ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΔΙΟ ἀφέντες τὸν τῆς ἀρχῆς τοῦ Χριστοῦ λόγον ἐπὶ τὴν τελειότητα φερώμεθα, μὴ πάλιν θεμέλιον καταβαλλόμενοι μετανοίας ἀπὸ νεκρῶν ἔργων, καὶ πίστεως ἐπὶ Θεόν,
Αφοῦ λοιπὸν πρὸ πολλοῦ εἶσθε μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦτο ἂς ἀφήσωμεν τὰς στοιχειώδεις διδασκαλίας περὶ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι διὰ τοὺς ἀρχαρίους, καὶ ἂς προχωρῶμεν πρὸς τὴν τελειοτέραν διδασκαλίαν. Καὶ ἂς μὴ θέτωμεν πάλιν θεμέλιον ἀρχίζοντες ἀπὸ τὴν μετάνοιαν διὰ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ νεκρώνουν τὴν ψυχήν, καὶ ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεόν,
2 βαπτισμῶν διδαχῆς, ἐπιθέσεώς τε χειρῶν, ἀναστάσεώς τε νεκρῶν καὶ κρίματος αἰωνίου.
καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν, ποὺ μᾶς διαφωτίζει νὰ κάνωμεν διάκρισιν τῶν ἰουδαϊκῶν βαπτισμῶν καὶ πλύσεων ἀπὸ τὸ χριστιανικὸν βάπτισμα· καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν περὶ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν, ποὺ γίνεται διὰ νὰ μεταδοθοῦν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν καὶ τῆς μελλούσης κρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ κριθῇ τὸ αἰώνιον μέλλον μας.
3 καὶ τοῦτο ποιήσομεν, ἐάνπερ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεός.
Καὶ θὰ κατορθώσωμεν τὴν πρόοδον αὐτὴν πρὸς τὴν τελειοτέραν διδασκαλίαν μὲ τὴν βοήθειαν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ Θεοῦ.
4 ἀδύνατον γὰρ τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε τῆς δωρεᾶς τῆς ἐπουρανίου καὶ μετόχους γενηθέντας Πνεύματος Ἁγίου
Εἶναι δὲ ἀπαραίτητον νὰ προοδεύωμεν πάντοτε καὶ νὰ μὴ ὀπισθοχωροῦμεν. Διότι εἶναι ἀδύνατον ἐκείνους, ποὺ ἔλαβαν μίαν φορὰν γιὰ πάντα τὸν φωτισμὸν τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας καὶ ἐδοκίμασαν μὲ τὴν προσωπικήν των πεῖραν τὴν γλυκύτητα καὶ τὸ ὕψος τῆς δωρεᾶς, ποὺ μᾶς δίδεται ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν μὲ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ ἔγιναν μέτοχοι τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
5 καὶ καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ρῆμα δυνάμεις τε μέλλοντος αἰῶνος,
καὶ οἱ ὁποῖοι ἐδοκίμασαν πόσον γλυκὺς εἶναι καὶ πόσον εἰρηνεύει καὶ χαροποιεῖ τὴν ψυχὴν ὁ ἐν τῷ εὐαγγελίῳ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ οἰ ὁποῖοι ἔλαβαν πεῖραν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν δυνάμεων καὶ θαυμάτων, ποὺ ἤρχισαν τώρα εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ Μεσσίου, πρόκειται δὲ νὰ ἐκδηλωθοῦν μὲ τελειότητα εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν,
6 καὶ παραπεσόντας, πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντας.
καὶ οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἐξέπεσαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ξανακαινουργώνῃ κανεὶς αὐτοὺς πρὸς μετάνοιαν. Καὶ εἶναι ἀδύνατον, διότι αὐτοὶ μὲ τὴν ἀποστασίαν των ξανασταυρώνουν πάλιν πρὸς καταστροφὴν τοῦ ἑαυτοῦ των τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν διαπομπεύουν καὶ ἀπέναντι τοῦ κόσμου.
7 γῆ γὰρ ἡ πιοῦσα τὸν ἐπ' αὐτῆς πολλάκις ἐρχόμενον ὑετὸν καὶ τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις δι' οὓς καὶ γεωργεῖται, μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ·
Ἂς μὴ καταχρώμεθα λοιπὸν τὰς θείας δωρεάς, διότι θὰ συμβῇ καὶ μὲ ἡμᾶς ὅτι συμβαίνει μὲ τὴν γῆν. Ἡ γῆ δηλαδή, ἡ ὁποία ἔπιε τὴν βροχήν, ποὺ πίπτει συχνὰ εἰς αὐτήν, καὶ γεννᾷ χόρτον καὶ λαχανικὰ ὠφέλιμα καὶ χρήσιμα εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους καλλιεργεῖται, λαμβάνει εὐλογίαν ἀπὸ τὸν Θεόν.
8 ἐκφέρουσα δὲ ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἀδόκιμος καὶ κατάρας ἐγγύς, ἧς τὸ τέλος εἰς καῦσιν.
Ὅταν ὅμως βγάζῃ ἔξω ἀγκάθια καὶ τριβόλους, τότε γίνεται ἄχρηστος καὶ πλησιάζει νὰ πέσῃ ἐπάνω της ἡ κατάρα, τὸ τέλος δὲ θὰ εἶναι νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν φωτιάν, διὰ νὰ καοῦν τὰ ἀγκάθια καὶ οἱ τρίβολοι, ποὺ ἐφύτρωσαν εἰς αὐτήν. Ἔτσι καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν ἀνθρώπων σὰν ἄλλα χωράφια καλλιεργοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δέχονται σὰν ἄλλην βροχὴν τὰς θείας δωρεὰς διὰ νὰ καρποφορήσουν ἀρετάς. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκείνους ποὺ ἐπιμένουν νὰ παράγουν τὰ ἀγκάθια καὶ τοὺς τριβόλους τῶν κακιῶν.
9 Πεπείσμεθα δὲ περὶ ὑμῶν, ἀγαπητοί, τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας, εἰ καὶ οὕτω λαλοῦμεν.
Διὰ σᾶς ὅμως, ἀδελφοί, μὲ ἀκλόνητον πεποίθησιν ἐλπίζομεν τὰ καλύτερα καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὴν σωτηρίαν καὶ ὁδηγοῦν εἰς αὐτήν, καίτοι ὁμιλοῦμεν ἔτσι ἐπιτιμητικὰ καὶ ἐκφοβιστικά.
10 οὐ γὰρ ἄδικος ὁ Θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διακονήσαντες τοῖς ἁγίοις καὶ διακονοῦντες.
Ἐλπίζομεν δὲ τὰ καλύτερα διὰ σᾶς, διότι δὲν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός, ὥστε νὰ λησμονήσῃ τὴν ὅλην χριστιανικὴν διαγωγήν σας καὶ τὸν κόπον σας ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἀγάπης, ποὺ ἐδείξατε διὰ τὸ ὄνομά του, ὑπηρετήσαντες τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς ὁποίους ἑξακολουθεῖτε καὶ τώρα νὰ ὑπηρετῆτε καὶ νὰ τοὺς φαίνεσθε εὐεργετικοί.
11 ἐπιθυμοῦμεν δὲ ἕκαστον ὑμῶν τὴν αὐτὴν ἐνδείκνυσθαι σπουδὴν πρὸς τὴν πληροφορίαν τῆς ἐλπίδος ἄχρι τέλους,
Ἐὰν δὲ σᾶς ὡμιλήσαμεν ἐκφοβιστικά, τὸ ἐκάμαμεν, διότι ἐπιθυμοῦμεν ὁ καθένας σας νὰ δεικνύῃ τὴν αὐτὴν προθυμίαν καὶ τὸν αὐτὸν ζῆλον πάντοτε καὶ ἔτσι νὰ παραμείνετε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σας ἀκλόνητοι εἰς τὴν τελείαν ἐλπίδα περὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.
12 ἵνα μὴ νωθροὶ γένησθε, μιμηταὶ δὲ τῶν διὰ πίστεως καὶ μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ἐπαγγελίας.
Θέλομεν δὲ νὰ παραμείνετε εἰς τὴν ἐλπίδα αὐτήν, διὰ νὰ μὴ γίνετε ἀμελεῖς καὶ ὀκνηροὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ νὰ ἀναδειχθῆτε μιμηταὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν ὑπομονητικὴν ἐγκαρτέρησιν κληρονομοῦν τὰ ἀγαθά, ποὺ ὑπεσχέθη ὁ Θεός.
13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ' οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ' ἑαυτοῦ,
Ὠρισμένως δὲ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Θεοῦ θὰ πραγματοποιηθοῦν, διότι ὅταν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὰς ἐπαγγελίας εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὡρκίσθη, ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ ταύτας. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε κανένα μεγαλύτερόν του ὁ Θεός, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ὁρκισθῇ, ὡρκίσθη εἰς τὸν ἑαυτόν του
14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε·
καὶ εἶπε· Ναί, ἀληθῶς θὰ σὲ εὐλογήσω μὲ τὸ παραπάνω καὶ θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου.
15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας.
Καὶ ἀφοῦ ἔτσι ἔλαβεν ὑπόσχεσιν ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἐπερίμενε μὲ ὑπομονὴν ἐπὶ χρόνους ἀρκετούς, ἐπέτυχε τὴν εὐλογίαν, ποὺ τοῦ ὑπεσχεθη ὁ Θεός, ὅσον ἐσχετίζετο αὕτη πρὸς τὸν ἐπίγειον βίον. Εἶδε δηλαδὴ ὁ Ἀβραὰμ ἀπόγονον ἐκ τῆς Σάρρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπληθύνθησαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατριάρχου εἰς ἔθνος μέγα.
16 ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος·
Καὶ ὡρκίσθη ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἑαυτόν του, διότι οἰ μὲν ἄνθρωποι ὁρκίζονται εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους καὶ ὁ ὅρκος γίνεται ἀπὸ αὐτούς, διὰ νὰ δοθῇ τέλος καὶ παῦσις εἰς πᾶσαν μεταξύ των ἀντιλογίαν καὶ ἀμφισβήτησιν πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων.
17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ,
Δι’ αὐτό, ἐπειδὴ μὲ τὸν ὅρκον ἀποκλείεται κάθε ἀμφιβολία καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ δείξῃ καθαρὰ καὶ μὲ μεγαλυτέραν βεβαιότητα εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ ἐκληρονόμουν τὰς ἐπαγγελίας, ὅτι ἦτο ἀμετάκλητος καὶ ἀμετάθετος ἡ ἀπόφασίς του νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα ὑπεσχέθη, ἐδέχθη ἀπὸ ἄκραν συγκατάβασιν καὶ ἀγαθότητα νὰ μεσολαβήσῃ ὅρκος εἰς τοὺς λόγους του.
18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχομεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος·
Καὶ ἐδέχθη τὴν μεσολάβησιν τοῦ ὅρκου, ὥστε μὲ δύο πράγματα στερεὰ καὶ ἀμετακίνητα, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόσχεσίν του καὶ μὲ τὸν ὅρκον του, εὶς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ψευσθῇ ὁ Θεός, νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ποὺ κατεφύγαμεν εἰς αὐτόν, μεγάλην ἐνθάρρυνσιν καὶ προτροπὴν καὶ στήριγμα διὰ νὰ κρατήσωμεν τὴν ἐλπίδα, ποὺ εὑρίσκεται ἐμπρός μας.
19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος,
Ταύτην τὴν ἐλπίδα ἔχομεν σὰν ἄγκυραν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς κινδύνους καὶ εἶναι βεβαία καὶ ἀμετακίνητος καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν οὐρανόν, τὸν ὁποῖον εἰκονίζει ὁ ἱερὸς τόπος τῆς σκηνῆς καὶ τοῦ ναοῦ, ποὺ ἐξετείνετο πάρα μέσα ἀπὸ τὸ καταπέτασμα καὶ ἐλέγετο Ἅγια Ἁγίων.
20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.
Ἐκεῖ, εἰς τὸν οὐρανὸν πρόδρομος χάριν ἠμῶν, διὰ νὰ μᾶς ἀνοίξῃ τὸν δρόμον καὶ μᾶς ἑτοιμάσῃ τόπον, ἐμβῆκεν ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη Ἀρχιερεὺς ὄχι προσωρινός, ἀλλ’ αἰώνιος κατὰ τὴν τάξιν τοῦ Μελχισεδέκ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα