ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΑΔΕΛΦΟΙ, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς.
Σᾶς κάνω προσεκτικοὺς διὰ τὴν ματαιοδοξίαν καὶ τὸν φθόνον, διότι αἱ ἀδυναμίαι τῶν ἀσθενῶν ἀδελφῶν γίνονται ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐκδηλώνῃ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος τὴν φιλαρχίαν του. Ὄχι, ἀδελφοί· καὶ ἐὰν ἀπὸ ἀδυναμίαν περιπέσῃ κανένας ἄνθρωπος εἰς κάποιο ἁμάρτημα, σεῖς οἱ πνευματικῶς ἰσχυροὶ διορθώνετε καὶ παιδαγωγεῖτε τὸν τοιοῦτον μὲ πνεῦμα πραότητος. Πρόσεχε δὲ τὸν ἑαυτόν σου, σὺ ποὺ διορθώνεις τὸν ἄλλον, νὰ μὴ περιπέσῃς καὶ σὺ εἰς πειρασμὸν εἴτε παρασυρόμενος εἰς τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα, εἴτε κυριευόμενος ἀπὸ ἀνυπομονησίαν, ἢ ἀπὸ ματαιοδοξίαν καὶ φιλαρχίαν, καὶ ἐν γένει ἀπὸ ἐγωϊσμόν.
2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.
Διὰ νὰ ἀσφαλίζεσθε δὲ ἀπὸ τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ πειραχθῆτε καὶ σεῖς, ὑπομένετε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τὰς ἐνοχλήσεις, ποὺ σᾶς γίνονται ἀπὸ τὰ ἐλαττώματά του καὶ τὰς ἐλλείψείς του, καὶ ἔτσι μὲ τὴν ὑπομονητικὴν αὐτὴν ἀνοχὴν ἐκπληρώσατε τελείως τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι τὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης. Ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ὑπομένει φιλαδέλφως τὴν ἀδυναμίαν τοῦ πλησίον, δὲν συναισθάνεται ὅτι ἔχει καὶ αὐτὸς ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἔχει μεγάλην ἰδέαν διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ ἰδέα του ὅμως αὐτὴ εἶναι ψευδής.
3 εἰ γὰρ δοκεῖ τις εἶναί τι μηδὲν ὤν, ἑαυτὸν φρεναπατᾷ.
Διότι, ἐὰν νομίζῃ κανείς, ὅτι εἶναι κάτι, αὐτὸς μὲ τὴν ἰδέαν του αὐτὴν χάνει κάθε ἀξίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· εἶναι μηδὲν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐξαπατᾷ λοιπὸν τὸν ἑαυτόν του.
4 τὸ δὲ ἔργον ἑαυτοῦ δοκιμαζέτω ἕκαστος, καὶ τότε εἰς ἑαυτὸν μόνον τὸ καύχημα ἕξει καὶ οὐκ εἰς τὸν ἕτερον·
Διὰ νὰ μὴ καταντᾷ δὲ κανεὶς εἰς τέτοιο ἀπατηλὸν καὶ ψεύτικον διὰ τὸν ἑαυτόν του φρόνημα, ἂς ἐξετάζῃ καλὰ ὁ καθένας τὰ ἔργα του, ἂν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε, ὅταν θὰ εὕρῃ τὰ πράγματα θεάρεστα, θὰ ἔχῃ τὸν λόγον τῆς καυχήσεώς του ἀποβλέπων εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον καὶ ὄχι εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἄλλου.
5 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον φορτίον βαστάσει.
Διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως ὁ καθενὰς θὰ βαστάσῃ τὸ φορτίον ὄχι τῶν ξένων, ἀλλὰ τῶν ἰδικῶν του ἁμαρτιῶν.
6 Κοινωνείτω δὲ ὁ κατηχούμενος τὸν λόγον τῷ κατηχοῦντι ἐν πᾶσιν ἀγαθοῖς.
Ἂς σᾶς δώσω τώρα καὶ μερικὰς ὁδηγίας καὶ συμβουλὰς, διὰ νὰ κλείσω μὲ αὐτὰς τὴν ἐπιστολή μου. Ἐκεῖνος ποὺ διδάσκεται καὶ κατηχεῖται τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ἂς κάνῃ μέτοχον εἰς ὅλα τὰ ἀγαθά του τὸν κατηχητὴν διδάσκαλόν του.
7 Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει·
Μὴ πλανᾶσθε. Ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως δὲν ἐξαπατᾶται, οὔτε ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν ἐμπαίξῃ. Διότι ἐκεῖνο, ποὺ θὰ σπείρῃ ὁ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θὰ θερίσῃ.
8 ὅτι ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα ἑαυτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον.
Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σπείρει σὰν εἰς ἄλλο χωράφι εἰς τὴν σάρκα του καὶ ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῆς, αὐτὸς ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς σαρκὸς θὰ θερίσῃ φθορὰν καὶ κόλασιν αἰώνιον. Ἐκεῖνος δὲ πάλιν, ποὺ ἐργάζεται ἔτσι, ὥστε τὰ ἔργα του νὰ εἶναι καρπὸς τοῦ Πνεύματος, αὐτὸς ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Πνεύματος θὰ θερίση ζωὴν αἰώνιον.
9 τὸ δὲ καλὸν ποιοῦντες μὴ ἐκκακῶμεν· καιρῷ γὰρ ἰδίῳ θερίσομεν μὴ ἐκλυόμενοι.
Ἂς μὴ ἀπαυδίζωμεν δέ, ὅταν κάνωμεν τὸ καλόν. Διότι εἰς καιρὸν ὡρισμένον θὰ θερίσωμεν τοὺς καρποὺς τῶν κόπων μας, ἐὰν δὲν ἀποκάμωμεν τώρα, ἀλλ’ εἴμεθα ἀκούραστοι εἰς τὸ ἀγαθόν.
10 Ἄρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους τῆς πίστεως.
Συνεπῶς, ἕως ὅτου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ποὺ μόνον εἰς αὐτὴν ἔχομεν καιρὸν πρὸς ἀγαθοεργίαν, ἂς ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς ὅλους, μάλιστα δὲ πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ πίστις μας τοὺς κατέστησεν οἰκείους καὶ ἀδελφούς.
11 Ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί.
Ἴδετε μὲ πόσον μεγάλα γράμματα σᾶς ἔγραψα μὲ τὴν ἰδίαν μου χεῖρα.
12 ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται.
Ὅσοι θέλουν νὰ εὐπροσωπήσουν καὶ νὰ ἀρέσουν εἰς ἀνθρώπους διὰ πράγματα, ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὴν σάρκα, αὐτοὶ σᾶς παρακινοῦν καὶ σᾶς παραπείθουν νὰ περιτέμνεσθε, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ καταδιώκωνται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους διὰ τὸ περὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ κήρυγμα.
13 οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται.
Ὅτι δὲ δι’ αὐτὸ καὶ μόνον σᾶς ἀναγκάζουν νὰ περιτέμνεσθε, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι οὐδὲ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιτμηθῇ, φυλάττουν τὰς τελετουργικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὰς καθάρσεις δηλαδὴ καὶ τὰς ζωοθυσίας. Ἀλλὰ θέλουν σεῖς νὰ περιτέμνεσθε, διὰ νὰ καυχηθοῦν διὰ τὴν ἰδικήν σας σάρκα, ὅτι δηλαδὴ σᾶς ἔπεισαν νὰ δεχθῆτε τὴν περιτομήν.
14 ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι' οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ.
Ἐγὼ ὅμως δὲν κινοῦμαι ἀπὸ τέτοια ἁμαρτωλὰ ἐλατήρια. Μὴ γένοιτο ποτὲ ἐγὼ νὰ καυχηθῶ διὰ τίποτε ἄλλο παρὰ διὰ τὸ ὅτι δι’ ἐμὲ ἔλαβε δούλου μορφὴν καὶ ἐσταυρώθη διὰ τὴν σωτηρίαν μου ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Μόνον καύχημά μου εἶναι τοῦ Κυρίου ὁ σταυρικὸς θάνατος, διὰ τῆς πίστεως δὲ εἰς τὸν θάνατον αὐτὸν ἔχει νεκρωθῆ καὶ ἔχει χάσει τὴν δύναμίν του ὡς πρὸς ἐμὲ ὁ κόσμος. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω νεκρωθῆ ὡς πρὸς τὸν κόσμον.
15 ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις.
Εἶμαι δὲ νεκρωμένος ὡς πρὸς τὸν κόσμον καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτὸν οὔτε μὲ δελεάζει, οὔτε μὲ φοβίζει, διότι ἐν τῇ μετὰ τοῦ Χριστοῦ κοινωνίᾳ καὶ ἑνώσει, οὔτε ἡ περιτομὴ ἔχει καμμίαν ἀξίαν οὔτε ἡ ἀκροβυστία, ἀλλ’ ἰσχύει νέα κτίσις καὶ δημιουργία, δηλαδὴ ἡ ἀναγέννησις, ποὺ δίδεται εἰς κάθε πιστὸν δυνάμει τῆς ἀπολυτρωτικῆς θυσίας τοῦ σταυροῦ.
16 καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ' αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν τὴν διδασκαλίαν αὐτὴν περὶ τῆς νέας κτίσεως καὶ θὰ ἔχουν αὐτὴν ὡς μέτρον καὶ ὑπόδειγμα διὰ νὰ συμμορφώσουν πρὸς αὐτὴν τὴν ζωήν τους, εἴθε νὰ εἶναι εἰρήνη καὶ ἔλεος ἐπάνω τους καὶ ἐν γένει ἐπάνω εἰς τὸν νέον Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, εἰς τὸν νέον λαόν, ποὺ διὰ τῆς πίστεως ἔγινε ἐκλεκτὸς εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀντικατέστησε τὸν παλαιὸν κατὰ σάρκα Ἰσραήλ.
17 Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω.
Εἰς τὸ ἑξῆς ἂς μὴ μοῦ παρέχῃ κανεὶς κόπους καὶ ἐνόχλησιν, ζητῶν ἀπολογίαν ἀπὸ ἐμὲ δι’ ὅσα πράττω. Διότι ἐγὼ βαστάζω εἰς τὸ σῶμα μου τὰ σημάδια τῶν πληγῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστην διὰ τὸν Κύριον Ἰησοῦν. Καὶ αἱ πληγαὶ αὐταὶ εἶναι ἡ ἀπολογία μου.
18 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν.
Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἴθε νὰ ἐνισχύῃ καὶ νὰ ἐνδυναμώνῃ, ἀδελφοί, τὰς πνευματικάς σας δυνάμεις, ὥστε νὰ διατηρῆτε πάντοτε τὸν ἁγιασμόν, ποὺ σᾶς ἔδωκε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀμήν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα