ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΦΟΒΗΘΩΜΕΝ οὖν μή ποτε, καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ὑμῶν ὑστερηκέναι.
Παραδειγματιζόμενοι λοιπὸν ἀπὸ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ ὑπολείπεται νέα ὑπόσχεσις τοῦ Θεοῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἰωνίαν ἀνάπαυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν δημιουργίαν του εἰσῆλθε καὶ αὐτός, ἂς φοβηθῶμεν, μήπως φανῇ κανεὶς ἀπὸ σᾶς, ὅτι καθυστέρησε καὶ ὡς ἒκ τούτου μείνῃ ἔξω καὶ ἀποκλεισθῇ.
2 καὶ γάρ ἐσμεν εὐηγγελισμένοι, καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ' οὐκ ὠφέλησεν ὁ λόγος τῆς ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένους τῇ πίστει τοῖς ἀκούσασιν.
Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν τὸν φόβον αὐτόν, διότι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν λάβει τὴν χαροποιὸν ὑπόσχεσιν τῆς καταπαύσεως, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι εἶχον λάβει τὴν ὑπόσχεσιν διὰ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας. Δὲν ὠφέλησεν ὅμως ἐκείνους ὁ λόγος τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ ἤκουσαν, ἐπειδὴ εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἤκουσαν, δὲν ἦτο ἀναμεμιγμένος καὶ ἐνωμένος μὲ πίστιν.
3 εἰσερχόμεθα γὰρ εἰς τὴν κατάπαυσιν οἱ πιστεύσαντες, καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου· καίτοι τῶν ἔργων ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γενηθέντων.
Διότι θὰ ἔμβωμεν εἰς τὴν ἀληθινὴν κατάπαυσιν, ὅσοι ἐπιστεύσαμεν σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει εἴπει ὁ Θεός: Ὥστε ὡρκίσθην, ὅταν ἐθύμωσα ἐναντίον των, ὅτι δὲν θὰ εἴσελθουν εἰς τὴν γῆν τῆς ἀναπαύσεως, ποὺ ὑπεσχέθην. Καὶ δὲν εἰσῆλθον ἐκεῖνοι, καίτοι τὰ ἔργα τῆς δημιουργίας ἔγιναν ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ὅτου ἐκτίσθη ὁ κόσμος καὶ συνεπῶς ὑπῆρχεν ἀπὸ τότε ἕτοιμος καὶ ἡ κατάπαυσις.
4 εἴρηκε γάρ που περὶ τῆς ἑβδόμης οὕτω· καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ·
Ὅτι δὲ ἀπὸ τότε ἐτοιμάσθη καὶ ἡ κατάπαυσις, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι ἔχει εἴπει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἰς κάποιο μέρος τῆς Ἁγίας Γραφῆς διὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν τὰ ἑξῆς: Καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἑβδόμην ἡμέραν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα του.
5 καὶ ἐν τούτῳ πάλιν· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου.
Καὶ ἔχει λεχθῇ πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος τῆς Γραφῆς: Δὲν θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν κατάπαυσίν μου. Ἄρα κανεὶς ἕως τώρα δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐτοιμασμένην ἐξ ἀρχῆς κατάπαυσιν.
6 ἐπεὶ οὖν ἀπολείπεταί τινας εἰσελθεῖν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πρότερον εὐαγγελισθέντες οὐκ εἰσῆλθον δι' ἀπείθειαν,
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀπομένει νὰ εἰσέλθουν κάποιοι εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτήν, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἔλαβαν προτήτερα τὴν χαροποιὸν ὑπόσχεσιν περὶ καταπαύσεως, δὲν ἐμβῆκαν εἰς αὐτὴν ἕνεκα ἀπειθείας,
7 πάλιν τινὰ ὁρίζει ἡμέραν, σήμερον, ἐν Δαυΐδ λέγων, μετὰ τοσοῦτον χρόνον, καθὼς εἴρηται· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν.
πάλιν ὁ Θεὸς ὁρίζει καιρὸν καταπαύσεως. Καὶ ὁρίζει τὸν καιρὸν αὐτόν, ὅταν λέγῃ μὲ τὸ στόμα τοῦ Δαβίδ, Σήμερον. Ὁ Δαβίδ, ποὺ εἶπε τὸ Σήμερον, ἔζησε πολλοὺς χρόνους ὕστερον ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ τόσους χρόνους ποὺ ἐπέρασαν, ἀφ’ ὅτου ἐπὶ Μωϋσέως ὡρκίσθη ὁ Θεὸς νὰ μὴ εἰσέλθουν οἱ Ἰουδαῖοι εἰς τὴν ἐπίγειον κατάπαυσιν, ὡρίσθη πάλιν τὸ Σήμερον, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ Δαβὶδ· Σήμερον, ἐὰν ἀκούσετε τὴν φωνὴν τοῦ Θεοῦ, μὴ κάνετε διὰ τῆς ἀπειθείας σκληρὰς τὰς καρδίας σας.
8 εἰ γὰρ αὐτοὺς Ἰησοῦς κατέπαυσεν, οὐκ ἂν περὶ ἄλλης ἐλάλει μετὰ ταῦτα ἡμέρας·
Καὶ ἂς μὴ εἴπῃ κανείς, ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ ἐπέτυχεν ἔπειτα νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς Ἰσραηλίτας εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας καὶ καταπαύσεως. Ἡ κατάπαυσις ἐκείνη δὲν ἦτο ἡ αἰωνία καὶ ἀληθινή. Διότι, ἐὰν ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ εἶχεν ὁδηγήσει ἐκείνους εἰς τὴν ἀληθινὴν κατάπαυσιν, δὲν θὰ ὡμίλει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἔπειτα περὶ ἅλλου καιροῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠμποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ κληρονομήσουν τὴν κατάπαυσιν.
9 ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμὸς τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ.
Συνεπῶς ἀπομένει καὶ ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸν ἀληθινὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ κάποια αἰωνία καὶ ἱερὰ κατάπαυσις, ὅμοια πρὸς τὴν κατάπαυσιν τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸ Σάββατον τῆς δημιουργίας.
10 ὁ γὰρ εἰσελθὼν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ καὶ αὐτὸς κατέπαυσεν ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπὸ τῶν ἰδίων ὁ Θεός.
Πράγματι δὲ πρόκειται περὶ ἱερᾶς καὶ αἰωνίας καταπαύσεως, περὶ σαββατισμοῦ. Διότι ἐκεῖνος, ποῦ ἐμβῆκεν εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸς ἀνεπαύθη ἀπὸ τὰ ἔργα του, καθὼς ἀκριβῶς καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ ἴδιά του ἔργα.
11 Σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ αὐτῷ τις ὑποδείγματι πέσῃ τῆς ἀπειθείας.
Ἂς προσπαθήσωμεν λοιπὸν μὲ σπουδὴν καὶ ἐπιμέλειαν νὰ ἔμβωμεν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, διὰ νὰ μὴ πέσῃ κανεὶς εἰς τὸ αὐτὸ παράδειγμα τῆς ἀπειθείας τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀποκλεισθῇ ὅπως ἀπεκλείσθησαν καὶ ἐκεῖνοι.
12 Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας,
Πρέπει δὲ νὰ δείξωμεν ἐπιμέλειαν καὶ σπουδήν, διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος περιέχει τὰς ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλάς του, δὲν εἶναι νεκρὸν γράμμα. Εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικός, καὶ κοπτερώτερος ἀπὸ κάθε δίκοπον μάχαιραν καὶ εἰσχωρεῖ καὶ εὶς αὐτὰ τὰ ἀδιασπάστως ἐνωμένα βάθη τοῦ ἀνθρώπου, ἤτοι καὶ εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὰς ἀνωτέρας πνευματικὰς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, καὶ εἰς τὰς ἀρθρώσεις καὶ εἰς τοὺς μυελούς. Καὶ εἰς τὴν ἀνεπίδεκτον ψυχὴν προκαλεῖ πληγὰς καὶ τύψεις, εἰς τὸ τέλος δὲ καὶ σκληρύνσεις ποὺ δὲν θεραπεύονται. Καὶ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐρευνᾷ καὶ νὰ κρίνῃ καὶ αὐτὰς τὰς ἀφανεῖς σκέψεις καὶ ἰδέας τῆς καρδίας.
13 καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, πρὸς ὃν ἡμῖν ὁ λόγος.
Καὶ δὲν ὑπάρχει κανὲν κτίσμα ἀφανὲς καὶ ἀόρατον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὅλα εἶναι γυμνὰ καὶ ξεσκεπασμένα εἰς τὰ μάτια ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν λογαριασμὸν καὶ ἀπολογίαν διὰ τὰς πράξεις μας.
14 Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας.
Ἀφοῦ λοιπόν, σύμφωνα καὶ μὲ ὅσα εἴπομεν, ἔχομεν μεγάλον Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἔχει πλέον περάσει ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὴν αἰωνίαν κατάπαυσιν, ὅπου μᾶς περιμένει, τὸν Ἰησοῦν δηλαδή, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς κρατῶμεν καλὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεώς μας πρὸς αὐτόν.
15 οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ' ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας.
Μὴ περάσῃ δὲ ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν μας, ὅτι ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι τώρα εἰς τοὺς οὐρανούς, δὲν θὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον δι’ ἠμᾶς. Διότι δὲν ἔχομεν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὰ ὅσα μᾶς συμβαίνουν, ἢ ἐπειδὴ ὑψώθη τόσον πολὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπαθήσῃ εἰς τὰς ἠθικὰς καὶ φυσικὰς ἀδυναμίας μας. Ἀλλ’ ἔχομεν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἔχει πειρασθῆ καθ’ ὅλους τοὺς τρόπους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δύναται νὰ πειρασθῇ. Ἔχει πειρασθῆ ἐξ ὁλοκλήρου ὅμοια πρὸς ἡμᾶς, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποπέσῃ εἰς καμμίαν ἁμαρτίαν.
16 προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν.
Ἀφοῦ δὲ τέτοιος εἶναι ὁ Ἀρχιερεύς μας, ἂς πλησιάζωμεν λοιπὸν μὲ θάρρος καὶ ἄφοβον πεποίθησιν πρὸς τὸν βασιλικὸν θρόνον του, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκπηγάζει ἡ χάρις, διὰ νὰ λάβωμεν συγχώρησιν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν εὔνοιαν καὶ δωρεάς, ποὺ θὰ μᾶς δώσουν βοήθειαν ἐπίκαιρον εἰς κάθε κρίσιμον ὥραν πειρασμοῦ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα