ελ
Καινή Διαθήκη
Καί είς τάς τρεις ταύτας έπιστολάς διακρίνεται ή αύτή συγγραφική σφραγίς, διό καί άνέκαθεν εγένετο σχεδόν γενικώς δεκτόν, ότι προέρχονται έκ της αύτης χειρός καί διανοίας. Παρέμειναν διά τούτο καί αι τρεις άχώριστοι άπ' άλλήλων, συναποτελέσασαι ίδίαν τινά κλάσιν μεταξύ πασών τών επιστολών της Καινής Διαθήκης. Ό συγγραφεύς αύτων άνήκει είς τούς αύτόπτας καί άκροατάς του Κυρίου, τιτλοφορεϊ δε έαυτόν «ό πρεσβύτερος», καί κατά τήν όμόφωνον της Εκκλησίας παράδοσιν είναι ό ευαγγελιστής Ίωάννης.
Η πρώτη τών έπιστολών τούτων, άρκούντως εκτενής, έγράφη ύπό τοϋ Αποστόλου εξ άφορμής του κινδύνου, τόν όποϊον εδημιούργουν είς τήν Έκκλησίαν ψευδοδιδάσκαλοί τινες, οϊτινες χαρακτηρίζονται ώς πρόδρομοι καί όργανα τού άντιχρίστου, καί αύτο άντίχριστοι ύπό τοϋ Αποστόλου άποκαλούμενοι. Οι αιρετικοί ούτοι ήρνοϋντο, ότι ό Ίησούς είναι Υίός του Θεού καί ότι ενηνθρώπησε καί έπαθεν ύπέρ ήμων πράγματι και άληθεία. Έκ της άφορμής ταύτης γράψας ό Άπόστολος τήν πιστολήν του ταύτην πιθανώτατα έξ Έφέσου κατά τόν αύτόν περίπου χρόνον, καθ' ον συνέγραψε και τό Ευαγγέλιον, έθεσεν ώς κύριον σκοπόν αύτης τό νά στηρίξη τά πνευματικά του τέκνα είς τήν άληθή πίστιν καί είς άδιάσπαστον έπικοινωνίαν μετά τών αυτοπτών τού Λόγου της ζωής.
Ή δευτέρα έπιστολή, βραχυτάτη ούσα, άπευθύνεται «έκλεκτή κυρία» καί κατακλείεται διά συντόμου χαιρετισμού έκ μέρους τών τέκνων της άδελφής της έκλεκτης ταύτης κυρίας. Κατά τήν πιθανωτέραν γνώμην ύπό τήν φράσιν ταύτην ό Εύαγγελιστής ύπονοεϊ μεταφορικώς τοπικήν τινα 'Έκκλησίαν καί ύπέρ τούτου συνηγορεϊ, ότι φυσικώτερον παρουσιάζεται και τά τέκνα της άλλης έκλεκτής κυρίας, τά πέμποντα τούς άσπασμούς, νά είναι τά μέλη άλλης τινός τοπικής Έκκλησίας. Καί ή έπιστολή αύτη έγράφη έξ άφορμής τού έκ τών ψευδοδιδασκάλων κινδύνου μέ τόν σκοπόν, όπως κατασφαλισθώσιν άπ' αύτού οί πιστοί, πρός τούς όποίους άπεστάλη ή έπιστολή, μέχρις ου ό Εύαγγελιστής θά έλάμβανε τήν ευκαιρίαν καί αυτοπροσώπως νά έπισκεφθή αύτούς. Φαίνεται δέ, ότι καί αϋτη άπεστάλη εξ Έφέσου μετά τήν πρώτην Καθολικήν έπιστολήν.
Καί ή τρίτη έπιστολή είναι έξ ίσου βραχεΐα, ώς ή δευτέρα. Έγράφη δε έξ άφορμης άδελφών τινων, οϊτινες περιώδευον κηρύττοντες το Ευαγγέλιον, και τούς όποίους ό θεΐος Άπόστολος συνιστά είς τήν φιλοξενίαν τών εκασταχού Χριστιανών. Απευθύνεται πρός Γάϊόν τινα, πρός τόν όποϊον Ιδία συνιστά ό Απόστολος τούς περιοδευτάς τούτους, παραπονούμενος συγχρόνως διά κάποιον Διοτρεφή, όστις άντιπολιτευόμενος τόν 'Άπόστολον κατεδίωκε τούς έξ αύτοϋ προερχομένους καί άπέπεμπεν άπό της Έκκλησίας πάντα, όστις θά εδέχετο αύτούς.
Ή έπιστολή έγράφη κατά τά τελευταΐα έτη τής ζωής τού Άποστόλου, πιθανώτατα έξ Έφέσου.
1 Ο ἧν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· ~
Εκεῖνο ποὺ ὑπῆρχεν, ὅταν ἤρχισεν ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἰ Ἀπόστολοι μὲ τὰ αὐτιά μας ἠκούσαμεν, τὸ ὁποῖον μὲ τὰ μάτια μας ἔχομεν ἴδει, τὸ ὁποῖον εἴδαμεν καλὰ καὶ αἱ χεῖρες μας ἐψηλάφησαν, θέλω δηλαδὴ νὰ εἴπω περὶ τοῦ ἐνυποστάτου Λόγου, ὁ ὁποῖος ἔχει μέσα του ζωὴν καὶ τὴν μεταδίδει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους.
2 καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· ~
(Καὶ ἡ ἐνυπόστατος ζωὴ ἐνηνθρώπησε καὶ ἐφανερώθη μὲ σάρκα ὡς ἄνθρωπος καὶ ἔχομεν ἴδει μὲ τὰ μάτια μας τὴν ζωὴν αὐτὴν καὶ δίδομεν μαρτυρίαν δι’ αὐτὴν καὶ σᾶς ἀναγγέλλομεν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ποὺ ἀϊδίως ὑπῆρχε πλησίον τοῦ Πατρὸς καὶ ἦτο ἐνωμένη μὲ αὐτὸν καὶ ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς πρώτους μαθητάς).
3 ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ' ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἔχομεν ἴδει καὶ ἀκούσει ὡς αὐτόπται καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες, ἀναγγέλλομεν εἰς σᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸ εἴδατε μὲ τὰ σωματικά σας μάτια καὶ δὲν τὸ ἠκούσατε μὲ τὰ σωματικά σας αὐτιά. Καὶ σᾶς ἀναγγέλλομεν τοῦτο διὰ νὰ ἔχετε συμμετοχὴν καὶ στενὸν σύνδεσμον μαζί μας. Ἐκεῖνος δέ, ποὺ ἔχει στενὴν σχέσιν καὶ συμμετοχὴν μαζί μας, ἔχει σχέσιν καὶ κοινωνίαν μὲ τὸν Πατέρα καὶ μὲ τὸν Υἱὸν τοῦ Ἰησοῦν Χριστόν.Ὁ στενὸς δηλαδὴ σύνδεσμος τῶν Χριστιανῶν δὲν δημιουργεῖ μόνον στενὴν σχέσιν μεταξύ των, ἀλλὰ καὶ στενὴν σχέσιν καὶ ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν.
4 καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη.
Καὶ σᾶς γράφομεν αὐτά, διὰ νὰ εἶναι τελεία ἡ χαρά μας, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν στενὸν σύνδεσμον καὶ τὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Θεὸν καὶ μεταξύ μας.
5 Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία.
Διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὅμως καὶ νὰ διατηρῆται ἡ ἐπικοινωνία αὐτή, ποὺ τόσην χαρὰν μᾶς φέρει, δὲν πρέπει νὰ ξεχάνετε, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀκούσει ἀπὸ αὐτὸν τὸν Υἱὸν καὶ ἀναγγέλλομεν εἰς σᾶς, εἶναι αὕτη· ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἁγιότητα καὶ ἀλήθειαν καὶ δὲν ὑπάρχει μέσα του κανένα ἴχνος σκότους ἀγνοίας καὶ ἁμαρτίας.
6 ἐὰν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν ἀλήθειαν·
Ἐὰν λοιπὸν εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν στενὴν σχέσιν καὶ κοινωνίαν μὲ τὸν Θεόν, καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ἡ ἐν γένει συμπεριφορά μας εἶναι σκοτεινὴ καὶ ἁμαρτωλή, ψευδόμεθα καὶ δὲν συμμορφωνόμεθα πρὸς τὴν ἀλήθειαν.
7 ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτὶ περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καὶ τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας.
Ἐὰν ὅμως συμπεριφερώμεθα μὲ φωτεινὴν καὶ ἐνάρετον διαγωγήν, ὅπως ζῇ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὸ ἠθικὸν φῶς, ἔχομεν στενὴν σχέσιν καὶ κοινωνίαν μεταξύ μας, καὶ ἡ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ του μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν.
8 ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν.
Ἔχομεν δὲ ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ καθαρισμοῦ τούτου, διότι φέρομεν μέσα μας τὴν ἁμαρτίαν. Ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτίαν, πλανῶμεν τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει μέσα μας.
9 ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καὶ δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας καὶ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας.
Ἐὰν ὅμως ὁμολογῶμεν τὰς ἁμαρτίας μας μὲ συναίσθησιν τῆς ἐνοχῆς μας, εἶναι ἀξιόπιστος τηρητὴς τῶν ὑποσχέσεών του περὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας. Εἶναι δὲ καὶ δίκαιος καὶ ὡς ἒκ τούτου ὕστερα ἀπὸ τὴν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνον ἡ ἀξιοπιστία του, ἀλλὰ καὶ ἡ δικαιοσύνη του ἀπαιτεῖ νὰ μᾶς συγχωρήσῃ τὰς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς καθαρίσῃ ἀπὸ κάθε ἀδικίαν.
10 ἐὰν εἴπωμεν ὅτι οὐχ ἡμαρτήκαμεν, ψεύστην ποιοῦμεν αὐτόν, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν.
Ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν διαπράξει καμμίαν ἁμαρτίαν, διαψεύδομεν καὶ παρουσιάζομεν ὡς ψεύστην τὸν Θεόν, ποὺ βεβαιώνει εἰς τὴν Γραφήν, ὅτι ὅλοι οἰ ἄνθρωποι εἶναι ἁμαρτωλοί. Καὶ ὁ λόγος του τότε δὲν ἐφώτισε τὰς καρδίας μας καὶ δὲν ἐπέδρασεν εἰς τὸ ἐσωτερικόν μας.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα