ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΓΩ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι.
Εγὼ εἶμαι ἡ κληματαριὰ ἡ πραγματικὴ καὶ ἄφθαρτος καὶ πνευματικὴ καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποῖας θὰ εἶμαι ἡ κεφαλή, θὰ ἀντικαταστήσω καὶ θὰ ξανακαινουργώσω τὴν παλαιὰν ἄμπελον τῆς συναγωγῆς· καὶ ὁ Πατήρ μου εἶναι ὁ ἀμπελουργός.
2 πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ.
Κάθε ἄνθρωπον, ποὺ σὰν ἄλλος κλάδος καὶ σὰν κλῆμα πνευματικὸν εἶναι μὲν ἑνωμένος μὲ ἐμὲ διὰ τῆς πίστεως, δὲν παράγει ὅμως καρποὺς ἀρετῆς, ὁ ἀμπελουργὸς Πατήρ μου τὸν ἀποκόπτει καὶ τὸν ἀποχώριζει ἀπὸ τὴν κληματαριά. Καὶ κάθε πνευματικὸν κλῆμα, ποὺ εἶναι καρποφόρον, τὸ καθαρίζει καὶ τὸ κλαδεύει διὰ νὰ φέρῃ περισσότερον καρπόν.
3 ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν.
Σεῖς δὲ τώρα εἶσθε καθαροί. Καὶ σᾶς ἔχει καθαρίσει ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, τὸν ὁποῖον σᾶς ἔχω εἴπει καὶ διδάξει. Εἶσθε λοιπὸν πνευματικὰ κλήματα, καθαρισμένα καὶ ἑτοιμασμένα, διὰ νὰ παραγάγετε καρπόν.
4 μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ' ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μείνητε.
Μείνατε ἑνωμένοι μὲ ἐμέ, διὰ νὰ μένω καὶ ἐγὼ ἑνωμένος μὲ σᾶς. Καθὼς τὸ κλῆμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καρπόν, ἐὰν δὲν μείνῃ προσκολλημένον εἰς τὴν κληματαριάν, ἔτσι οὔτε καὶ σεῖς δὲν θὰ καρποφορήσετε ἔργα ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος, ἐὰν δὲν μείνετε ἑνωμένοι μὲ ἐμέ.
5 ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.
Ἐγὼ εἶμαι ἡ κληματαριὰ καὶ σεῖς εἶσθε οἱ κλάδοι της. Ἐκεῖνος ποὺ μένει ἑνωμένος μαζί μου καὶ μένω καὶ ἐγὼ μέσα του, αὐτὸς φέρει ἄφθονον καὶ ἐκλεκτὸν καρπόν, διότι χωρὶς ἐμὲ καὶ χωρὶς νὰ ἔχετε τὴν ζωτικὴν δύναμιν, ποὺ πηγάζει ἀπὸ ἐμέ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε διὰ τὴν δικαίωσιν καὶ τὸν ἐξαγιασμόν σας.
6 ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται.
Ὅποιος δὲν μείνῃ ἑνωμένος μαζί μου, ὡρισμένως θὰ πεταχθῇ ἔξω ὅπως καὶ τὸ ἄκαρπον καὶ ἄχρηστον κλῆμα. Καὶ τότε θὰ ξεραθῇ καὶ δὲν θὰ τοῦ μείνῃ κανὲν ἴχνος χάριτος καὶ πνευματικῆς δυνάμεως καὶ ζωῆς. Καὶ τὰ πνευματικὰ κλήματα, ποῦ ἐξεράθησαν ἔτσι, τὰ μαζεύουν οἱ ἄγγελοι καὶ τὰ ρίπτουν εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως καὶ ἐκεῖ καίονται συνεχῶς καὶ ἐξακολουθητικῶς.
7 ἐὰν μείνητε ἐν ἐμοὶ καὶ τὰ ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὃ ἐὰν θέλητε αἰτήσασθε, καὶ γενήσεται ὑμῖν.
Ἐὰν παραμείνετε ἑνωμένοι μὲ ἐμὲ καὶ ἐὰν οἱ λόγοι μου μείνουν εἰς τὸ βάθος τῶν καρδιῶν σας ὡς παντοτεινὸς φωτισμὸς καὶ ὁδηγός σας, ὁ,τιδήποτε θέλετε ὑπὸ τὸ φῶς τῶν λόγων μου, ζητήσατέ το διὰ προσευχῆς καὶ θὰ σᾶς γίνῃ. Μὴ ἀμφιβάλλετε δὲ ὅτι, ὅταν θὰ τοῦ ζητήσετε νὰ σᾶς βοηθήσῃ διὰ νὰ παραγάγετε τὸν καρπὸν τῆς ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος, θὰ εἰσακουσθῇ τὸ αἴτημά σας.
8 ἐν τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ πατήρ μου, ἵνα καρπὸν πολὺν φέρητε, καὶ γενήσεσθε ἐμοὶ μαθηταί.
Ἀκριβῶς διὰ τούτου ὁ Πατήρ μου θὰ δοξοσθῇ πραγματικῶς, ἐὰν φέρετε πολὺν καρπὸν ἀρετῆς καὶ γίνετε τέλειοι μαθηταί μου.
9 καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ.
Ὁ σύνδεσμος δέ, ποὺ μᾶς ἐνώνει σὰν κλήματα μὲ τὴν κληματαριάν, εἶναι σύνδεσμος ἀγάπης. Πράγματι. Καθὼς μὲ ἡγάπησεν ὁ Πατήρ, ὅταν ἔγινα ἄνθρωπος καὶ ἔδειξα ὑπακοὴν εἰς αὐτόν, ἔτσι καὶ ἐγὼ σᾶς ἡγάπησα. Ἐξακολουθήσατε νὰ μένετε εἰς τὴν ἀγάπην μου δεικνυόμενοι ἄξιοι αὐτῆς.
10 ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ.
Θὰ μείνετε δὲ εἰς τὴν ἀγάπην ποὺ σᾶς ἔχω, ἐὰν φυλάξετε τὰς ἐντολάς μου, καθὼς καὶ ἐγὼ, ἀφ’ ὅτου ἔγινα καὶ ἄνθρωπος, ἔχω τηρήσει τὰς ἐντολὰς τοῦ Πατρός μου καὶ μένω εἰς τὴν ἀγάπην του, ἐξακολουθῶν πάντοτε νὰ τοῦ εἶμαι ἀγαπητός, χωρὶς ποτὲ ἡ πρὸς ἐμὲ ἀγάπη του νὰ ὀλιγοστεύῃ.
11 Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ.
Σᾶς εἶπα αὐτά, ἴνα ἡ χαρὰ τὴν ὁποῖαν ἔχω ἐγὼ αἰσθανόμενος, ὅτι εἶμαι ἀγαπητὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα, μεταδοθῇ καὶ εἰς σᾶς καὶ μείνῃ μέσα σας. Καὶ οὕτω ἡ χαρά σας θὰ γίνῃ πλήρης καὶ τελεία, διότι ὅπως ἐγώ, ἔτσι καὶ σεῖς, ποῦ θὰ εἶσθε ἑνωμένοι μὲ ἐμέ, θὰ αἰσθάνεσθε, ὅτι εἶσθε ἀγαπητοὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ θὰ χαίρετε, ὅπως χαίρω καὶ ἐγώ.
12 αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς.
Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω πολλὰ διὰ τὰς ἐντολάς, τὰς ὁποῖας πρέπει νὰ τηρήσετε, διὰ νὰ μείνετε εἰς τὴν ἀγάπην ἐμοῦ καὶ τοῦ Πατρός μου, ἡ ὁποῖα θὰ σᾶς καταστήσῃ καὶ συμμετόχους τῆς χαρᾶς μου. Μία εἶναι ἡ ἐντολὴ ἡ ἰδική μου· αὐτὴ καὶ μόνη: Νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, καθὼς ἐγὼ σᾶς ἠγάπησα.
13 μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.
Μεγαλυτέραν ἀγάπην πρὸς τοὺς φίλους κανεὶς δὲν ἔχει ἀπὸ αὐτήν, ἤτοι ἀπὸ τὸ νὰ δώσῃ τὴν ζωήν του χάριν τῶν φίλων του.
14 ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν.
Σεῖς, πρὸς τοὺς ὁποῖους δεικνύω μὲ τὴν θυσίαν τῆς ζωῆς μου τὴν τελείαν καὶ ἀνυπέρβλητον ἀγάπην μου, εἶσθε φίλοι μου, καὶ θὰ ἐξακολουθῆτε νὰ εἶσθε φίλοι μου, ἐὰν πράττετε ὅσα ἐγὼ σᾶς παραγγέλλω.
15 οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν.
Δὲν σᾶς λέγω πλέον δούλους. Διότι ὁ δοῦλος χρησιμοποιεῖται ὡς ἁπλοῦν ὄργανον ἀπὸ τὸν κύριόν του καὶ δὲν γνωρίζει, ποῖον σκοπὸν καὶ ποῖον λόγον ἔχει ἐκεῖνο, ποὺ πράττει δι’ αὐτοῦ ὁ κύριός του. Σᾶς ὠνόμασα δὲ φίλους, διότι ὅλα, ὅσα ἤκουσα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, σᾶς τὰ ἐγνωστοποίησα, διότι σᾶς θέλω συνεργάτας μου διὰ νὰ συνεχίσετε μὲ πλήρη ἐπίγνωσιν τὸ ἔργον μου.
16 οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ, ἵνα ὅ,τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δῷ ὑμῖν.
Δὲν μὲ ἐξελέξατε σεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐξέλεξα, καὶ σᾶς ἐγκατέστησα εἰς τὸ ὑψηλὸν ἔργον σας, διὰ νὰ ὑπάγετε πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς σας καὶ σὰν καλὰ κλήματα νὰ παράγετε καρπόν, ὁδηγοῦντες πλήθη πολλὰ εἰς τὴν σωτηρίαν καὶ ὁ καρπός σας αὐτὸς νὰ μένῃ αἰωνίως, διότι αἰώνιαι καὶ ἄφθαρτοι εἶναι καὶ αἱ ψυχαί, αἱ ὁποῖαι θὰ σωθοῦν μὲ τὸ κήρυγμά σας καὶ τὸ ἔργον σας. Σᾶς ἐγκατέστησα εἰς τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα καὶ σᾶς ἔδωκα τὸ προνόμιον καὶ τὴν χάριν τοῦ νὰ σᾶς δίδῃ καὶ πραγματοποιῇ ὁ Πατήρ μου κάθε τι, ποὺ θὰ τοῦ ζητῆτε διὰ προσευχῆς, ὡς πιστοὶ ἑνωμένοι μὲ ἐμέ.
17 ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.
Σᾶς δίδω τὰς παραγγελίας αὐτὰς διὰ νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ἔτσι ἑνωμένοι διὰ τῆς ἀγάπης θὰ παρουσιασθῆτε ἰσχυροὶ καὶ ἀνίκητοι εἰς ὅσους θὰ σᾶς μισοῦν.
18 Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν.
Ἐὰν ὁ μακράν τοῦ Θεοῦ κόσμος σᾶς μισῃ, μὴ ξεχάνετε ποτέ, ὅτι προτήτερα ἀπὸ σᾶς ἐμίσησεν ἐμέ.
19 εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος.
Ἐὰν ἤσασθε ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ εἴχατε καὶ σεῖς τὰ ἁμαρτωλὰ φρονήματα τοῦ κόσμου, ὁ κόσμος θὰ σᾶς ἠγάπα ὡς ἰδικούς του. Διότι ὅμως δὲν εἶσθε ἀπὸ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐξέλεξα ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ σᾶς ἐξεχώρισα ἀπὸ αὐτόν, δι’ αὐτὸ σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος.
20 μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν.
Μὴ παραξενεύεσθε ἀπὸ τὸ ὅτι θὰ συναντᾶτε τὸ μίσος αὐτὸ εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ νὰ ἐνθυμῆσθε τὸν λόγον, ποῦ σᾶς εἶπα· Δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του. Ἐὰν ἐμὲ τὸν Κύριον κατεδίωξαν, θὰ καταδιώξουν καὶ σᾶς, ποὺ εἶσθε δοῦλοι μου. Ἐὰν ἐφύλαξαν τὸν λόγον μου, θὰ φυλάξουν καὶ τὸν ἰδικόν σας λόγον.
21 ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με.
Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς τὰ κάμουν, ὄχι διότι θὰ τοὺς πταίετε εἰς τίποτε, ἀλλὰ διὰ τὴν πίστιν, ποὺ ἔχετε καὶ θὰ ὁμολογῆτε εἰς τὸ πρόσωπόν μου, διότι δὲν ἔχουν τὴν ὀρθὴν καὶ ἀληθῆ γνῶσιν περὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον. Ἡ ἄγνοιά των ὅμως αὐτὴ εἶναι ἀδικαιολόγητος.
22 εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν.
Ἐὰν δὲν εἶχον ἔλθει καὶ δὲν τοὺς εἶχον ὁμιλήσει ἀποδεικνύων εἰς αὐτοὺς μὲ τὴν διδασκαλίαν μου καὶ τὰ θαύματά μου, ὅτι εἶμαι ὁ Μεσσίας, δὲν θὰ εἶχον ἁμαρτίαν διὰ τὴν ἀπιστίαν, ποὺ ἔδειξαν εἰς ἐμέ. Τώρα ὅμως δὲν ἔχουν πρόφασιν, ἡ ὁποῖα νὰ δικαιολογῇ τὴν ἁμαρτίαν των. Εἶναι δὲ βαρεῖα καὶ ἀσυγχώρητος ἡ ἁμαρτία των αύτή.
23 ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ.
Διότι ἐκεῖνος ποὺ μισεῖ ἐμέ, μισεῖ συγχρόνως καὶ τὸν Πατέρα μου, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε.
24 εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου.
Ἐὰν δὲν εἶχα κάμει ἐν μέσῳ αὐτῶν τὰ καταπληκτικὰ καὶ ὑπερφυσικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κανεὶς ἄλλος ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ Π. Διαθήκῃ προφήτας καὶ ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει κάμει, δὲν θὰ εἶχαν ἁμαρτίαν. Τώρα ὅμως ἡ ἐνοχή των διὰ τὴν ἀπιστίαν των εἶναι μεγάλη. Διότι καὶ ἔχουν ἴδει τὰ θαύματά μου αὐτὰ καὶ ἔχουν μισήσει καὶ ἐμέ, ἐν τῷ προσώπῳ δὲ ἐμοῦ καὶ τὸν Πατέρα μου.
25 ἀλλ' ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν.
Ἀλλ’ αὐτὸ συνέβη, διὰ νὰ πληρωθῇ ὁ προφητικὸς λόγος, ποὺ ἔχει γραφῆ εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς αὐτοὺς καὶ διὰ τὸν ὁποῖον καυχῶνται. Ἐπαληθεύει δηλαδὴ μὲ τὸ μίσος των αὐτὸ ἐκεῖνο, ποὺ λέγουν οἱ εἰς τὸν νόμον περιλαμβανόμενοι ψαλμοί, ὅτι μὲ ἐμίσησαν χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν.
26 ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ·
Ἀντιθέτως ὅμως πρὸς τὸ ἀδικαιολόγητον καὶ ἀσυγχώρητον αὐτὸ μίσος τῶν Ἰουδαίων, θὰ φανερωθῇ εἰς τοὺς καλοπροαιρέτους ἀνθρώπους, ποῖος εἶμαι. Ὅταν δηλαδὴ θὰ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὡς ὁδηγὸν καὶ βοηθόν σας θὰ σᾶς στείλω ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή, τὸ ὁποῖον ὡς πηγὴ τῆς ἀληθείας φανερώνει καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ὁποῖον ἐκπορεύεται ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Πατρός, ὅπως ἀναπηδᾷ ὁ ποταμὸς ἀπὸ τὴν φυσικὴν πηγήν του, ἐκεῖνος θὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐμοῦ.
27 καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ' ἀρχῆς μετ' ἐμοῦ ἐστε.
Ἀλλὰ καὶ σεῖς θὰ μαρτυρῆτε δι’ ἐμέ, διότι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς δημοσίας δράσεώς μου εἶσθε μαζί μου ἄμεσοι μάρτυρες τῆς διδασκαλίας μου καὶ τῶν ἔργων μου, φωτιζόμενοι δὲ τώρα καὶ ἀπὸ τὸν Παράκλητον θὰ δίδετε περὶ ἐμοῦ σύμφωνον μαρτυρίαν πρὸς αὐτόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα