ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΜΗ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε.
Αλλ’ ἂς μὴ ταράσσεται ἡ καρδία σας, ἐπειδὴ ἠκούσατε, ὅτι πρόκειται νὰ μὲ ἀρνηθῇ ὁ Πέτρος. Πιστεύετε εἰς τὸν Θεὸν ὁ ὁποῖος προνοεῖ περὶ τοῦ ἔργου μου, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ προνοήσῃ καὶ διὰ σᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐτάχθητε εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Πιστεύετε ἀκόμη καὶ εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος, ὡς Μεσσίας καὶ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, θὰ ἐξακολουθῶ καὶ μετὰ τὸν θάνατόν μου εἰς τοὺς οὐρανοὺς νὰ συμπληρώνω τὸ ἔργον μου.
2 ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν·
Εἰς τὴν ἐν οὐρανοῖς οἰκοίαν τοῦ Πατρός μου ὑπάρχουν πολλοὶ τόποι διαμονῆς, ἀρκετοὶ διὰ νὰ δεχθοῦν καὶ σᾶς καὶ ὅλους τοὺς πιστούς. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ἔχετε πίστιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Θεόν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον πολλοὶ τόποι διαμονῆς εἰς τὸν οὐρανόν, θὰ σᾶς τὸ ἔλεγα. Ἀλλ’ ὑπάρχουν. Καὶ ἐγὼ πηγαίνω τώρα νὰ σᾶς ἑτοιμάσω τόπον, διότι διὰ νὰ ἀνοιχθῇ ἡ εἴσοδος τοῦ οὐρανοῦ εἰς τους ἀνθρώπους, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ μεσιτεία μου. Δι’ αὐτὸ δὲ πρέπει νὰ πιστεύετε καὶ εἰς ἐμέ.
3 καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε.
Καὶ ἐὰν ὑπάγω καὶ σᾶς ἑτοιμάσω εἰς τους οὐρανοὺς τόπον, πάλιν θὰ ἔλθω πλησίον σας κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου δι’ ἕνα ἕκαστον ἀπὸ σᾶς, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν μου δι’ ὅλους σας, καὶ θὰ σᾶς παραλάβω πλησίον μου, διὰ νὰ εἶσθε καὶ σεῖς ἐκεῖ, ὅπου εἶμαι ἐγώ.
4 καὶ ὅπου ἐγώ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε.
Καὶ τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον πηγαίνω ἐγὼ τώρα, τὸ ξεύρετε, καθὼς ξεύρετε καὶ τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ ἐκεῖ.
5 Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;
Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Θωμᾶς· Κύριε, δὲν ξεύρομεν ποὺ πηγαίνεις τώρα, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὸν δρόμον;
6 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ.
Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ εἶμαι ὁ μοναδικὸς δρόμος, διὰ τοῦ ὁποῖου ἡμπορεῖ κανεὶς νὰ φθάσῃ εἰς τὸν οὐρανόν. Διότι συγχρόνως εἶμαι καὶ ἡ ἀπόλυτος ἀλήθεια καὶ ἡ πραγματικὴ καὶ πηγαία ζωή. Κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ νὰ μετάσχῃ τῆς μακαρίας του ζωῆς παρὰ μόνον δι’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς διδασκαλίας μου σᾶς γνωρίζω τὸν Πατέρα μου καὶ τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς θυσίας μου ὡς αἰώνιος ἀρχιερεὺς σᾶς συμφιλιώνω πρὸς αὐτόν.
7 εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν. καὶ ἀπ' ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν.
Ἐὰν μὲ εἴχατε γνωρίσει καλά, θὰ ἐγνωρίζατε καὶ τὸν Πατέρα μου. Καὶ ἀπὸ τώρα, ὁπότε θὰ δοξασθῶ καὶ θὰ σᾶς στείλω τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, αὐτὸ θὰ σᾶς φωτίσῃ καὶ θὰ τὸν γνωρίσετε. Καὶ διὰ τῆς νέας ζωῆς, ποὺ θὰ σᾶς μεταδώσῃ, ἡ ὁποῖα θὰ σᾶς ἑνώσῃ μὲ ἐμέ, θὰ τὸν ἴδετε μὲ τοὺς ὁφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς σας καὶ θὰ καταλάβετε τὸ μεγαλεῖον του, τὰς σωτηριώδεις βουλάς του καὶ τὸ θέλημά του. Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸ θὰ γίνῃ ἀσφαλῶς εὐθὺς μετὰ τὸ πάθημά μου καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ θυσίαν μου, δι’ αὐτὸ ἡμπορῶ ἀπὸ τώρα νὰ εἴπω, ὅτι ἐγνωρίσατε καὶ ἔχετε ἴδει τὸν Πατέρα.
8 Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν.
Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξε μας δι’ ἀποκαλυπτικῆς ὀπτασίας τὸν Πατέρα καὶ τὴν μεγαλοπρεπῆ δόξαν του, ὥστε νὰ ἴδωμεν αὐτήν, ὅπως ἄλλοτε ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἡσαΐας, καὶ μᾶς εἶναι ἀρκετὸν τοῦτο.
9 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;
Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Τόσον καιρὸν εἶμαι μαζί σας, Φίλιππε, καὶ δὲν μὲ ἐγνώρισες ἀκόμη, ποιὸς εἶμαι κατὰ τὴν θείαν μου φύσιν; Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει ἴδει ἐμὲ καὶ ἐξετίμησε πρεπόντως τὴν ἀλήθειαν τῆς διδασκαλίας μου καὶ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς μου καὶ τὴν θαυματουργικὴν δράσιν μου, εἶδε καὶ τὸν Πατέρα, διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ φυσικὸς Υἱός του καὶ ἐν τὴ ἀνθρωπίνῃ φύσει μου ἐκλάμπει ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ ἁγιότης τοῦ Πατρός μου. Καὶ πῶς σὺ λέγεις· Δεῖξε μας τὸν Πατέρα;
10 οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα.
Δὲν πιστεύεις, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀχώριστα συνηνωμένος μὲ τὸν Πατέρα, ὥστε ἐγὼ νὰ εἶμαι καὶ νὰ μένω μέσα εἰς τὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατὴρ νὰ εἶναι καὶ νὰ μένῃ μέσα μου; Εἶμαι δὲ τόσον πολὺ ἡνωμένος μὲ τὸν Πατέρα μου, ὥστε τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ σᾶς λέγω καὶ σᾶς διδάσκω, δὲν τὰ λέγω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου. Ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου ποὺ μένει μέσα μου, αὐτὸς ἐνεργεῖ τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα καὶ ἐπιβεβαιοῖ δι’ αὐτῶν, ὅτι εἴμεθα ἀχώριστοι καὶ ὅτι ἡ διδασκαλία, τὴν ὁποῖαν διδάσκω, δὲν εἶναι ἰδική μου, ἀλλὰ προέρχεται ἐκ τῆς σοφίας τοῦ Πατρός μου.
11 πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι.
Νὰ πιστεύετε εἰς ἐμέ, ὅταν σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ εἶναι ἐν ἐμοί, ὥστε ἐγὼ καὶ ἐκεῖνος, μολονότι διακρινόμεθα εἰς ξεχωριστὰ πρόσωπα, ἀποτελοῦμεν συγχρόνως ἕνα Θεόν. Εἰ δ’ ἄλλως καὶ δὲν πιστεύετε εἰς τους λόγους μου αὐτούς, τουλάχιστον πιστεύσατε μὲ διὰ τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα, ποὺ ἐνεργῶ.
12 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι,
Καὶ δὲν ἐνεργῶ μόνον ἐγὼ τὰ ἔργα αὐτὰ τὰ ὑπερφυσικά, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους ἡμπορῶ νὰ μεταδώσω τὴν δύναμιν αὐτήν, μὲ τὴν ὁποῖαν γίνονται ταῦτα. Ἀληθῶς, ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει εἰς ἐμέ, τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐνεργῶ ἐγώ, θὰ τὰ κάμῃ καὶ ἐκεῖνος, ἀλλὰ καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ θὰ κάμῃ, διότι αὐτὸς θὰ θεραπεύῃ καὶ θὰ ἀνασταίνῃ ψυχὰς καὶ θὰ συντελῇ θαυμαστὰς ἀλλοιώσεις ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, θὰ ἐπιτυγχάνῃ δὲ ταῦτα οὗτος, διότι ἐγὼ πηγαίνω πρὸς τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα μου διὰ νὰ συμβασιλεύσω μαζί του,
13 καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ.
καὶ κάθε τι, ποὺ θὰ ζητήσετε διὰ προσευχῆς ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομά μου καὶ διατελοῦντες εἰς στενὴν κοινωνίαν καὶ ἕνωσιν μὲ ἐμέ, θὰ τὸ κάμω, διὰ νὰ δοξασθῇ ὁ Πατὴρ διὰ τοῦ Υἱοῦ.
14 ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω.
Ἐὰν ζητήσετε κάτι ἐπικαλούμενοι μὲ πίστιν ζωντανὴν τὸ ὄνομά μου, ἐγὼ ὡς ἔχων πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν πλησίον του Πατρός μου θὰ τὸ κάμω.
15 Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε,
Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς εἰσακούω καὶ διὰ νὰ λάβετε μεγάλας δωρεὰς ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, πρέπει νὰ μὲ ἀγαπᾶτε. Ἐὰν δὲ μὲ ἀγαπᾶτε, τηρήσατε τὰς ἐντολάς μου καὶ δείξατε οὕτως, ὅτι ἡ πρὸς ἐμὲ ἀγάπη σας εἶναι ἀληθὴς καὶ εἰλικρινής.
16 καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα,
Καὶ ὅταν σεῖς μὲ ἀγαπᾶτε καὶ τηρῆτε τὰς ἐντολάς μου, ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον βοηθὸν καὶ ὁδηγὸν καὶ παρήγορον θὰ σᾶς δώσῃ διὰ νὰ μένῃ μαζί σας αἰωνίως.
17 τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ' ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται.
Θὰ σᾶς δώσῃ τὸ Πνεῦμα, ποὺ φανερώνει καὶ διδάσκει εἰς τὰς καλοδιαθέτους ψυχὰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμος τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων δὲν δύναται νὰ λάβῃ, διότι ἔχει μόνον τὰ αἰσθητὰ μάτια καὶ μὲ αὐτὰ δὲν τὸ βλέπει καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν γνωρίζει τὴν ἀξίαν του καὶ δὲν τὸ ζητεῖ. Σεῖς ὅμως, ποὺ παρηκολουθήσατε τὰ θαύματά μου καὶ τὴν διδασκαλίαν μου, τὸ γνωρίζετε, διότι τώρα μὲν μένει πλησίον σας, ἐπειδὴ κατοικεῖ ὁλόκληρον μέσα εἰς ἐμέ, ποὺ εἶμαι κοντά σας, μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν δὲ θὰ κατοικήσῃ καὶ μεταξύ σας, ἀλλὰ καὶ μέσα εἰς τὰς ψυχάς σας.
18 οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς.
Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω λοιπὸν ὁρφανοὺς καὶ μοναχούς. Θὰ ἔλθω ἐντὸς ὁλίγου πλησίον σας διὰ τοῦ ἄλλου τούτου Παρακλήτου, ποὺ θὰ κατοικήσῃ μέσα σας καὶ θὰ σᾶς ἐνώσῃ μαζί μου ὡς μέλη ἰδικά μου.
19 ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτέ με, ὅτι ἐγὼ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε.
Ἀκόμη ὀλίγον χρόνον καὶ ὁ μακράν τοῦ Θεοῦ κόσμος δὲν θὰ μὲ βλέπῃ πλέον, διότι δὲν θὰ ὑπάρχω σωματικῶς εἰς τὴν γῆν, ὅπως εἶμαι τώρα. Σεῖς ὅμως θὰ μὲ βλέπετε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας καὶ θὰ μὲ αἰσθάνεσθε, διότι ἐγὼ, μολονότι μετ’ ὀλίγον θὰ σταυρωθῶ καὶ θὰ ἀποθάνω, θὰ ἐξακολουθῶ νὰ ζῶ. Καὶ σεῖς θὰ ζήσετε νέαν, πνευματικὴν ζωήν, τὴν ὁποῖαν θὰ λάβετε ἀπὸ ἐμὲ.
20 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν.
Κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποῖαν θὰ λάβετε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ νέος αὐτὸς Παράκλητος θὰ ἀνοίξῃ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας διὰ νὰ μὲ βλέπετε, καὶ θὰ μάθετε τότε διὰ τῆς ἐσωτερικῆς πείρας σας, ὅτι ἐγὼ ὑπάρχω ὁλόκληρος μέσα εἰς τὸν Πατέρα μου ὡς φυσικὸς Υἱὸς αὐτοῦ, καὶ σεῖς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παρακλήτου θὰ εἶσθε ἐνσωματωμένοι εἰς ἐμὲ καὶ ἐγὼ θὰ ἔχω μορφωθῆ μέσα σας, ὥστε ἐγὼ καὶ σεῖς νὰ εἴμεθα ἀχώριστοι καὶ νὰ ἀποτελῶμεν ἕνα σῶμα.
21 ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν.
Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς μεταδοθῇ ἡ νέα αὐτὴ ζωή, ποὺ θὰ σᾶς κάμῃ ἕνα μὲ ἐμὲ, πρέπει πρωτίστως νὰ μὲ ἀγαπᾶτε. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι αὐτός, ποὺ ἐνεκολπώθη τὰς ἐντολάς μου καὶ φυλάττει αὐτάς, ἐκεῖνος καὶ μόνον μὲ ἀγαπᾶ. Ὅποιος δὲ μὲ ἀγαπᾶ, θὰ ἀγαπηθῆ στοργικῶς ἀπὸ τὸν Πατέρα μου καὶ ἐγὼ θὰ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ διὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ πνευματικοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς νέας ζωῆς, ποὺ θὰ τοῦ μεταδώσω, θὰ καταστήσω τὸν ἑαυτόν μου φανερὸν εἰς αὐτόν.
22 Λέγει αὐτῷ Ἰούδας, οὐχ ὁ Ἰσκαριώτης· Κύριε, καὶ τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ;
Λέγει πρὸς αὐτὸν Ἰούδας, ὄχι ὁ Ἰσκαριώτης, ἀλλ’ αὐτὸς ποὺ ἐλέγετο Θαδδαῖος καὶ Λεββαῖος· Κύριε, τί ἔχει συμβῆ καὶ τί σὲ ἐμποδίζει, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐμφανίζῃς ἐνδόξως τὸν ἑαυτόν σου μόνον εἰς ἡμᾶς καὶ ὄχι εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὥστε νὰ πείσῃς αὐτόν, ὅτι εἶσαι ὁ Μεσσίας καὶ νὰ κυριαρχήσῃς ἐπ’ αὐτοῦ ὡς παγκόσμιος καὶ αἰώνιος βασιλεύς;
23 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ' αὐτῷ ποιήσομεν.
Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν· Ἡ ἐμφάνισις, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὁμιλῶ, θὰ εἶναι ἐσωτερικὴ καὶ πνευματικὴ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἐνὸς ἐκάστου πιστοῦ καὶ ἀφωσιωμένου εἰς ἐμέ. Ὅποιος δηλαδὴ μὲ ἀγαπᾷ, θὰ φυλάξῃ τὸν λόγον μου καὶ ὁ Πατήρ μου θὰ ἀγαπήσῃ αὐτὸν καὶ θὰ ἔλθωμεν πρὸς αὐτὸν ἐγὼ καὶ ὁ Πατήρ μου καὶ θὰ κατοικήσωμεν μονίμως εἰς αὐτὸν μεταβάλλοντες τὴν καρδίαν του εἰς ἔμψυχον καὶ ζωντανὸν ναόν μας.
24 ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ· καὶ ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐμός, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός.
Ὅποιος δὲν μὲ ἀγαπᾷ, δὲν φυλάττει τοὺς λόγους μου. Ἀλλ’ ὅμως ὁ λόγος καὶ ἡ διδασκαλία, ποὺ ἀκούετε ἀπὸ τὸ στόμα μου, δὲν εἶναι ἰδικός μου, ἀλλ’ εἶναι λόγος τοῦ Πατρός, ποὺ μὲ ἔστειλε. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ φανερώσω τὸν ἑαυτόν μου εἰς ἐκεῖνους, ποὺ δὲν τηροῦν τὸν λόγον τοῦ Πατρός μου;
25 Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ' ὑμῖν μένων·
Αὐτὰ σᾶς εἶπα τώρα, προτοῦ νὰ ἀπέλθω εἰς τους οὐρανοὺς καὶ καθ’ ὂν χρόνον μένω ἀκόμη μαζί σας.
26 ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ¨Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν.
Ὁ Παράκλητος ὅμως, δηλαδὴ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον θὰ στείλῃ ὁ Πατὴρ διὰ νὰ ἀποκαλύπτῃ εἰς τους πιστοὺς τὴν ἀποστολήν μου, τὸ ἔργον μου καὶ ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὸ ὄνομά μου καὶ τὸ πρόσωπόν μου, ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξῃ ὄλας τὰς σωτηριώδεις ἀληθείας καὶ θὰ σᾶς ἐνθυμίσῃ ὅλα, ὅσα σᾶς εἶπα ἐγώ.
27 Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω.
Φεύγω καὶ σᾶς ἀφίνω εἰρήνην. Σᾶς δίδω τὴν ἀληθινὴν καὶ βαθείαν εἰρήνην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὠ καὶ τὴν ὁποίαν ἦλθα νὰ φέρω εἰς τὸν συνταρασσόμενον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν κόσμον. Δὲν σᾶς δίδω ἐγὼ εἰρήνην ὑποκριτικὴν καὶ ἀπατηλὴν καὶ ἀσταθῆ, σὰν αὐτὴν ποὺ δίδει ὁ κόσμος. Ἂς μὴ ταράσσεται ἀπὸ φόβους ἐσωτερικοὺς καὶ ἂς μὴ δειλιάζῃ ἀπὸ ἐξωτερικὰ φόβητρα καὶ ἀπειλὰς ἡ καρδία σας.
28 ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι·
Ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ταράσσεσθε, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ χαίρετε. Ἡκούσατε ὅτι ἐγὼ σᾶς εἶπον, πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔλθω πάλιν πρὸς σᾶς. Ἐὰν μὲ ἡγαπᾶτε, θὰ εἴχατε καταληφθῆ ἀπὸ χαράν, διότι σᾶς εἶπα· Πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα· διότι ὁ Πατήρ μου εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ ἐμέ. Καὶ εἶναι μεγαλύτερος, διότι ἐγὼ φέρω τώρα δούλου μορφήν, διὰ τῆς ἐπανόδου ὅμως εἰς τὸν Πατέρα πρόκειται καὶ ὡς ἄνθρωπος νὰ ὑψωθῶ καὶ νὰ δοξασθῶ, ὑψώνων καὶ δοξάζων τὴν ὅλην ἀνθρωπίνην φύσιν, συνεπῶς δὲ καὶ σᾶς καὶ ὅλους ἐν γένει τοὺς πιστούς. Δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ χαρῆτε. Ἀλλὰ σεῖς ἐλυπήθητε.
29 καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε.
Καὶ δὲν θὰ ἤθελα μὲν νὰ σᾶς προκαλέσω λύπην, ἡναγκάσθην ὅμως τώρα νὰ σᾶς εἴπω περὶ τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἐπανόδου μου προτοῦ νὰ γίνουν ταῦτα, ὥστε ὅταν γίνουν, νὰ πιστεύσετε εἰς ἐμὲ βλέποντες τὴν ἐπαλήθευσιν τῆς προφητείας μου.
30 οὐκέτι πολλὰ λαλήσω μεθ' ὑμῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν·
Δὲν θὰ ὁμιλήσω πλέον πολλὰ μαζί σας. Δὲν μένει ἄλλως τε καιρὸς διὰ νὰ σᾶς εἴπω περισσότερα. Διότι ἔρχεται ὁ σατανᾶς, ποὺ ἐξουσιάζει τὸν μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμον. Καὶ ἔρχεται ἐδῶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν τελευταίαν καὶ βιαιοτέραν ἐπίθεσίν του κατ' ἐμοῦ. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν θὰ εὔρῃ τίποτε τὸ ἰδικόν του, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ δίδῃ ἐξουσίαν ἢ κάποιον δικαίωμα ἐπ’ ἐμοῦ.
31 ἀλλ' ἵνα γνῷ ὁ κόσμος ὅτι ἀγαπῶ τὸν πατέρα, καὶ καθὼς ἐνετείλατό μοι ὁ πατήρ, οὕτω ποιῶ. ἐγείρεσθε ἄγωμεν ἐντεῦθεν.
Θὰ παραχωρηθῇ ὅμως εἰς αὐτὸν νὰ μὲ θανατώσῃ, διὰ νὰ μάθῃ ὁ κόσμος, ὅτι ἀγαπῶ τὸν Πατέρα καὶ ὅπως μοῦ ἔδωκεν ἐντολὴν ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος θέλει μὲ τὸν θάνατόν μου νὰ σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι ἀκριβῶς πράττω. Σηκωθῆτε. Ἂς φύγωμεν ἀπ’ ἐδῶ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα