ελ
Καινή Διαθήκη
Ιάκωβος ό Αδελφόθεος, ό συγγράψας τήν έπιστολήν ταύτην, διακρίνεται τόσον τού Ιακώβου, τού υιού του Ζεβεδαίου καί άδελφού τού εαγγελιστού Ίωάννου, όσον καί του Ίακώβου τού μικρού, τού υιού τού Άλφαίου. Άμφότεροι οι δύο ούτοι Ίάκωβοι ύπήρξαν άπόστολοι έκ τών δώδεκα. Ένω ό Άδελφόθεος προστεθείς είς τόν κύκλον τών μαθητών μετά τήν Άνάστασιν του Κυρίου, έχρημάτισε πρώτος των 'Ίεροσολύμων έπίσκοπος, διακριθείς δέ καί μεταξύ των άποστόλων εθεωρεϊτο μετά τού Πέτρου καί τού ευαγγελιστού Ίωάννου ώς είς των στύλων της πρώτης Έκκλησίας. Καλεΐται δέ Άδελφόθεος, διότι, κατά τήν έπικρατεστέραν γνώμην, μετά τών άλλων νομιζομένων άδελφών τού Χριστού ήτο υlός τού μνήστορος Ίωσήφ έκ γυναικός, μετά της όποίας είχε συζευχθή ούτος πρίν ή μνηστευθή τήν άειπάρθενον Θεοτόκον.
Άσκητικός τήν δίαιταν είχεν άπεσκληρυμμένα «τά γόνατα αύτοϋ δίκην καμήλου», διότι συνεχώς προσηύχετο γονυπετής «προσκυνών τω Θεώ καί αιτούμενος άφεσιν τω λαώ». «Διά δε τήν ύπερβολήν της δικαιοσύνης έκαλεϊτο ό Δίκαιος». Όλίγον πρό της πολιορκίας των 'Ιεροσολύμων οί άπιστήσαντες 'Ίουδαϊοι ελιθοβόλησαν αύτόν, ήμιθανή δ' όντα άπετελείωσε τούτον γναφεύς τις διά πλήγματος ίσχυρού, όπερ κατέφερε κατά τής κεφαλής του διά ξύλου.
Τήν έπιστολήν του ό θεϊος Ίάκωβος άπηύθυνεν έξ Ίεροσολύμων πρός τάς δώδεκα φυλάς τάς έν τή διασπορά, ήτοι πρός τούς άνα τά έθνη εξ Ίουδαίων Χριστιανούς, πιθανώτατα πρό της Αποστολικής Συνόδου (50 μ. Χ.).
1 ΙΑΚΩΒΟΣ, Θεοῦ καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ χαίρειν·
Εγώ ὁ Ἰάκωβος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, γράφω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς ὅσους ἀπὸ τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπίστευσαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι διεσπαρμένοι εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Καὶ εὔχομαι εἰς αὐτοὺς νὰ χαίρουν.
2 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις,
Ὡς πρόξενον τελείας χαρᾶς θεωρήσατε, ἀδελφοί μου, ὅταν πέσετε μέσα εἰς δοκιμασίαν καὶ θλίψεις διαφόρους.
3 γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·
Θὰ χαίρετε δὲ εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς αὐτούς, ὅταν ἔχετε τὴν γνῶσιν, ὅτι τὸ νὰ δοκιμάζεται ἡ πίστις σας διὰ τῶν θλίψεων δημιουργεῖ ὡς ἀποτέλεσμα ἀσφαλὲς καὶ πλῆρες σταθερὰν ὑπομονὴν
4 ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.
ἡ δὲ ὑπομονὴ αὐτὴ ἂς εἶναι ἀκλόνητος καὶ ἔτσι ἂς παράγῃ πλήρη τὸν καρπὸν τῆς τελειοποιήσεως σας, διὰ νὰ εἶσθε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ὥστε νὰ μὴ σᾶς λείπῃ τίποτε.
5 Εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτήτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς καὶ οὐκ ὀνειδίζοντος, καὶ δοθήσεται αὐτῷ·
Ἐὰν δὲ κανεὶς ἀπὸ σᾶς στερῆται σοφίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ διακρίνῃ διατὶ ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ πῶς πρέπει νὰ τὸν ὑπομένῃ, ἂς ζητῇ τὴν σοφίαν ταύτην ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος δίδει διαρκῶς εἰς ὅλους μὲ γενναιοδωρίαν καὶ δὲν ἐξεφτελίζει τὸν ζητοῦντα. Ἂς ζητῇ λοιπὸν ἀπὸ τὸν Θεόν τὴν σοφίαν αὐτὴν καὶ ὠρισμένως θὰ τοῦ δοθῇ.
6 αἰτείτω δὲ ἐν πίστει, μηδὲν διακρινόμενος· ὁ γὰρ διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ριπιζομένῳ.
Νὰ ζητῇ δὲ μὲ πίστιν, χωρὶς νὰ διστάζῃ εἰς τὸ παραμικρὸν περὶ τοῦ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὸν εἰσακούσῃ. Προσέχετε νὰ μὴ εἰσχωρῇ εἰς τὰς ψυχάς σας τοιοῦτος δισταγμός. Διότι ἐκεῖνος ποὺ διστάζει καὶ ἀμφιβάλλει, ὁμοιάζει πρὸς κῦμα θαλάσσης, τὸ ὁποῖον συνταράσσεται ἀπὸ τὸν ἄνεμον καὶ καταντᾷ εἰς ἀστασίαν. Κατ’ οὐδένα δὲ λόγον ἐπιτρέπεται τὰς αἰτήσεις μας πρὸς τὸν Θεόν καὶ τὰς προσευχάς μας νὰ παρακολουθῇ ἡ ἀστασία.
7 μὴ γὰρ οἰέσθω ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεταί τι παρὰ τοῦ Κυρίου.
Διότι ἂς μὴ νομίζῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ποὺ ἀμφιβάλλει καὶ εἶναι ἀκατάστατος, ὅτι θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Κύριον κάτι ἀπὸ αὐτά, ποὺ τοῦ ἐζήτησε.
8 ἀνὴρ δίψυχος ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ.
Ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι δίβουλος καὶ δίγνωμος καὶ δὲν μένει σταθερὸς εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἶναι ἀκατάστατος καὶ ἀσταθὴς εἰς ὅσα ἀποφασίζει καὶ ἐνεργεῖ καὶ ἒν γένει εἰς ὅλην τὴν συμπεριφοράν του. Ἄστατος θὰ εἶναι καὶ εἰς ἐκεῖνα, ποὺ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Κύριον. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῇ;
9 καυχάσθω δὲ ὁ ἀδελφὸς ὁ ταπεινὸς ἐν τῷ ὕψει αὐτοῦ,
Ὡς πρὸς δὲ τὸν πειρασμὸν καὶ τὴν δοκιμασίαν, ποὺ δημιουργεῖ ἡ πτωχεία, σᾶς λέγω τὰ ἑξῆς: Ὁ ἀδελφὸς ὁ πτωχὸς καὶ ἄσημος κατὰ κόσμον ἂς καυχᾶται διὰ τὸ ἠθικὸν ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ τὸν πειρασμὸν τῆς πτωχείας καὶ τῶν στερήσεων τὸν ἀναβιβάζει ὁ Θεός.
10 ὁ δὲ πλούσιος ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ, ὅτι ὡς ἄνθος χόρτου παρελεύσεται.
Ὁ πλούσιος δὲ ἀδελφὸς ἂς καυχᾶται ὄχι διὰ τὰ πλούτη του, ἀλλὰ διὰ τὸ ταπεινὸν φρόνημα, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅτι ὁ πλοῦτος δὲν προσθέτει πραγματικὴν ἀξίαν εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ δὲν εἶναι κάτι μόνιμον καὶ αἰώνιον. Διότι ὡς ἄνθος τοῦ ἀγροῦ θὰ παρέλθῃ ὁ πλούσιος οὖτος.
11 ἀνέτειλε γὰρ ὁ ἥλιος σὺν τῷ καύσωνι καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε, καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπώλετο. οὕτω καὶ ὁ πλούσιος ἐν ταῖς πορείαις αὐτοῦ μαρανθήσεται.
Λέγω ὡς ἄνθος χόρτου θὰ παρέλθῃ. Διότι ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος μὲ τὸν καυστικὸν λίβαν καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος του κατέπεσε μαραμένον, καὶ ἡ εὐμορφάδα τοῦ σχήματος καὶ τοῦ χρώματός του ἐχάθη. Ἔτσι καὶ ὁ πλούσιος θὰ μαρανθῇ καὶ θὰ ξεπέσῃ εἰς τὰ σχέδια καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις του.
12 Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.
Πανευτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ βαστάζει μὲ ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν τὴν δοκιμασίαν τῶν θλίψεων. Καὶ εἶναι πανευτυχής, διότι ὅταν διὰ τῆς δοκιμασίας γίνῃ σταθερὸς καὶ δοκιμασμένος καὶ γυμνασμένος, θὰ λάβῃ τὸν λαμπρὸν καὶ ἔνδοξον στέφανον τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ Κύριος εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν.
13 Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα.
Ἐκτὸς ὅμως τῶν πειρασμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς μᾶς καταρτίζει, ὑπάρχουν καὶ πειρασμοὶ ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη μας. Κανένας ἄνθρωπος, ποὺ πειράζεται πρὸς ἁμαρτίαν, ἂς μὴ λέγῃ, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ αἰτία τοῦ νὰ πειράζωμαι καὶ νὰ σπρώχνομαι εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Τέτοιαν βλασφημίαν νὰ μὴ τὴν βάλῃ ποτὲ μὲ τὸν νοῦν του κανείς. Διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πειρασθῇ ποτὲ ἀπὸ κάτι κακὸν καὶ πονηρόν, καὶ συνεπῶς εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον αὐτὸς νὰ προκαλέσῃ πειρασμὸν ἁμαρτίας εἰς κανένα.
14 ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος·
Ἕκαστος δὲ ἐρεθίζεται καὶ σπρώχνεται εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἀπὸ τὴν ἰδικήν του κακὴν ἐπιθυμίαν, ποὺ τὸν παρασύρει καὶ μὲ τὸ δόλωμα τῆς ἡδονῆς τὸν τραβά.
15 εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον.
Ἔπειτα ἡ ἐπιθυμία του αὐτή, ἀφοῦ ὡς ἄλλη πονηρὰ γυνὴ συλλάβῃ διὰ τῆς παρανόμου ἑνώσεως της μὲ τὴν θέλησιν τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ συγκατατίθεται εἰς αὐτήν, γεννᾷ ἁμαρτωλὰς πράξεις, ἡ δὲ ἁμαρτία, ὅταν καταστῇ πλήρης καὶ κυριεύσῃ τὴν ψυχήν, γεννᾷ τὸν θάνατον.
16 Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί·
Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἀπὸ τὸν Θεόν δύναται νὰ προέλθῃ κακόν τι. Ἀπὸ τὸν Θεόν μόνον τὸ ἀγαθὸν προέρχεται,
17 πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ' ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα.
Κάθε τι ἀγαθόν, ποὺ δίδεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ κάθε δῶρον τέλειον εἶναι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ καταβαίνει ἀπὸ τὸν Θεόν, ποὺ εἶναι ὁ δημιουργὸς τῶν οὐρανίων φωτεινῶν σωμάτων καὶ ἡ ὑψίστη καὶ μοναδικὴ πηγὴ κάθε φωτισμοῦ, φυσικοῦ ἢ ἠθικοῦ. Πλησίον αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀλλοίωσις καὶ μεταβολὴ σὰν αὐτάς, ποὺ γίνονται εἰς τὴν σελήνην, ἡ ἀπὸ τὴν διαδοχὴν τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας. Ἂλλ’ οὔτε καὶ σκιὰ ὅμοια πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ρίπτεται ἀπὸ τὴν στροφὴν καὶ μετακίνησιν τῶν οὐρανίων ἀστέρων καὶ σωμάτων.
18 βουληθεὶς ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχήν τινα τῶν αὐτοῦ κτισμάτων.
Ὁ Θεὸς εἶναι ὅλος φῶς καὶ ἐξ ἰδίας του ἀγαθῆς θελήσεως μᾶς ἐγέννησε πνευματικῶς διὰ τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ εἶναι λόγος τῆς ἀληθείας, διὰ νὰ εἴμεθα σὰν κάποιο μέρος ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του, ἐκλεκτὸν καὶ ἀφιερωμένον εἰς τὸν Θεόν
19 ¨Ωστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν·
Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς ἀνεγέννησε μὲ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ἂς εἶναι ὁ καθένας γρήγορος καὶ πρόθυμος, ὁσάκις τοῦ παρουσιάζεται εὐκαιρία εἰς τὸ νὰ ἀκούσῃ τὸν σωτηριώδη τοῦτον λόγον, βραδὺς δὲ καὶ ἀργὸς καὶ δύσκολος εἰς τὸ νὰ λαλήσῃ, ὥστε νὰ μὴ λέγῃ τίποτε βλάσφημον ἡ ἀνάρμοστον κατὰ τοῦ Θεοῦ. Ἂς εἶναι δὲ καὶ βραδὺς εἰς τὸ νὰ ὀργίζεται, ὅταν οἱ ἄλλοι ἔχουν διάφορον γνώμην πρὸς αὐτὸν ἡ δεικνύωνται ἀπρόθυμοι εἰς τὴν διδασκαλίαν του καὶ τὰς συμβουλάς του.
20 ὀργὴ γὰρ ἀνδρὸς δικαιοσύνην Θεοῦ οὐ κατεργάζεται.
Πρέπει δὲ ὁ καθένας μας νὰ ἔχει βραδὺς εἰς ὀργήν, διότι ἡ ὀργὴ τοῦ ἀνθρώπου παρασύρει αὐτὸν εἰς παραφορὰς καὶ ἀδικήματα καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν κατορθώνει οὗτος τὴν ἀρετὴν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει καὶ ζητεῖ ὁ Θεός.
21 διὸ ἀποθέμενοι πᾶσαν ρυπαρίαν καὶ περισσείαν κακίας ἐν πραυτητι δέξασθε τὸν ἔμφυτον λόγον τὸν δυνάμενον σῶσαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν.
Ἀφοῦ δὲ ἡ ὀργὴ δὲν κατεργάζεται δικαιοσύνην Θεοῦ, δι’ αὐτὸ καὶ σεῖς ρίψατε μακρὰν ἀπὸ τὰς ψυχάς σας ὡς ἄλλο ἀκάθαρτον ἔνδυμα κάθε ἠθικὴν ρυπαρότητα καὶ ἀκαθαρσίαν καὶ κάθε περιττὸν εἰς τὰς σκέψεις σας καὶ τοὺς λόγους σας καὶ τὰς πράξεις σας, τὸ ὁποῖον ὡς περιττὸν εἶναι κακία, καὶ δεχθῆτε μὲ πραότητα τὸν εὐαγγελικὸν λόγον, ποὺ ἐφυτεύθη μέσα σας διὰ τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως καὶ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σώσῃ τὰς ψυχάς σας.
22 Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς.
Νὰ γίνεσθε δὲ ἐκτελεσταὶ καὶ τηρηταὶ τοῦ λόγου καὶ ὄχι μόνον ἀκροαταί, καὶ νὰ μὴ ἀπατᾶτε τὸν ἑαυτόν σας μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν καὶ μόνον τὸ νὰ ἀκούῃ κανεὶς τὸν λόγον.
23 ὅτι εἴ τις ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ πρόσωπον τῆς γενέσεως αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ·
Αὐτὸ εἶναι πλάνη. Διότι ἐὰν κανεὶς εἶναι μόνον ἀκροατὴς τοῦ λόγου καὶ ὄχι τηρητὴς αὐτοῦ, αὐτὸς ὁμοιάζει πρὸς ἄνθρωπον, ποὺ παρετήρησε καλὰ εἰς τὸν καθρέπτην τὸ πρόσωπόν του τὸ φυσικόν, τὸ ὁποῖον φέρει ἀπὸ τὴν γέννησίν του.
24 κατενόησε γὰρ ἑαυτὸν καὶ ἀπελήλυθε, καὶ εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ἦν.
Διότι αὐτὸς παρετήρησε μὲν καλὰ τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸν καθρέπτην, καὶ ἀπεμακρύνθη, ἀμέσως δὲ ἐξέχασε ποῖος ἦτο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνος, ποὺ μὲ τὸν ἠθικὸν καθρέπτην τοῦ θείου λόγου ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐλλείψεων τῆς ψυχῆς του. Ἐὰν δὲν συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνῶσιν ταύτην καὶ δὲν γίνῃ ποιητὴς αὐτῶν, ποὺ ἔμαθεν ἀπὸ τὴν ἀκρόασιν τοῦ λόγου, ξεχάνει μετ’ ὀλίγον τὰ πάντα.
25 ὁ δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ παραμείνας, οὗτος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς γενόμενος, ἀλλὰ ποιητὴς ἔργου, οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται.
Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ ἐπρόσεξε καλὰ καὶ ἐνεβάθυνεν εἰς τὸν τέλειον νόμον τοῦ εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ παρέμεινεν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν καταστήσας τοῦτον μόνιμον φρόνημά του καὶ ὁδηγόν του, αὐτὸς δὲν ἔγινεν ἀκροατὴς ἐπιλησμοσύνης, ποὺ ἐξέχασε γρήγορα ὅσα ἤκουσεν, ἀλλὰ ποιητής, ποὺ πράττει ἔργα καὶ δὲν λέγει μόνον λόγια. Αὐτὸς θὰ εἶναι μακάριος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
26 Εἴ τις δοκεῖ θρῆσκος εἶναι ἐν ὑμῖν μὴ χαλιναγωγῶν γλῶσσαν αὐτοῦ, ἀλλ' ἀπατῶν καρδίαν αὐτοῦ, τούτου μάταιος ἡ θρησκεία.
Μερικοὶ λέγουν μὲ εὐκολίαν: Εἴμεθα πιστοὶ τηρηταὶ τῶν θρησκευτικῶν διατάξεων. Ἂς μάθουν οὗτοι, αὐτὸ ποὺ θὰ εἴπω: Ἐὰν κανεὶς μεταξύ σας νομίζῃ, ὅτι εἶναι θρῆσκος καὶ εὐσεβής, δὲν ἔχῃ ὅμως χαλινὸν καὶ μέτρον εἰς τὴν γλῶσσαν του, ἀλλ’ ἐξαπατᾷ μὲ τὸ ψευδὲς αὐτὸ φρόνημά του τὴν συνείδησίν του, τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ἡ θρησκεία εἶναι ἀνωφελὴς καὶ ἄχρηστος.
27 θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου.
Ἓν ἀπὸ τὰ οὐσιωδέστερα γνωρίσματα τῆς θρησκείας τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμολύντου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, εἶναι τοῦτο· νὰ ἐπισκέπτεται κανεὶς τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ τὰ παρηγορήσῃ καὶ νὰ τὰ προστατεύσῃ εἰς τὴν θλῖψιν των, συγχρόνως δὲ καὶ νὰ τηρῇ τὸν ἑαυτόν του ἐλεύθερον ἀπὸ κάθε μολυσμὸν ἐκ τοῦ πλήθους τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ζοῦν μακρὰν τοῦ Θεοῦ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα