ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΙΧΕ μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ¨Αγιον κοσμικόν·
Ας βγάλωμεν λοιπὸν τώρα τὸ συμπέρασμα αὐτῶν, ποὺ εἴπομεν διὰ τὴν ἱερωσύνην τῆς Π. Διαθήκης, καὶ ἂς διασαφήσωμεν αὐτὰ περισσότερον. Εἶχε μὲν καὶ ἡ πρώτη διαθήκη νόμους καὶ διατάξεις λατρείας καὶ τὸ θυσιαστήριον τὸ ἐπίγειον.
2 σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ¨Αγια.
Διότι κατεσκευάσθη τὸ πρῶτον διαμέρισμα τῆς σκηνῆς, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ οἰ ἄρτοι, ποὺ τοὺς ἔθεταν ἐπάνω εἰς αὐτὴν ὡς προσφορὰν εἰς τὸν Θεόν. Καὶ τὸ πρῶτον αὐτὸ διαμέρισμα τῆς σκηνῆς λέγεται Ἅγια.
3 μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ¨Αγια Ἁγίων,
Ὕστερον δὲ ἀπὸ τὸ δεύτερον καταπέτασμα ἦτο τὸ μέρος τῆς σκηνῆς, ποὺ ἐλέγετο Ἅγια Ἁγίων.
4 χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ράβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης,
Τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων εἶχαν χρυσὸν θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης, ποὺ ἦτο τριγύρω καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη καλυμμένη μὲ χρυσόν. Καὶ μέσα εἰς τὴν κιβωτὸν αὐτὴν ἦτο μία στάμνα χρυσῆ, ποὺ περιεῖχεν ἀπὸ τὸ περίφημον καὶ γνωστὸν μάννα, καὶ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών, ποὺ διὰ θαύματος ἔβγαλε βλαστόν, καὶ αἱ θεοχάρακτοι πλάκες τῆς Διαθήκης.
5 ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος.
Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ὑπῆρχον δύο χρυσᾶ Χερουβὶμ ἔνδοξα, διότι μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν Χερουβὶμ ἐνεφανίζετο καὶ ἐλάλει ὁ Θεός. Αὐτὰ μὲ τὰ πτερά των ἐσκέπαζαν καὶ κατεσκίαζαν τὸ χρυσὸν κάλυμμα τῆς κιβωτοῦ, ποὺ ἐκαλεῖτο ἱλαστήριον. Ἀλλὰ δι’ αὐτὰ δὲν εἶναι τώρα καιρὸς νὰ ὁμιλήσωμεν μὲ λεπτομέρειαν.
6 Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες,
Ἐνῷ δὲ αὐτὰ εἶχαν κατασκευασθῆ ἔτσι, εἰς μὲν τὸ πρῶτον διαμέρισμα τῆς σκηνῆς, ἤτοι εἰς τὰ Ἅγια, ἔμβαιναν πάντοτε οἱ ἱερεῖς καὶ ἐτέλουν τὰς ἱεροτελεστίας.
7 εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων,
Εἰς τὸ δεύτερον διαμέρισμα τῆς σκηνῆς, εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων δηλαδή, ἔμβαινε μίαν φορὰν τὸ ἔτος, κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐξιλασμοῦ, μόνος ὁ ἀρχιερεύς, καὶ αὐτὸς δὲν ἔμβαινε χωρὶς αἷμα, τὸ ὁποῖον ἐπρόσφερεν ὡς θυσίαν ἐξιλαστήριον διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας, ποὺ ἐξ ἀγνοίας εἶχε κάμει ὁ λαός.
8 τοῦτο δηλοῦντος τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, μήπω πεφανερῶσθαι τὴν τῶν Ἁγίων ὁδόν, ἔτι τῆς πρώτης σκηνῆς ἐχούσης στάσιν·
Ἀπηγορεύετο λοιπὸν νὰ ἔμβῃ ἄλλος κανεὶς εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Καὶ μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν αὐτὴν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐδήλωνε καὶ ἐσήμαινε συμβολικῶς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀκόμη φανερωθῆ, ἀλλ’ ἦτο ἄγνωστος καὶ ἄβατος εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁ δρόμος, ποὺ ὠδηγοῦσεν εἰς τὰ ἀληθινὰ Ἅγια, ἤτοι εἰς τὸν οὐρανόν, διότι ἦτο ἀκόμη στημένη καὶ εἰς χρῆσιν ἡ πρώτη καὶ παλαιὰ σκηνή.
9 ἥτις παραβολὴ εἰς τὸν καιρὸν τὸν ἐνεστηκότα, καθ' ὃν δῶρά τε καὶ θυσίαι προσφέρονται μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα,
Ἡ σκηνὴ δὲ ἐκείνη ἦτο τύπος καὶ σύμβολον αὐτῶν, ποὺ γίνονται εἰς τὸν παρόντα καιρὸν τοῦ Μεσσίου. Καὶ ἐπροσφέροντο εἰς τὴν σκηνὴν ἐκείνην καὶ δῶρα καὶ θυσίαι, ποὺ δὲν εἶχαν τὴν δύναμιν νὰ κάμουν τέλειον καὶ νὰ ἁπαλλάξουν ἀπὸ τὴν τύψιν τῆς συνειδήσεως τὸν λατρεύοντα.
10 μόνον ἐπὶ βρώμασι καὶ πόμασι καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς καὶ δικαιώμασι σαρκός, μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα.
Αἱ θυσίαι δὲ αὐταὶ ἐπεβάλλοντο μόνον σὰν φορτίον μαζὶ μὲ τὴν διάκρισιν φαγητῶν καὶ ποτῶν καὶ μὲ διαφόρους πλύσεις καὶ παραγγέλματα, ποὺ ἐκαθάριζαν μόνον τὸ σῶμα, καὶ ἦσαν προσωρινὰ μέχρι τοῦ καιροῦ τῆς διορθώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ Χριστός.
11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ' ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως,
Ὁ Χριστὸς ὅμως, ὅταν ἦλθεν ὡς Ἀρχιερεὺς τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦσαν μέλλοντα, εἰσῆλθε διὰ μέσου τῆς μεγαλυτέρας καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, ἡ ὁποία δὲν κατεσκευάσθη ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων. Τουτέστιν εἰσῆλθε ὄχι διὰ μέσου τῆς κτίσεως αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦ σώματός του, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἡ τελειοτέρα σκηνὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, δὲν ἦτο ἐκ τῆς κτίσεως ταύτης, ἀλλ’ ἐκ νέας πνευματικῆς κτίσεως.
12 οὐδὲ δι' αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ ¨Αγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος.
Οὔτε ἐχρησιμοποιήσεν ὁ Χριστὸς ὡς θυσίαν τὸ αἷμα τράγων καὶ μόσχων, ὅπως ὁ ἀρχιερεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλὰ μὲ τὸ ἰδικόν του αἷμα ἐμβῆκε μίαν φορὰν γιὰ πάντα εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια καὶ ἐπέτυχε δι’ ἠμᾶς ἀπολύτρωσιν ὄχι προσωρινήν, ἀλλ’ αἰωνίαν.
13 εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα,
Πράγματι δὲ ἐπέτυχεν αἰωνίαν ἀπολύτρωσιν. Διότι, ἐὰν τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ ἡ ἀναμιγνυομένη μὲ νερὸ στάκτη τῆς δαμάλεως, ποὺ κατεκαίετο εἰς τὸ θυσιαστήριον, ραντίζουσα τοὺς μολυσμένους καὶ ἀκαθάρτους δίδῃ καθαρισμὸν καὶ ἁγιασμὸν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ὥστε νὰ δύνανται οὖτοι νὰ μετέχουν εἰς τὴν λατρείαν,
14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;
πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ αἰώνιον Πνεῦμα, ποὺ κατοικοῦσε μέσα του, προσέφερεν εἰς τὸν Θεὸν τὸν ἑαυτόν του κατὰ πάντα καθαρὸν καὶ ἐλεύθερον ἀπὸ κάθε ἠθικὴν λέραν, θὰ καθαρίση τὴν συνείδησίν σας ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ φέρουν εἰς τὴν ψυχὴν νέκρωσιν, καὶ θὰ σᾶς ἀξιώσῃ νὰ λατρεύετε ἀξίως τὸν ζῶντα Θεόν;
15 Καὶ διὰ τοῦτο διαθήκης καινῆς μεσίτης ἐστίν, ὅπως, θανάτου γενομένου εἰς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ διαθήκῃ παραβάσεων, τὴν ἐπαγγελίαν λάβωσιν οἱ κεκλημένοι τῆς αἰωνίου κληρονομίας.
Καὶ ἐπειδὴ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καθαρίζῃ τὴν συνείδησίν μας, διὰ τοῦτο ὁ Χριστὸς ἔγινε μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων διὰ νὰ συναφθῇ Νέα Διαθήκη, ὥστε, ἀφοῦ μεσολαβήση θάνατος καὶ σταυρωθῇ ὁ μεσίτης μας αὐτὸς διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ συγχώρησιν τῶν παραβάσεων, ποὺ ἔγιναν κατὰ τὴν πρώτην διαθήκην, νὰ λάβουν οἱ προσκαλεσμένοι καὶ πιστοὶ τὴν Ἐπαγγελίαν τῆς αἰωνίου κληρονομίας.
16 ὅπου γὰρ διαθήκη, θάνατον ἀνάγκη φέρεσθαι τοῦ διαθεμένου·
Ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ἀποθάνῃ ὁ Χριστός. Διότι ὅπου ὑπάρχει διαθήκη, διὰ νὰ λάβῃ αὕτη κῦρος καὶ ἰσχύν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγγελθῇ καὶ πιστοποιηθῇ ὁ θάνατος ἐκείνου, ποὺ διέθεσε τὴν περιουσίαν του.
17 διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ζῇ ὁ διαθέμενος.
Διότι ἡ διαθήκη μόνον ἐπὶ προσώπων, ποὺ ἐπέθαναν καὶ εἶναι πλέον νεκροί, γίνεται βεβαία καὶ ἔγκυρος. Ἐπειδή, ὅταν ζῇ ὁ διαθέτης, οὐδέποτε ἰσχύει.
18 ¨Οθεν οὐδ' ἡ πρώτη χωρὶς αἵματος ἐγκεκαίνισται·
Διὰ τοῦτο καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ πρώτη διαθήκη δὲν ἐγκαινιάσθη καὶ δὲν ἐμβῆκεν εἰς ἐφαρμογὴν χωρὶς νὰ χυθῇ αἷμα.
19 λαληθείσης γὰρ πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν νόμον ὑπὸ Μωϋσέως παντὶ τῷ λαῷ, λαβὼν τὸ αἷμα τῶν μόσχων καὶ τράγων μετὰ ὕδατος καὶ ἐρίου κοκκίνου καὶ ὑσσώπου, αὐτό τε τὸ βιβλίον καὶ πάντα τὸν λαὸν ἐρράντισε
Ἐχύθη δὲ αἷμα καὶ ἐμεσολάβησε καὶ δι αὐτὴν θάνατος, διότι, ἀφοῦ ἀνεπτύχθη ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν εἰς ὅλον τὸν λαὸν κάθε ἐντολή, ποὺ περιελαμβάνετο εἰς τὸν νόμον, τότε, ἀφοῦ ἐπῆρεν ὁ Μωϋσῆς τὸ αἷμα τῶν μόσχων καὶ τῶν τράγων μαζὶ μὲ νερὸ καὶ μὲ μαλλίον κόκκινον καὶ ὕσσωπον, ἐρράντισε καὶ αὐτὸ τὸ βιβλίον τοῦ νόμου καὶ ὅλον τὸν λαόν,
20 λέγων· τοῦτο τὸ αἷμα τῆς διαθήκης ἧς ἐνετείλατο πρὸς ὑμᾶς ὁ Θεός.
καὶ εἶπεν· Αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπικυρώνεται ἡ διαθήκη, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκεν ἐντολὴν ὁ Θεὸς νὰ σᾶς φέρω.
21 καὶ τὴν σκηνὴν δὲ καὶ πάντα τὰ σκεύη τῆς λειτουργίας τῷ αἵματι ὁμοίως ἐρράντισε.
Καὶ τὴν σκηνὴν δὲ καὶ ὅλα τὰ σκεύη τῆς λατρείας ἐρράντισεν ὁμοίως μὲ τὸ αἷμα.
22 καὶ σχεδὸν ἐν αἵματι πάντα καθαρίζεται κατὰ τὸν νόμον, καὶ χωρὶς αἱματεκχυσίας οὐ γίνεται ἄφεσις.
Καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον σχεδὸν ὅλα, πρόσωπα καὶ πράγματα, καθαρίζονται μὲ αἷμα. Καὶ χωρὶς νὰ χυθῇ αἷμα δὲν γίνεται ἄφεσις.
23 Ἀνάγκη οὖν τὰ μὲν ὑποδείγματα τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς τούτοις καθαρίζεσθαι, αὐτὰ δὲ τὰ ἐπουράνια κρείττοσι θυσίαις παρὰ ταύτας.
Ἐξάγεται λοιπὸν ὡς συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὰ μὲν τοπικὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν ἀντίγραφα καὶ σκιαὶ τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, νὰ καθαρίζωνται μὲ αὐτὰς τὰς ἀλόγους θυσίας, αὐτὰ δὲ τὰ ἐπουράνια νὰ ἀνοιχθοῦν καὶ νὰ γίνουν ἐλευθέρα εἰς τοὺς ἀνθρώπους μὲ θυσίας ἀνωτέρας ἀπὸ ἐκείνας τῆς Π. Διαθήκης.
24 οὐ γὰρ εἰς χειροποίητα ¨Αγια εἰσῆλθεν ὁ Χριστός, ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ' εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν·
Ὁμιλῶ δὲ περὶ ἐπουρανίων, διότι ὁ Χριστὸς δὲν ἐμβῆκεν εἰς χειροποίητα Ἅγια Ἁγίων, ποὺ εἶναι ἀπομίμησις καὶ εἰκὼν τῶν ἀληθινῶν Ἁγίων, ἀλλ’ ἐμβῆκεν εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ παρουσιασθῇ τώρα εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ πρεσβεύῃ ὑπὲρ ἡμῶν.
25 οὐδ' ἵνα πολλάκις προσφέρῃ ἑαυτόν, ὥσπερ ὁ ἀρχιερεὺς εἰσέρχεται εἰς τὰ Ἄγια κατ' ἐνιαυτὸν ἐν αἵματι ἀλλοτρίῳ·
Καὶ ἐμβῆκεν ἐκεῖ ὄχι διὰ νὰ προσφέρῃ τὸν ἑαυτόν του θυσίαν πολλὰς φοράς, ὅπως ὁ Ἀρχιερεὺς τῶν Ἰουδαίων ἐμβαίνει εἰς τὰ χειροποίητα Ἅγια κάθε χρόνον μὲ αἷμα ὄχι ἰδικόν του, ἀλλὰ ξένον, ἤτοι μὲ τὸ αἷμα τῶν ζώων, ποὺ θυσιάζονται.
26 ἐπεὶ ἔδει αὐτὸν πολλάκις παθεῖν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· νῦν δὲ ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν ἁμαρτίας διὰ τῆς θυσίας αὐτοῦ πεφανέρωται.
Λέγω δὲ ὅτι δὲν προσέφερε τὸν ἑαυτόν του θυσίαν πολλὰς φοράς, διότι ἐὰν δὲν ἦτο ἀρκετὴ ἡ μία καὶ μόνη θυσία του, ἔπρεπε αὐτὸς πολλὰς φορὰς νὰ πάθῃ, ἀφ’ ὅτου συνεστήθη καὶ ἔγινε ὁ κόσμος. Τώρα ὅμως μίαν φορὰν ἐνηνθρώπησε καὶ ἐφανερώθη, ὅταν ἔλαβαν τέλος οἱ χρόνοι τῆς Π. Διαθήκης, διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ ἁμαρτία μὲ τὴν θυσίαν του.
27 καὶ καθ' ὅσον ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις,
Καὶ καθώς, σύμφωνα μὲ τὸν ὁρισμὸν τοῦ Θεοῦ, ἐπιφυλάσσεται εἰς καθένα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀποθάνῃ μίαν φοράν, ὕστερα δὲ ἀπὸ τὸν θάνατον ἐπακολουθεῖ κρίσις καὶ δίκη διὰ τὰς πράξεις του,
28 οὕτω καὶ ὁ Χριστός, ἅπαξ προσενεχθεὶς εἰς τὸ πολλῶν ἀνενεγκεῖν ἁμαρτίας, ἐκ δευτέρου χωρὶς ἁμαρτίας ὀφθήσεται τοῖς αὐτὸν ἀπεκδεχομένοις εἰς σωτηρίαν.
ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ὅταν ἔγινεν ἄνθρωπος, μίαν φορὰν ἀπέθανε καὶ ἐθυσίασε τὸν ἑαυτόν του, διὰ νὰ βαστάσῃ ἐπάνω του εἰς τὸν σταυρὸν τὰς ἁμαρτίας πολλῶν. Θὰ φανῇ δὲ διὰ δευτέραν φοράν, χωρὶς πλέον νὰ βαστάζῃ ἐπάνω του τὰς ἁμαρτίας τῶν ἄλλων. Καὶ θὰ φανῇ τότε εἰς ἐκείνους, ποὺ τὸν περιμένουν μὲ ἐλπίδα καὶ πόθον, διὰ νὰ τοὺς σώσῃ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα