ελ
Καινή Διαθήκη
Είναι εν έκ τών σοβαρωτάτων βιβλίων της Καινής Διαθήκης, μή υπολειπομένη είς σπουδαιότητα ούδεμιάς τών λοιπών έπιστολών τού θείου Παύλου. Σύγγραμμα άπολογητικού χαρακτήρος, άποδεικνύει συστηματικώς τήν άνυπέρβλητον ύπεροχήν τού Χριστιανισμού καί της Νέας Διαθήκης έναντι τής Ίσραηλιτικής θρησκείας καί τής Παλαιάς Διαθήκης. Καθιστών δέ δήλην τήν άνεπάρκειαν της λευϊτικής Ιερωσύνης καί τών θυσιών τών έν τώ Να τών Ιεροσολύμων προσφερομένων, εξαίρει τήν αίωνίαν καί άδιάδοχον Ιερωσύνην του Χριστού, όστις ώς μέγας και αίώνιος άρχιερεύς προσενεγκών άπαξ διά παντός τό ίδιον αύτοϋ αίμα ύπέρ τών άμαρτιών τού λαοϋ του είσήλθεν είς τά άληθινά Άγια, τόν Ούρανόν, χρηματίσας πρόδρομος ήμων καί διανοίξας έλευθέραν τήν είσοδον αύτων καί είς ήμας, ούτω δε γενόμενος πρόξενος σωτηρίας αιωνίου.
Αναντιλέκτως ή πρός 'Εβραίους επιστολή κατά μεν τας δέας και τας άναπτυσσομένας έν αύτή διδασκαλίας παρουσιάζεται συγγενής πρός τας άλλας έπιστολάς του Παύλου καί αίσθανόμεθα νά άναπηδά έκ των σελίδων αύτής τό πνεϋμα αύτών τών κυρίων γραμμών τής διδασκαλίας τοϋ Παύλου. Εμφανίζει όμως καί διαφοράς πρός τας λοιπάς έπιστολάς, άλλας τε καί μάλιστα περί τό ύφος. Έντεϋθεν, μολονότι δεν διημφεσβητήθη ή άποστολικότης και ή θεοπνευστία αύτής, άπό χρόνων παλαιών εκυκλοφόρησεν ή γνώμη, καθ' ήν «τά μέν νοήματα τού 'Αποστόλου έστίν, ή δε φράσις και ή σύνθεσις» άλλου τινός τών άκολούθων αύτού (τοϋ Λουκά ή τοϋ Άπολλώ ή τοϋ Κλήμεντος Ρώμης), όστις άπεμνημόνευσε τά άποστολικά διδάγματα καί ελευθέρως, άλλά καί πιστώς διετύπωσεν αύτά. Έντεϋθεν εγένετο δεκτόν καί ύπό τοϋ Ώριγένους, ότι «ούχί εική ol άρχαϊοι άνδρες ώς Παύλου αύτήν παραδεδώκασι».
Ή επιστολή έγράφη πρός Χριστιανούς εξ 'Ίουδαίων, εν δοκιμασία διατελοϋντας καί κλονιζομένους, έκ Ρώμης πιθανώτατα καί όλίγον πρό της καταστροφής τών Ιεροσολύμων, ήτοι περί τό 70 μ. Χ.
1 ΠΟΛΥΜΕΡΩΣ καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ' ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ,
Πολλὰς φορὰς καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους κατὰ τὸν πρὸ Χριστοῦ παλαιότερον χρόνον ὡμίλησεν ὁ Θεὸς εἰς τοὺς προγόνους μας διὰ μέσου τῶν προφητῶν, κατὰ τὰς τελευταίας δὲ αὐτὰς ἡμέρας, ποὺ ἐπῆρε τέλος ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, μᾶς ὡμίλησε διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ,
2 ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι' οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν·
τὸν ὁποῖον ἐγκατέστησε κληρονόμον καὶ κύριον ὅλων τῶν κτισμάτων, δι’ αὐτοῦ δὲ ἐδημιούργησε καὶ ὅλα ὅσα ἔγιναν ἐν χρόνῳ.
3 ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, φέρων τε τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, δι' ἑαυτοῦ καθαρισμὸν ποιησάμενος τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς,
Αὐτὸς ὑπῆρχε πρὸ τῆς δημιουργίας λαμπρὰ ἀκτινοβολία τῆς ἐνδόξου φύσεως τοῦ Πατρός. Ἦτο λοιπὸν φῶς ἐκ φωτὸς καὶ συνάναρχος μὲ τὸν Πατέρα, ἀφοῦ ὁ Πατὴρ πάντοτε ἀκτινοβλοῦσε καὶ οὐδέποτε ὑπῆρξε σβησμένος ἥλιος. Ἦτο ἀκόμη ἀκριβὲς ἀποτύπωμα καὶ ζωντανὴ εἰκὼν τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, ἴσος δηλαδὴ καὶ ἀπαράλλακτος πρὸς τὸν Πατέρα. Καὶ περιέφερε καὶ ἐκυβέρνα τὰ πάντα μὲ τὸ παντοδύναμον πρόσταγμά του. Καὶ ἀφοῦ ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῆς θυσίας τοῦ αἵματός του ἔκαμε καθαρισμὸν τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἐκάθισεν εἰς τὰ δεξιὰ τῆς μεγαλειότητος τοῦ Πατρός, ἐτιμήθη δηλαδὴ καὶ ἐδοξάσθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς ἄνθρωπος καὶ ἀνυψώθη ὑψηλότερα ἀπὸ ὅλην τὴν κτίσιν, διότι ἐκάθισε καὶ ὡς ἄνθρωπος εἰς αὐτὸν τὸν θρόνον τοῦ Πατρός.
4 τοσούτῳ κρείττων γενόμενος τῶν ἀγγέλων, ὅσῳ διαφορώτερον παρ' αὐτοὺς κεκληρονόμηκεν ὄνομα.
Καὶ ἀνεδείχθη καὶ ὡς ἄνθρωπος τόσον πολὺ ὑπεροχώτερος κατὰ τὴν ἀξίαν καὶ δύναμιν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ὅσον διαφορετικώτερον καὶ ἐξοχώτερον ἀπὸ αὐτοὺς ἔχει κληρονομήσει ὄνομα, τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ.
5 τίνι γὰρ εἶπέ ποτε τῶν ἀγγέλων· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε; καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ αὐτὸς ἔσται μοι εἰς υἱόν;
Διότι εἰς ποῖον ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἶπε ποτὲ ὁ Θεός· Υἱός μου εἶσαι σύ, ἐγὼ ὅτε διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀναλήψεως ἐδόξασα καὶ ἐθέωσα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, τὴν ὁποίαν ὑπερφισικῶς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου σοῦ ἔδωκα σήμερον, σὲ ἐγέννησα. Καὶ πάλιν εἰς ἄλλο μέρος τῆς Γραφῆς εἶπεν ὁ Θεός· Ἐγὼ θὰ εἶμαι Πατὴρ εἰς αὐτόν, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Ἰησοῦν, καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι εἰς ἐμὲ Υἱός.
6 ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει· καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ.
Ὅταν δὲ θὰ εἰσαγάγῃ μὲ δόξαν καὶ δύναμιν, διὰ νὰ κρίνῃ τὴν οἰκουμένην, τὸν Υἱόν, ποὺ ἐγεννήθη ἀπὸ τὸν Πατέρα πρὸ πάσης κτίσεως, λέγει· Καὶ ἂς προσκυνήσουν αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἐνανθρωπήσας λοιπὸν Υἱὸς εἶναι καὶ τῶν ἀγγέλων Κύριος.
7 καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα·
Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει· Ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος κάνει τοὺς ἀγγέλους του ταχεῖς καὶ λεπτοὺς σὰν τοὺς ἀνέμους καὶ τοὺς λειτουργούς, ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν, λαμπροὺς καὶ δραστικοὺς σὰν τὴν φλόγα τοῦ πυρός.
8 πρὸς δὲ τὸν υἱόν· ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· ράβδος εὐθύτητος ἡ ράβδος τῆς βασιλείας σου.
Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν Υἱὸν λέγει· Ὁ βασιλικός σου θρόνος, ὦ Θεέ, μένει στερεὸς καὶ ἀσάλευτος εἰς τοὺς ἀτελειώτους αἰῶνας. Ἡ βασιλική σου ράβδος εἶναι ράβδος καὶ ἐξουσία εὐθύτητος καὶ δικαιοσύνης.
9 ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίμησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε, ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου·
Ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀδικίαν. Διὰ τοῦτο, ὦ Θεέ, σὲ ἔχρισεν ὁ Πατήρ σου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν σου εἶναι Θεός σου, μὲ τὸ χρῖσμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποῦ φέρει χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν εἰς τὸν χριόμενον. Καὶ σοῦ ἔδωκε τὸ χρῖσμα αὐτὸ πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἐκείνους, ποῦ μετέχουν μαζὶ μὲ σὲ εἰς τὴν χρῖσιν ταύτην. Διότι δὲν ἔδωκε καὶ εἰς σὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ μέτρον, ὅπως εἰς τοὺς ἄλλους πιστούς, ἀλλὰ σοῦ τὸ ἔδωκεν ὁλόκληρον.
10 καὶ σὺ κατ' ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί·
Καὶ πάλιν λέγει ἡ Γραφὴ περὶ τοῦ Υἱοῦ· Σύ, Κύριε, ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς δημιουργίας ἐστήριξες τὴν γῆν σὰν ἐπάνω εἰς θεμέλιον στερεὸν καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σου εἶναι οἱ οὐρανοί.
11 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται,
Αὐτοὶ θὰ χαλασθοῦν καὶ θὰ ἀλλάξουν τὸ σημερινόν των σχῆμα. Σὺ ὅμως παραμένεις ἀναλλοίωτος καὶ ἀμετάβλητος. Καὶ ὅλος ὁ κόσμος σὰν ἔνδυμα θὰ παληώσῃ
12 καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι.
καὶ σὰν ἐξωτερικὸν ροῦχον, ποὺ περιβάλλονται οἱ ἄνθρωποι, θὰ τὸν γυρίσῃς καὶ θὰ τὸν περιτυλίξῃς καὶ θὰ ἀλλάξῃ γινόμενος καινούργιος. Σὺ ὅμως εἶσαι πάντοτε ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη σου θὰ εἶναι ἀτελείωτα.
13 πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;
Πρὸς ποῖον δὲ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἔχει εἴπει ποτὲ ὁ ἐπουράνιος Πατήρ· κάθησε τώρα μετὰ τὴν ἀνάληψίν σου εἰς τὰ δεξιά μου, μέχρις ὅτου θέσω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ πατοῦν τὰ πόδια σου διὰ νὰ ἔχῃς αἰωνίως ἀδιαφιλονείκητον τὴν ἐξουσίαν; Εἰς κανένα.
14 οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;
Δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἄγγελοι πνεύματα ὑπηρετικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνεργοῦν ἀπὸ ἰδικήν των πρωτοβουλίαν, ἀλλ’ ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς ὑπηρεσίαν δι’ ἐκείνους, ποὺ μέλλουν νὰ κληρονομοῦν τὴν αἰώνιον ζωήν;
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα