ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΙΔΕΤΕ ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ πατὴρ ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν. διὰ τοῦτο ὁ κόσμος οὐ γινώσκει ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἔγνω αὐτόν.
Ναί, ἔχει γεννηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἴδετε πόσον μεγάλην καὶ θαυμαστὴν ἀγάπην μᾶς ἔχει δώσει ὁ πατήρ, ὥστε νὰ ὀνομασθῶμεν τέκνα Θεοῦ. Δι’ αὐτὸ ὁ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμος τῶν ἀνθρώπων δὲν μᾶς νοιώθει καὶ δὲν μᾶς γνωρίζει, διότι δὲν ἐγνώρισεν αὐτόν, τὸν Θεόν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἠθικῶς ὁμοιάζομεν.
2 Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὕπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι.
Ἀγαπητοί, τώρα εἴμεθα τέκνα Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐφανερὠθη ἀκόμη, τί θὰ εἴμεθα εἰς τὸ μέλλον. Γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι ἐὰν φανερωθῇ ὁ Χριστός, θὰ γίνωμεν ὅμοιοί του κατὰ τὴν δόξαν, διότι θὰ τὸν ἴδωμεν ὅπως εἶναι, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς θείας δόξης, ἡ ὁποία ὡς εἰς ἄλλους πνευματικοὺς καθρέπτας θὰ καθρεπτισθῇ καὶ θὰ λάμψῃ καὶ εἰς ἡμᾶς.
3 καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ᾿ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι.
Καὶ καθένας ποὺ ἔχει καὶ κρατεῖ στερεὰ τὴν ἐλπίδα ταύτην εἰς αὐτόν, τὸν Χριστόν, καθαρίζει τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν, καθὼς καὶ ἐκεῖνος εἶναι καθαρὸς καὶ ἅγιος. Μόνον οἱ ἁγνοὶ καὶ καθαροὶ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἴδουν τὸν καθαρὸν καὶ ἅγιον.
4 Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνομίαν ποιεῖ, καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία.
Κάθε ἕνας ποὺ κάμνει τὴν ἁμαρτίαν, κάμνει καὶ τὴν ἀνομίαν. Παραβιάζει δηλαδὴ καὶ ἀθετεῖ καὶ περιφρονεῖ οὗτος τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἐπανάστασις κατὰ τοῦ νόμου καὶ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἀνατροπὴν τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ.
5 καὶ οἴδατε ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη ἵνα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἄρῃ, καὶ ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστι.
Καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ νὰ ἑξαλείψῃ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἁμαρτία δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ, διότι παρέμεινε καθ’ ὅλον του τὸν βίον ἀπολύτως ἀναμάρτητος.
6 πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ μένων οὐχ ἁμαρτάνει· πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν.
Καθένας λοιπὸν ποὺ μένει μέσα εἰς αὐτὸν καὶ εἶναι πάντοτε ἐνωμένος μαζί του, δὲν ἁμαρτάνει· καθένας δὲ ποὺ ἁμαρτάνῃ, δὲν τὸν ἔχει αἰσθανθῆ ἐσωτερικῶς μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ δὲν τὸν ἔχει γνωρίσει διὰ τῆς πείρας.
7 Τεκνία, μηδεὶς πλανάτω ὑμᾶς· ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην δίκαιός ἐστι, καθὼς ἐκεῖνος δίκαιός ἐστιν·
Παιδάκια μου, ἂς μὴ σᾶς πλανᾷ κανείς, ὀσονδήποτε πιθανὰ καὶ ἂν φαίνωνται τὰ ἐπιχειρήματά του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτή· ἐκεῖνος, ποὺ ἐξασκεῖ εἰς τὸν βίον του τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀρετήν, εἶναι δίκαιος, ὅπως καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶναι δίκαιος, καὶ μόνος αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸν δίκαιον Ἰησοῦν καὶ εἶναι ἐνωμένος μαζί του.
8 ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει. εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου.
Ἐκεῖνος, ποὺ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, κατάγεται ἀπὸ τὸν διάβολον καὶ ἔχει σχέσιν καὶ στενὴν γνωριμίαν μὲ τὸν διάβολον. Καὶ κατάγεται οὖτος ἀπὸ τὸν διάβολον, διότι ἐξ ἀρχ·ης ὁ διάβολος μὲ πεῖσμα πολὺ ἁμαρτάνῃ. Πρὸς αὐτὸν δὲ τὸν σκοπὸν ἐφανερώθη ἐπὶ τῆς γῆς ὡς ἄνθρωπος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ καταλύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου.
9 Πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει· καὶ οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται.
Καθένας ποὺ ἔχει γεννηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν πράττῃ ποτὲ θεληματικῶς καὶ μὲ ψυχρὸν ὑπολογισμὸν καμμίαν ἁμαρτίαν. Διότι ἡ νέα ζωή, ποὺ τοῦ μετέδωκε διὰ τοῦ Πνεύματός του ὁ Θεός, μένῃ μέσα του. Καὶ ἡ θέλησίς του ἀποκτᾷ τέτοιαν συνήθειαν εἰς τὴν ἀρετήν, ὥστε δὲν δύναται οὗτος νὰ ἁμαρτάνῃ, διότι ἔχῃ γεννηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν καὶ ὁμοιάζει πρὸς τὸν Θεόν.
10 ἐν τούτῳ φανερά ἐστι τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τέκνα τοῦ διαβόλου. πᾶς ὁ μὴ ποιῶν δικαιοσύνην οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ.
Αύτὸ εἶναι τὸ διακριτικὸν γνώρισμα, μὲ τὸ ὁποῖον γίνονται εἰς ὅλους φανερὰ τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ διαβόλου. Καθένας δηλαδή, ποὺ δὲν ἀσκεῖ εἰς τὸν βίον τοῦυπᾶσαν ἀρετήν, αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν καὶ δὲν ἔχει πατέρα τὸν Θεόν. Τὸ ἴδιον καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφόν του Χριστιανόν, δὲν εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ.
11 ὅτι αὕτη ἐστὶν ἡ ἀγγελία ἣν ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους,
Καὶ δὲν εἶναι παιδὶ τοῦ Θεοῦ αὐτός, ποὺ δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφόν του, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον παράγγελμα, ποὺ σᾶς ἐγνωστοποιήθη μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὸ ὁποῖον ἠκούσατε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιστροφῆς σας εἰς τὸν Χριστόν, τὸ νὰ ἀγαπῶμεν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
12 οὐ καθὼς Κάϊν ἐκ τοῦ πονηροῦ ἦν καὶ ἔσφαξε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· καὶ χάριν τίνος ἔσφαξεν αὐτόν; ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ πονηρὰ ἦν, τὰ δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ δίκαια.
Καὶ ἂς μὴ τρέφωμεν αἰσθήματα ὅμοια πρὸς τοῦ Κάϊν, ὁ ὁποῖος ἦτο τέκνον τοῦ πονηροῦ διαβόλου καὶ ἔσφαξεν ἄσπλαγχνα τὸν ἀδελφόν του. Καὶ διατὶ τὸν ἔσφαξε; Διότι τὰ ἔργα του ἦσαν πονηρά, τὰ δὲ ἔργα τοῦ ἀδελφοῦ του ἦσαν δίκαια, ἡ ἀρετὴ δὲ καὶ ἡ δικαιοσύνη προκαλεῖ τὴν ἀντιπάθειαν τοῦ διαβόλου καὶ τῶν πονηρῶν παιδιῶν του.
13 Μὴ θαυμάζετε, ἀδελφοί μου, εἰ μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος.
Μὴ παραξενεύεσθε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐὰν σᾶς μισῇ ὁ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμος.
14 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ.
Ἡμεῖς ἠξεύρομεν ἐκ πείρας, ὅτι ἔχομεν μεταβῆ ἀπὸ τὸν πνευματικὸν θάνατον εἰς τὴν πνευματικὴν ζωήν. Καὶ τὸ ἠξεύρομεν, διότι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφόν του, ἑξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ εἰς τὸν πνευματικὸν θάνατον.
15 πᾶς ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί, καὶ οἴδατε ὅτι πᾶς ἀνθρωποκτόνος οὐκ ἔχει ζωὴν αἰώνιον ἐν ἑαυτῷ μένουσαν.
Καθένας ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφόν του, εἶναι φονεύς, διότι ἔχει μέσα του διάθεσιν φονικὴν καὶ θέλει τὴν καταστροφὴν καὶ τὸν θάνατον τοῦ μισουμένου. Καὶ ἠξεύρετε, ὅτι κάθε φονεὺς δὲν ἔχει ζωὴν αἰώνιον, ἡ ὁποία νὰ μένῃ μέσα του.
16 ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι.
Μὲ αὐτὸ δὲ ἔχομεν μάθει, τί εἶναι ἡ ἀγάπη· μὲ τὸ ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖνος (ὁ Χριστός) διὰ τὴν σωτηρίαν μας παρέδωκε προθύμως εἰς θάνατον τὴν ζωήν του. Κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦτο νὰ παραδίδωμεν τὴν ζωήν μας ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν καὶ ὄχι νὰ θέλωμεν να ἀφαιρέσωμεν τὴν ζωὴν αὐτῶν.
17 ὃς δ᾿ ἂν ἔχῃ τὸν βίον τοῦ κόσμου καὶ θεωρῇ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ χρείαν ἔχοντα καὶ κλείσῃ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ ἀπ᾿ αὐτοῦ, πῶς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μένει ἐν αὐτῷ;
Ὅποιος ὅμως ἔχει τὰ πλούτη τοῦ κόσμου καὶ παρατηρεῖ τὸν ἀδελφόν του, ὅτι οὗτος ἔχει ἀνάγκην, καὶ κλείσῃ τὴν καρδίαν του καὶ τὰ σπλάγχνα του ἀπὸ αὐτόν, ὥστε νὰ μὴ αἴσθανθῇ καμμίαν συμπάθειαν διὰ τὴν δυστυχίαν του, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεόν νὰ μένῃ μέσα του;
18 Τεκνία μου, μὴ ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδὲ τῇ γλώσσῃ, ἀλλ᾿ ἐν ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ.
Παιδάκια μου, ἂς μὴ ἀγαπῶμεν μὲ λόγια καὶ μὲ τὴν γλῶσσαν μόνον, ἀλλ’ ἂς ἀγαπῶμεν μὲ ἔργα εὐεργετικὰ καὶ ὄχι ψεύτικα, ἀλλὰ ἀληθινά.
19 καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐκ τῆς ἀληθείας ἐσμέν, καὶ ἔμπροσθεν αὐτοῦ πείσομεν τὰς καρδίας ἡμῶν,
Καὶ μὲ αὐτό, ἤτοι μὲ τὴν εἰλικρινῆ ἀγάπην καὶ τὴν εὐεργεσίαν, γνωρίζομεν ὅτι καταγόμεθα ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ ἔχομεν ἀναγεννηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν. Καὶ ὅταν ἔχωμεν τὴν ἀγάπην αὐτήν, θὰ καθησυχάσωμεν ἐνώπιόν του τὰς συνειδήσεις μας καὶ δὲν θὰ μᾶς τύπτουν αὗται ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ,
20 ὅτι ἐὰν καταγινώσκῃ ἡμῶν ἡ καρδία, ὅτι μείζων ἐστὶν ὁ Θεὸς τῆς καρδίας ἡμῶν καὶ γινώσκει πάντα.
εἰς ὀ,τιδήποτε καὶ ἂν μᾶς κατηγοροῦν αὗται. Καὶ θὰ καθησυχάσωμεν τὰς συνειδήσεις μας, διότι ὁ Θεὸς εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὰς συνειδήσεις μας καὶ ἠξεύρει τελείως καὶ καλύτερα ἀπὸ αὐτὰς ὅλα τὰ σφάλματά μας καὶ ὅλας τὰς τύψεις μας. Ἠξεύρει τὴν ἐνοχήν μας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ γινώσκων τὰ πάντα Θεὸς πείθει ἡμᾶς, ὅτι εἴμεθα τέκνα του, δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ κατακριθῶμεν.
21 ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ καρδία ἡμῶν μὴ καταγινώσκῃ ἡμῶν παρρησίαν ἔχομεν πρὸς τὸν Θεόν,
Ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ συνείδησίς μας δὲν μᾶς κατηγορῇ, ἔχομεν θάρρος πρὸς τὸν Θεόν.
22 καὶ ὃ ἐὰν αἰτῶμεν λαμβάνομεν παρ᾿ αὐτοῦ ὅτι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηροῦμεν καὶ τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον αὐτοῦ ποιοῦμεν.
Καὶ ὀ,τιδήποτε τοῦ ζητοῦμεν διὰ τῆς προσευχῆς, τὸ λαμβάνομεν ἀπὸ αὐτόν. Καὶ τὸ λαμβάνομεν, διότι τηροῦμεν τὰς ἐντολάς του καὶ πράττομεν αὐτά, ποὺ τοῦ ἀρέσουν.
23 καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους καθὼς ἔδωκεν ἐντολήν.
Αἱ ἐντολαὶ δὲ τοῦ Θεοῦ περιλαμβάνονται εἰς μίαν ἐντολήν. Καὶ ἡ ἐντολή του εἶναι αὐτή, νὰ πιστεύσωμεν δηλαδὴ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ του Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀγαπῶμεν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, καθὼς ὁ Χριστὸς μᾶς ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ ἀγαπῶμεν.
24 καὶ ὁ τηρῶν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν αὐτῷ. καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι μένει ἐν ἡμῖν, ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν.
Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ τηρεῖ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, μένει μέσα εἰς τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς μένει μέσα εἰς αὐτόν. Εἶναι δηλαδὴ οὖτος ἐνωμένος μὲ τὸν Θεόν. Ἔχομεν δὲ μέσον διὰ νὰ γνωρίσωμεν μὲ βεβαιότητα, ἐὰν εἴμεθα ἐνωμένοι μὲ τὸν Θεόν καὶ ἐὰν πράγματι ὁ Θεὸς μένῃ μέσα μας. Μὲ τοῦτο δηλαδὴ βεβαιούμεθα, ὅτι ὁ Θεὸς μένει μέσα μας, μὲ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔδωκε καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς δίδει τὴν πληροφορίαν αὐτήν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα