς Πατήρ μου μέσα μου. Ἔτσι θὰ εἶναι τελειοποιημένοι εἰς ὁμόνοιαν καὶ ἀγάπην καὶ ἕνωσιν μεταξύ των, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος, ποὺ θὰ ἑλκύεται καὶ θὰ καταπλήττεται ἀπὸ τὴν πρωτοφανῆ αὐτὴν καὶ μοναδικὴν ἑνότητα, ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλες. Ὅσοι δὲ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου θὰ προσελκύωνται εἰς τὴν πίστιν, 0ά αἰσθάνωνται ἐκ πείρας ὅτι ἠγάπησας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνωμένοι μαζί μου, ὅπως ἠγάπησας ἐμέ.
24 πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου.
Πάτερ, ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους μοῦ ἔχεις δώσει, θέλω, ὅπου εἶμαι ἐγώ, νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ μαζί μου, διὰ νὰ βλέπουν καὶ ἀπολαμβάνουν τὴν δόξαν μου, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκες ἀϊδίως, διότι μὲ ἠγάπησας προτοῦ νὰ θεμελιωθῇ ὁ κόσμος, καὶ ἡ ἀγάπη σου αὐτὴ ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ τὴν δόξαν μου.
25 πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας·
Πάτερ δίκαιε, ἂν καὶ ὁ κόσμος δὲν σὲ ἐγνώρισε λόγῳ τῆς θεληματικῆς του τυφλώσεως, ἐγὼ ὅμως καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔχω τὴν ἀληθῆ γνῶσιν περὶ σοῦ, εἰς βαθμὸν ποὺ κανένας ἄλλος δὲν τὴν ἔχει. Καὶ αὐτοί, ποὺ εἶναι μαθηταί μου, ἐγνώρισαν, ὅτι σὺ μὲ ἀπέστειλας καὶ δι’ αὐτὸ κατέστησαν ἄξιοι τῆς ἀγάπης σου καὶ τῶν δωρεῶν, τὰς ὁποίας δι’ αὐτοὺς δικαίως σοῦ ζητῶ.
26 καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, κἀγὼ ἐν αὐτοῖς.
Καὶ κατέστησα γνωστὸν εἰς αὐτοὺς τὸ ὅνομά σου καὶ θὰ τοὺς τὸ καταστήσω γνωστότερον εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς ἐκχύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ γίνουν ἀκόμη περισσότερον ἄξιοι τῆς ἀγάπης σου. Καὶ ἔτσι ἡ ἀγάπη, μὲ τὴν ὁποίαν μὲ ἠγάπησες ἀϊδίως, νὰ εἶναι μέσα εἰς τὰς καρδίας των καὶ νὰ αἰσθάνωνται εἰς τὰ βάθη τους, ὅτι τοὺς ἀγαπᾷς, ὡς μέλη ἰδικά μου, ἀφοῦ διὰ τῆς νέας ζωῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ζοῦν, θὰ εἶμαι μέσα τους καὶ ἐγὼ καὶ θὰ συναποτελοῦν ἓν σῶμα μετ’ ἐμοῦ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα