ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΤΟΙΓΑΡΟΥΝ καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι' ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα,
Λοιπὸν καὶ ἡμεῖς, ἀφοῦ ἔχομεν τριγύρω μᾶς τόσον μεγάλο καὶ πυκνὸν σύννεφον ἀνθρώπων, ποὺ ἐμαρτύρησαν διὰ τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεως, ἂς πετάξωμεν ἀπὸ ἐπάνω μας κάθε βάρος βιοτικῶν πραγμάτων καὶ φροντίδων, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τὴν ἁμαρτίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὔκολα κανεὶς παρασόρεται, καὶ ἂς τρέχωμεν μὲ ὑπομονὴν τὸν ἀγῶνα, ποὺ προβάλλει ἐμπρός μας.
2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν.
Καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ ἂς μὴ στρέφωμεν τὰ βλέμματά μας καὶ τὴν προσοχήν μας παρὰ μόνον εἰς τὸν Ἰησοῦν, ποὺ εἶναι ἀρχηγὸς καὶ θεμελιωτὴς τῆς πίστεως καὶ μᾶς τελειοποιεῖ εἰς αὐτήν. Αὐτὸς διὰ τὴν χαράν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐμπρός του καὶ θὰ ἀπελάμβανεν, ὅταν μὲ τὸ πάθημά του θὰ ἔσωζε πολλούς, ὑπέμεινε θάνατον σταυρικὸν καὶ κατεφρόνησε τὴν ἐντροπὴν καὶ τὴν ἀτίμωσιν τοῦ θανάτου τούτου, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἔχει καθήσει τώρα εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ.
3 ἀναλογίσασθε γὰρ τὸν τοιαύτην ὑπομεμενηκότα ὑπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς αὐτὸν ἀντιλογίαν, ἵνα μὴ κάμητε ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν ἐκλυόμενοι.
Ναί· τρέχετε καὶ σεῖς μὲ ὑπομονὴν τὸν ἀγῶνα σας. Διότι σκεφθῆτε καλὰ ἐκείνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑποφέρει μὲ ὑπομονὴν τόσην ἀντίστασιν καὶ ἀτίμωσιν εἰς τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς σταυρωτάς του, διὰ νὰ μὴ ἀποκάμητε καὶ παραλύσουν ἀπὸ τὴν ἀποθάρρυνσιν αἱ ψυχαί σας.
4 Οὕπω μέχρις αἵματος ἀντικατέστητε πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀνταγωνιζόμενοι,
Δὲν ἀντισταθήκατε ἀκόμη μέχρι σημείου νὰ λάβετε τραύματα καὶ νὰ χύσετε τὸ αἷμα σας ἀγωνιζόμενοι κατὰ τῆς ἁμαρτίας.
5 καὶ ἐκλέλησθε τῆς παρακλήσεως, ἥτις ὑμῖν ὡς υἱοῖς διαλέγεται· υἱέ μου, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ' αὐτοῦ ἐλεγχόμενος.
Καὶ ἐξεχάσατε τὴν προτροπὴν καὶ νουθεσίαν, ποὺ μᾶς κάνει ὁ Θεός, ὅταν μᾶς ὁμιλῇ σὰν εἰς παιδιά του. Παιδί μου, μὴ παραμελῇς καὶ μὴ βγάζῃς ἀπὸ τὸν νοῦν σου τὴν ὠφέλειαν, ποὺ φέρει ἡ διὰ μέσου τῶν θλίψεων παιδαγωγία τοῦ Κυρίου, καὶ μὴ ἀποθαρρύνεσαι, ὅταν ἐλέγχεσαι καὶ ἐπιτιμᾶσαι ἀπὸ τὸν Κύριον.
6 ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται.
Διότι ἐκεῖνον, ποὺ ἀγαπᾷ ὁ Κύριος, τὸν Παιδαγωγεῖ μὲ θλίψεις, μαστιγώνει δὲ μὲ δοκιμασίας κάθε υἱόν, ποὺ τὸν δέχεται πλησίον του ὡς ἰδικόν του.
7 εἰ παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεός· τίς γάρ ἐστιν υἱὸς ὃν οὐ παιδεύει πατήρ;
Ἐὰν δὲ μὲ ὑπομονὴν δέχεσθε τὴν παιδαγωγίαν, ὁ Θεὸς συμπεριφέρεται πρὸς σᾶς σὰν εἰς παιδιά του. Διότι ποῖος υἱὸς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον δὲν παιδαγωγεῖ ὁ πατέρας του; Πράγματι κανείς.
8 εἰ δὲ χωρίς ἐστε παιδείας, ἧς μέτοχοι γεγόνασι πάντες, ἄρα νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί.
Ἐὰν δὲ εἶσθε χωρὶς παιδαγωγίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβαν μέρος καὶ ἐδοκίμασαν ὅλα τὰ γνήσια παιδιά, ἀποδεικνύεται ἀπὸ αὐτό, ὅτι εἶσθε νόθοι καὶ δὲν εἶσθε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.
9 εἶτα τοὺς μὲν τῆς σαρκὸς ἡμῶν πατέρας εἴχομεν παιδευτὰς καὶ ἐνετρεπόμεθα· οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑποταγησόμεθα τῷ πατρὶ τῶν πνευμάτων καὶ ζήσομεν;
Ἔπειτα ἂς προσθέσω καὶ κάτι ἄλλο. Ὅταν ἤμεθα μικρὰ παιδιὰ εἴχαμεν τοὺς σαρκικοὺς πατέρας μας παιδευτάς, ποὺ ἐτιμωροῦσαν τὰς παρεκτροπάς μας, καὶ ἐδεικνύαμεν ἐντροπὴν καὶ σεβασμὸν εἰς αὐτούς. Δὲν θὰ ὑποταχθῶμεν λοιπὸν πολὺ περισσότερον πρὸς τὸν Θεόν, τὸν Πατέρα τῶν πνευματικῶν καὶ λογικῶν ὑπάρξεων, ὥστε μὲ τὴν ὑποταγήν μας αὐτὴν νὰ ζήσωμεν τὴν μακαρίαν καὶ αἰωνίαν ζωήν;
10 οἱ μὲν γὰρ πρὸς ὀλίγας ἡμέρας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς ἐπαίδευον, ὁ δὲ ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ.
Ναί· πρέπει νὰ ὑποταχθῶμεν. Διότι οἱ μὲν σαρκικοὶ πατέρες μας διὰ τὸ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα τοῦ ἐπιγείου βίου μας ἐπαιδαγώγουν ἠμᾶς, ὅπως ἐφαίνετο καλὸν εἰς αὐτούς, ποὺ δὲν ἦσαν ἀλάνθαστοι καὶ ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰς παραφορὰς τοῦ θυμοῦ. Ὁ Θεὸς ὅμως μᾶς παιδαγωγεῖ ἀσφαλῶς διὰ τὸ συμφέρον μας, διὰ νὰ γίνωμεν μέτοχοι τῆς ἁγιότητος καὶ μακαριότητός του.
11 πᾶσα δὲ παιδεία πρὸς μὲν τὸ παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς εἶναι, ἀλλὰ λύπης, ὕστερον δὲ καρπὸν εἰρηνικὸν τοῖς δι' αὐτῆς γεγυμνασμένοις ἀποδίδωσι δικαιοσύνης.
Κάθε παιδαγωγία δὲ πρὸς τὸ παρὸν μέν, ὅσον δηλαδὴ διαρκεῖ ἡ παίδευσις, δὲν φαίνεται πρόξενος χαρᾶς, ἀλλὰ προκαλεῖ λύπην, ὕστερα ὅμως ἀνταμείβει ἐκείνους, ποὺ ἐγυμνάσθησαν καὶ ἐπαιδαγωγήθησαν δι’ αὐτῆς, μὲ καρπὸν εἰρηνικόν, ὁ καρπὸς δὲ αὐτὸς εἶναι ἡ δικαιοσύνη καὶ ἁγιότης, ποὺ γίνεται κτῆμα τῶν παιδαγωγηθέντων.
12 Διὸ τὰς παρειμένας χεῖρας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα ἀνορθώσατε,
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀπὸ ἀγάπην καὶ πρὸς ὠφέλειαν μᾶς παιδεύει ὁ Θεός, δι’ αὐτὸ τὰ πεσμένα κάτω χέρια καὶ τὰ παραλυμένα γόνατα σηκώσατέ τα ὄρθια καὶ λάβετε θάρρος καὶ δύναμιν.
13 καὶ τροχιὰς ὀρθὰς ποιήσατε τοῖς ποσὶν ὑμῶν, ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον.
Καὶ ἂς βαδίσουν ἴσιους δρόμους τὰ πόδια σας, διὰ νὰ μὴ χειροτερεύσῃ ἡ κουτσαμάρα σας, ἀλλὰ τουναντίον νὰ ἰατρευθῇ. Ἀποκτήσατε δηλαδὴ ὀρθὰ φρονήματα καὶ παύσατε νὰ τρικλίζετε μεταξὺ ἰουδαϊκῶν καὶ εὐαγγελικῶν διδαγμάτων, διότι κινδυνεύετε νὰ πλανηθῆτε μακρὰν ἀπὸ τὸν ἴσιον δρόμον τῆς πίστεως.
14 Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον,
Ἐπιδιώκετε νὰ ἔχετε εἰρήνην μὲ ὅλους. Ἐπιδιώκετε καὶ τὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας ἀπὸ κάθε πάθος. Διότι χωρὶς τὸν ἁγιασμὸν κανεὶς δὲν θὰ ἴδῃ τὸν Κύριον.
15 ἐπισκοποῦντες μή τις ὑστερῶν ἀπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μή τις ρίζα πικρίας ἄνω φύουσα ἐνοχλῇ καὶ διὰ ταύτης μιανθῶσι πολλοί,
Προσέχετε δὲ καλά, μήπως ὑπάρχει μεταξύ σας κανείς, ποὺ καθυστερεῖ καὶ μένει πίσω ἀπὸ τὴν σωτηρίαν, ἡ ὁποία εἶναι χάρις Θεοῦ. Προσέχετε, μήπως καμμία ρίζα πικρὰ βίου διεφθαρμένου καὶ διδασκαλίας πλανημένης, ποὺ μπορεῖ νὰ δηλητηριάσῃ τὸ ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα, φυτρώνει πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ προκαλεῖ ἐνόχλησιν καὶ μὲ αὐτὴν μολυνθοῦν καὶ βλαβοῦν πολλοί.
16 μή τις πόρνος ἢ βέβηλος ὡς Ἡσαῦ, ὃς ἀντὶ βρώσεως μιᾶς ἀπέδοτο τὰ πρωτοτόκια αὐτοῦ.
Προσέχετε ἀκόμη, μήπως εἶναι κανεὶς πόρνος ἢ βέβηλος καὶ περιφρονητὴς τῶν ἱερῶν, καθὼς ὁ Ἠσαῦ, ποὺ δι' ἕνα φαγητὸν ἐπώλησε τὸ ἱερὸν προνόμιον τῶν πρωτοτοκίων του.
17 ἴστε γὰρ ὅτι καὶ μετέπειτα, θέλων κληρονομῆσαι τὴν εὐλογίαν ἀπεδοκιμάσθη· μετανοίας γὰρ τόπον οὐχ εὗρε, καίπερ μετὰ δακρύων ἐκζητήσας αὐτήν.
Μὲ τὴν πώλησιν ὅμως αὐτὴν ἔχασε γιὰ πάντα τὰ πρωτοτοκιά του. Διότι γνωρίζετε ἀπὸ τὴν διήγησιν τῆς Γραφῆς, ὅτι καὶ ὕστερα, ὅταν ἤθελε νὰ κληρονομήσῃ τὴν εὐλογίαν τοῦ πρωτοτόκου παιδίου, ἀπεδοκιμάσθη. Διότι δὲν εὗρε μέσον μετανοίας, ποὺ να ἐπανώρθωνε τὰς συνεπείας τῆς βεβηλώσεώς του ἐκείνης, καίτοι μὲ δάκρυα ἐζήτησε τὴν μετάνοιαν καὶ ἐπανόρθωσιν αὐτήν.
18 Οὐ γὰρ προσεληλύθατε ψηλαφωμένῳ ὄρει καὶ κεκαυμένῳ πυρὶ καὶ γνόφῳ καὶ σκότῳ καὶ θυέλλῃ
Προσέξατε λοιπὸν νὰ μὴ καθυστερήσετε καὶ πέσετε ἔξω ἀπὸ τὴν σωτηρίαν. Διότι δὲν ἐπλησιάσατε εἰς βουνόν, ποὺ μπορεῖ νὰ ψηλαφηθῇ καὶ ποὺ ἔχει καῇ μὲ φωτιά, ὅπως ἦτο τὸ Σινᾶ. Οὔτε ἐπλησιάσατε εἰς σύννεφον μαῦρο καὶ εἰς σκοτάδι καὶ εἰς ἀνεμοστρόβιλον,
19 καὶ σάλπιγγος ἤχῳ καὶ φωνῇ ρημάτων ἧς οἱ ἀκούσαντες παρῃτήσαντο μὴ προστεθῆναι αὐτοῖς λόγον·
καὶ εἰς τρομακτικὸν ἦχον σάλπιγγος καὶ εἰς τὴν φοβερὰν φωνὴν λόγων, ποὺ οἱ ἀκούσαντες εἰς τὸ Σινᾶ Ἰουδαῖοι ἠρνήθησαν καὶ παρῃτήθησαν νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ παρεκάλεσαν νὰ μὴ προστεθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ ἄλλος λόγος·
20 οὐκ ἔφερον γὰρ τὸ διαστελλόμενον· κἂν θηρίον θίγῃ τοῦ ὄρους, λιθοβοληθήσεται·
διότι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὑποφέρουν ἐκεῖνο, ποὺ διετάχθη ἀπὸ τὸν Θεόν· ἤτοι καὶ ζῶον ἀκόμη ἂν ἀκουμβήσῃ εἰς τὸ βουνόν, θὰ λιθοβοληθῇ.
21 καί· οὕτω φοβερὸν ἦν τὸ φανταζόμενον! Μωϋσῆς εἶπεν· ἔκφοβός εἰμι καὶ ἔντρομος·
Καὶ ἦτο τόσον πολὺ φοβερὸν αὐτό, ποὺ ἐφαίνετο στὰ μάτια των, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ Μωϋσῆς εἶπεν· Εἶμαι γεμᾶτος φόβον καὶ τρόμον.
22 ἀλλὰ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει καὶ πόλει Θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων,
Δὲν ἀντικρύσατε λοιπὸν τὰ τόσον φοβερὰ καὶ τρομακτικὰ περιστατικά, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἔγινεν ἡ Π. Διαθήκη. Ἀλλ’ ἔχετε προσέλθει εἰς τὸ ὅρος τῆς πνευματικῆς Σιὼν καὶ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ, εἰς τὴν ἐπουράνιον Ἱερουσαλὴμ καὶ εἰς μυριάδας ἀγγέλων,
23 πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων, καὶ κριτῇ Θεῷ πάντων, καὶ πνεύμασι δικαίων τετελειωμένων,
ποὺ πανηγυρίζουν καὶ σκορποῦν χαρὰν καὶ ὄχι τρόμον. Ἔχετε προσέλθει καὶ εἰς τὴν σύναξιν τῶν ἐκλεκτῶν καὶ προσφιλῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχουν καταγραφῆ πολῖται εἰς τοὺς οὐρανούς. Ἐπλησιάσατε καὶ εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι κριτῆς ὅλων, ἐπλησιάσατε καὶ εἰς τὰ πνεύματα τῶν δικαίων, ποὺ ἔχουν γίνει τέλειοι.
24 καὶ διαθήκης νέας μεσίτῃ Ἰησοῦ, καὶ αἵματι ραντισμοῦ κρεῖττον λαλοῦντι παρὰ τὸν Ἄβελ.
Προσήλθατε ἀκόμη εἰς μεσίτην Νέας Διαθήκης, τὸν Ἰησοῦν, καὶ εἰς αἷμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐρραντίσθητε καὶ ἡγιάσθητε, καὶ τὸ ὁποῖον λαλεῖ πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τὴν ἐξιλέωσίν μας καλύτερα παρὰ τὸ αἷμα τοῦ Ἄβελ, ποὺ ἐζήτει ἐκδίκησιν.
25 Βλέπετε μὴ παραιτήσησθε τὸν λαλοῦντα. εἰ γὰρ ἐκεῖνοι οὐκ ἔφυγον τὸν ἐπὶ τῆς γῆς παραιτησάμενοι χρηματίζοντα, πολλῷ μᾶλλον ἡμεῖς οἱ τὸν ἀπ' οὐρανῶν ἀποστρεφόμενοι·
Σεῖς λοιπὸν ποὺ ἀξιώθητε νὰ ἀπολαύσετε τὰ θαυμαστὰ αὐτά, προσέχετε νὰ μὴ ἀρνηθῆτε καὶ ἀπειθήσετε πρὸς τὸν Θεόν, ποὺ σᾶς λαλεῖ. Διότι, ἐὰν δὲν διέφυγαν τὴν τιμωρίαν ἐκεῖνοι, ποὺ ἠπείθησαν εἰς τὸν Μωϋσῆν, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐφανέρωνε θείας ἐντολὰς ἐπὶ τῆς γῆς, πολὺ περισσότερον δὲν θὰ ξεφύγωμεν ἡμεῖς, ποὺ ἀποστρεφόμεθα τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁμιλεῖ ἀπὸ τοὺς οὐρανούς.
26 οὗ ἡ φωνὴ τὴν γῆν ἐσάλευσε τότε, νῦν δὲ ἐπήγγελται λέγων· ἔτι ἅπαξ ἐγὼ σείω οὐ μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανόν.
Τοῦ Θεοῦ δὲ αὐτοῦ ἡ φωνὴ ἐσάλευσε καὶ τότε εἰς τὸ ὅρος Σινᾶ τὴν γῆν· τώρα δὲ ἔχει δώσει ὑπόσχεσιν διὰ μέσου τοῦ προφήτου Ἄγγαίου καὶ εἶπεν· Ἀκόμη μίαν φορὰν ἐγὼ θὰ σείσω ὄχι μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἔναστρον οὐρανόν.
27 τὸ δὲ ἔτι ἅπαξ δηλοῖ τῶν σαλευομένων τὴν μετάθεσιν ὡς πεποιημένων, ἵνα μείνῃ τὰ μὴ σαλευόμενα.
Ὅταν δὲ λέγῃ ἀκόμη μίαν φοράν, φανερώνει τὴν μετακίνησιν ἐκείνων, ποὺ σαλεύονται καὶ μετακινοῦνται ὡς κτίσματα φθαρτά, ἔχοντα ἀρχὴν καὶ τέλος. Θὰ μετακινηθοῦν καὶ θὰ φύγουν αὐτά, διὰ νὰ μείνουν τὰ ἐν οὐρανοῖς ἀσάλευτα καὶ ἄφθαρτα.
28 Διὸ βασιλείαν ἀσάλευτον παραλαμβάνοντες ἔχωμεν χάριν, δι' ἧς λατρεύωμεν εὐαρέστως τῷ Θεῷ μετὰ αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας·
Διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ἐπαραλάβαμεν διὰ μέσου τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστὸν βασιλείαν, ποὺ δὲν σαλεύεται ποτέ, ἀλλὰ μένει αἰωνία καὶ ἡ βασιλεία αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, ποὺ ἐγκαθίδρυσεν ὁ Χριστὸς διὰ τῆς Ἐκκλησίας του ἂς ἀποδίδωμεν εἰς τὸν Θεὸν εὐχαριστίαν. Καὶ μὲ τὴν εὐγνωμοσύνην, ποὺ θὰ δεικνύωμεν διὰ τῆς εὐχαριστίας αὐτῆς, ἂς λατρεύωμεν τὸν Θεὸν εὐαρέστως μετὰ σεβασμοῦ καὶ εὐλαβείας.
29 καὶ γὰρ ὁ Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον.
Πρέπει δὲ μὲ φόβον καὶ εὐλάβειαν νὰ τὸν λατρεύωμεν, διότι ὁ Θεός μας εἶναι φωτιά, ποὺ κατακαίει καὶ ἐξολοθρεύει κάθε ἀσεβῆ καὶ ἀνευλαβῆ.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα