ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΠΟΘΕΝ πόλεμοι καὶ μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν;
Καὶ ἀφοῦ ὁμιλῶ περὶ ἀκαταστασίας καὶ συγχύσεως καὶ ταραχῆς, ἂς θέσω τώρα τὸ ἐρώτημα: Ἀπὸ ποὺ προέρχονται μεταξύ σας αἱ ἔριδες καὶ αἱ συγκρούσεις; Δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν αἰτίαν αὐτήν, ἤτοι ἀπὸ τὴν προσπάθειαν νὰ ἰκανοποιήσετε τὰς ἐφαμάρτους ἐπιθυμίας σας, ποὺ σηκώνουν ἐκστρατείαν καὶ πόλεμον μὲ ἕδραν καὶ φρούριόν των τὸ μέλη σας;
2 ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς·
Ἐπιθυμεῖτε. Καὶ δὲν ἔχετε ἐκεῖνο, ποὺ ἰκανοποιεῖ τὰς ἐπιθυμίας σας. Καὶ ἐν τῇ προσπαθείᾳ: τοῦ νὰ τὸ ἀποκτήσετε, κινδυνεύετε νὰ φθάσετε καὶ μέχρι φόνου. Καὶ ἐπιθυμεῖτε μὲ σφοδρότητα καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιτύχετε ἐκεῖνο, ποὺ ἐπιθυμεῖτε. Δι' αὐτὸ ἔρχεσθε εἰς συγκρούσεις καὶ ἔριδας. Καὶ δὲν ἔχετε, διότι δὲν ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Θεόν διὰ προσευχῆς. Ἐθέσατε ὡς σκοπόν σας τὴν ἡδονὴν καὶ ἐξεκόψατε τὸν ἑαυτόν σας ἀπὸ τὸν Θεόν.
3 αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε.
Ὑπάρχουν μεταξύ σας καὶ ἄλλοι, ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν. Πρὸς αὐτοὺς τώρα ἀπευθύνομαι. Ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Θεόν διὰ προσευχῆς καὶ δὲν λαμβάνετε, διότι ζητεῖτε πρὸς σκοπὸν κακόν, διὰ νὰ ἐξοδεύσετε ἐκεῖνο, ποὺ ζητεῖτε, πρὸς ἀπόλαυσιν τῶν ἡδονῶν σας.
4 μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται.
Προδόται καὶ προδότριαι τῆς ἀγάπης καὶ τῆς πίστεως, ποὺ ὀφείλομεν εἰς τὸν οὐράνιον Νυμφίον μας· δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἡ προσκόλλησις εἰς τὰς ἡδονὰς καὶ τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου εἶναι ἔχθρα πρὸς τὸν Θεόν; Ὁποιοσδήποτε θελήσῃ νὰ εἶναι φίλος τοῦ κόσμου καὶ τῶν διασκεδάσεων καὶ ἡδονῶν του, γίνεται ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ.
5 ἢ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν;
Ἢ νομίζετε, ὅτι ματαίως καὶ ἄνευ σημασίας λέγει ἡ Γραφή, ὅτι μᾶς ζηλότυπεῖ καὶ μέχρι φθόνου μᾶς ποθεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ κατῴκησε μέσα μας; Ὅταν λοιπὸν προδιδῶμεν τὴν ἀγάπην του καὶ προσκολλώμεθα εἰς τὰς ἡδονὰς τοῦ κόσμου, δὲν θὰ μᾶς μισήσῃ καὶ δὲν θὰ μᾶς ἀποστραφῇ;
6 μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.
Ἐὰν ὅμως διακόψωμεν τὴν πρὸς τὸν Κόσμον φιλίαν, ὅσον περισσότερον μᾶς ἀγαπᾷ καὶ μᾶς ποθεῖ ὁ Θεός, τόσον μεγαλυτέρα θὰ εἶναὶ ἡ χάρις ποὺ θὰ μᾶς δίδῃ. Διὰ τοῦτο λέγει ἡ Γραφή· ὁ Θεὸς ἀντιτάσσεται πρὸς τοὺς ὑπερηφάνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τὰς ἡδονάς των περιφρονοῦν τὸ θέλημά του καὶ προτιμοῦν τὸν κόσμον παρὰ τὸν Θεόν. Εἰς τοὺς ταπεινοὺς δέ, ποὺ ἀπαρνοῦνται τὰς ἡδονάς των καὶ τὸν κόσμον χάριν τοῦ Θεοῦ, δίδει χάριν.
7 Ὑποτάγητε οὖν τῷ Θεῷ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ' ὑμῶν·
Ὑποταχθῆτε λοιπὸν ταπεινῶς εἰς τὸν Θεόν. Ἀντισταθῆτε εἰς τὸν διάβολον, ποὺ σᾶς πειράζει μὲ τὰς ἡδονὰς τοῦ κόσμου, καὶ θὰ φύγῃ οὗτος νικημένος, καὶ ἐντροπιασμένος μακρὰν ἀπὸ σᾶς.
8 ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι.
Πλησιάσατε εἰς τὸν Θεόν καὶ θὰ πλησιάσῃ καὶ ὁ Θεὸς εἰς σᾶς. Καθαρίσατε ἀπὸ κάθε ἐνοχὴν τὴν ἐξωτερικὴν συμπεριφοράν σας, οἰ ἁμαρτωλοί, καὶ ἑξαγνίσατε τὸ ἐσωτερικόν σας, σεῖς οἱ δίβουλοι, ποὺ ἄλλοτε πηγαίνετε μὲ τὸν Θεόν καὶ ἄλλοτε μὲ τὸν κόσμον.
9 ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν.
Συναισθανθῆτε τὴν ἀθλιότητά σας καὶ λυπηθῆτε καὶ κλαύσατε μὲ συντριβὴν μετανοίας. Ὁ γέλως σας, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἡδονικόν σας βίον, ἂς μεταστροφῇ εἰς λύπην μετανοίας καὶ ἡ κοσμικὴ χαρά σας ἂς μετατροπῇ εἰς θλῖψιν.
10 ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς.
Ταπεινωθῆτε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ σᾶς ὑψώσῃ εἰς μὲν τὴν παροῦσαν ζωὴν διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἠθικῆς τελειοποιήσεως, εἷς δὲ τὴν μέλλουσαν διὰ τῆς αἰωνίου του δόξης καὶ μακαριότητος.
11 Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί. ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καταλαλεῖ νόμου καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ ποιητὴς νόμου, ἀλλὰ κριτής.
Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸ νὰ κατακρίνῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γίνεται αἰτία ψυχρότητος καὶ συγκρούσεων, δι’ αὐτὸ μὴ κατηγορεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀδελφοί. Ἐκεῖνος, ποὺ κατηγορεῖ καὶ καταδικάζει τὸν ἀδελφόν του, κατηγορεῖ ὡς μὴ ὀρθὸν τὸν θεῖον νόμον καὶ καταδικάζει καὶ καταφρονεῖ τὸν θεῖον νόμον τῆς ἀγάπης. Ἐὰν δὲ καταδικάζῃς τὸν νόμον τῆς ἀγάπης, ποὺ σοῦ ἀπαγορεύει καὶ τὴν κατάκρισιν τοῦ πλησίον, θέτεις τὸν ἑαυτόν σου παραπάνω ἀπὸ τὸν νόμον. Δὲν εἶσαι πλέον ἐκτελεστὴς τοῦ νόμου, ποὺ ὑποχρεοῦσαι νὰ φυλάττῃς αὐτόν, ἀλλὰ κάνεις τὸν ἑαυτόν σου κριτὴν μὲ τὴν θρασεῖαν ἀξίωσιν νὰ ἔχῃς δικαιώματα ἐπὶ τοῦ νόμου, ὥστε καὶ νὰ καταργῇς αὐτόν.
12 εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής. ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ τίς εἶ ὃς κρίνεις τὸν ἕτερον;
Ἕνας ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ νομοθετῇ καὶ νὰ κρίνῃ κάθε παραβάτην, ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τὴν δύναμιν νὰ σώσῃ καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν ἀπώλειαν. Σὺ δέ, μικρὲ καὶ τιποτένιε ἄνθρωπε, ποῖος εἶσαι ποὺ κατακρίνεις τὸν ἄλλον;
13 Ἄγε νῦν οἱ λέγοντες· σήμερον καὶ αὔριον πορευσόμεθα εἰς τήνδε τὴν πόλιν καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ ἐμπορευσόμεθα καὶ κερδήσομεν·
Λησμονεῖς, ὅτι ἐξαρτώμεθα ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ ἀπόλυτος κύριος τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας; Ἐλᾶτε τώρα σεῖς, ποὺ λέγετε· σήμερον ἢ αὔριον θὰ ὑπάγωμεν εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν καὶ θὰ μείνωμεν ἐκεῖ ἓν ἔτος καὶ θὰ ἐμπορευθῶμεν καὶ θὰ κερδήσωμεν.
14 οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη·
Κάνετε τὰ σχέδια αὐτὰ σεῖς, ποὺ δὲν ἠξεύρετε, τί θὰ συμβῇ κατὰ τὴν αὐριανὴν ἡμέραν. Διότι τί εἶναι ἡ ζωή σας; Τιποτένια. εἶναι ἕνας λεπτὸς ἀτμός, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὀλίγας στιγμάς, ἔπειτα δὲ ἀφανίζεται.
15 ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
Λέγετε, ὅτι θὰ ὑπάγωμεν καὶ θὰ ἐμπορευθῶμεν καὶ θὰ κερδήσωμεν, ἀντὶ νὰ λέγετε, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ θὰ ζήσωμεν καὶ θὰ κάμωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
16 νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν.
Τώρα δὲ ἀντὶ νὰ ταπεινωθῆτε καὶ ἀναγνωρίσετε τὴν ἑξάρτησίν σας ἀπὸ τὸν Θεόν, καυχᾶσθε διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις ποὺ κάνετε μὲ ματαιόδοξον αὐτοπεποίθησιν. Κάθε τέτοια καύχησις εἶναι κακὴ καὶ ἐφάμαρτος.
17 εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν.
Ἀπὸ αὐτά, ποὺ σᾶς εἶπα, ἐμαθατε, ποῖον εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ καλόν. Προσέξατε λοιπὸν νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς αὐτά. Διότι ἐκεῖνος, ποὺ γνωρίζει κάτι καλὸν καὶ δὲν τὸ πράττει, ἁμαρτάνει.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα