ελ
Καινή Διαθήκη
1 Τ… ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε.
Μείνατε λοιπὸν στερεοὶ εἰς τὴν ἐκ τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἠλευθέρωσεν ὁ Χριστός, καὶ μὴ ὑποκύπτετε πάλιν εἰς ζυγὸν δουλείας.
2 Ἴδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει.
Ἰδού ἐγῶ ὁ Παῦλος, ὁ κατ’ εὐθείαν ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἐκλεγεὶς Ἀπόστολος, σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν περιτέμνεσθε, ὁ Χριστὸς τίποτε δὲν θὰ σᾶς ὠφελήσῃ.
3 μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι.
Παρέχω δὲ καὶ πάλιν τὴν βεβαίωσιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἰς κάθε ἄνθρωπον, ποὺ περιτέμνεται, ὅτι ὀφείλει καὶ ἔχει χρέος νὰ τηρήσῃ ὅλον τὸν νόμον, ἐφοῦ μὲ τὴν περιτομὴν ποὺ λαμβάνει, προτιμᾷ τὴν διὰ τοῦ νόμου δικαίωσιν ἀπὸ τὴν δικαίωσιν ποὺ δίδει ὁ Χριστός.
4 κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε, τῆς χάριτος ἐξεπέσατε·
Ἀπεξενώθητε ἀπὸ τὸν Χριστόν σεῖς, οἱ ὁποῖοι προσπαθεῖτε νὰ δικαιωθῆτε διὰ μέσου του νόμου.Ἐγίνατε ἔκπτωτοι ἀπὸ τὴν χάριν, καὶ δὲν ὁμοιάζετε πλέον πρὸς ἡμᾶς.
5 ἡμεῖς γὰρ Πνεύματι ἐκ πίστεως ἐλπίδα δικαιοσύνης ἀπεκδεχόμεθα.
Διότι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἔχομεν μέσα μας, περιμένομεν χωρὶς δισταγμὸν τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἡ ἐκ πίστεως δικαίωσις μᾶς ὑπόσχεται καὶ ἐλπίζομεν νὰ τὰ λάβωμεν δυνάμει τῆς πίστεως ταύτης καὶ μόνον.
6 ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι' ἀγάπης ἐνεργουμένη.
Διότι δι’ ἐκείνους, ποὺ διά τῆς πίστεως ἐνώθησαν μὲ τὸνἸησοῦν Χριστόν, οὔτε ἡ περιτομὴ ἔχει καμμίαν ἰσχὺν πρὸς δικαίωσιν, οὔτε ἡ ἀκροβυστία, ἀλλ’ ἰσχύει μόνον πίστις, ἡ ὁποῖα ἀποδεικνύεται ζωντανὴ καὶ ἐνεργὸς μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης.
7 Ἐτρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς ἐνέκοψε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι;
Ἐτρέχατε καλῶς σὰν ἀγωνισταὶ ἀκούραστοι εἰς τὸν δρόμον τῆς Ἀληθείας. Ποῖος σᾶς ἐσταμάτησε, ὥστε νὰ μὴ πείθεσθε τώρα εἰς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, καὶ νὰ μὴ θεωρῆτε ἀρκετὴν διὰ τὴν σωτηρίαν σας τὴν ὑπακοήν εἰς τὸν Χριστόν;
8 ἡ πεισμονὴ οὐκ ἐκ τοῦ καλοῦντος ὑμᾶς.
Ἡ ἰσχυρογνωμοσύνη, ποὺ δεικνύετε, ὥστε νὰ μὴ πείθεσθε εἰς τὴν ἀλήθειαν, δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Κύριον, ποὺ σᾶς καλεῖ εἰς τὴν αἰώνιον δόξαν.
9 μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ.
Ἢ μήπως θεωρεῖτε ὡς ἀσήμαντον τὸ νὰ ἐπιστρέφετε πάλιν εἰς τόν νόμον μὲ τὴν περιτομὴν ποὺ λαμβάνετε; Ὀλίγον προζύμιον κάνει ἔνζυμον ὅλην τὴν μάζαν τῆς ζύμης. Ἔτσι καὶ ὀλίγα ψευδῆ φρονήματα ἠμποροῦν νὰ ἀποπλανήσουν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν.
10 ἐγὼ πέποιθα εἰς ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ ὅτι οὐδὲν ἄλλο φρονήσετε· ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τὸ κρῖμα, ὅστις ἂν ᾖ.
Ἀλλ’ ὄχι· σεῖς δὲν θὰ ἀποπλανηθῆτε. Ἐγὼ ἔχω διὰ σᾶς πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐμπνέει ἡ σχέσις καὶ κοινωνία μου μὲ τὸν Κύριον, ὅτι δὲν θὰ δεχθῆτε ἄλλο φρόνημα παρὰ τὸ φρόνημα τῆς ἀληθείας ποὺ ἐδιδάχθητε. Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος σᾶς ταράσσει μὲ τὰς ψευδοδιδασκαλίας του, θὰ βαστάσῃ ὡς φορτίον βαρὺ τὴν δικαίαν κατάκρισιν τοῦ Θεοῦ, ὁποιοσδήποτε καὶ ἄν εἶναι. Εἶναι δὲ τόσον ἀνειλικρινεῖς καὶ συκοφάνται αὐτοὶ ποὺ σᾶς ταράττουν, ὥστε φθάνουν μέχρι τοῦ νὰ διαδίδουν, ὅτι καὶ ἐγὼ τώρα ἔχω κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς περιτομῆς.
11 ἐγὼ δέ, ἀδελφοί, εἰ περιτομὴν ἔτι κηρύσσω, τί ἔτι διώκομαι; ἄρα κατήργηται τὸ σκάνδαλον τοῦ σταυροῦ.
Ἄλλ’ ἔαν ἐγώ, ἀδελφοί, κηρύττω καὶ τώρα, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ περιτομή, ὅπως ἐκήρυττα περὶ αὐτηῆς προτοῦ νά κληθῶ εἰς τὸ ἀποστολικόν ἀξίωμα, διατὶ νὰ καταδιώκωμαι ἀκόμη ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους; Δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος φιλονεικίας μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν Ἰουδαίων. Καὶ συνεπῶς ἔχει παύσει τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων τὸ κήρυγμα περὶ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τόν νόμον.
12 ὄφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς.
Ἀλλ’ ὄχι· ἐγὼ δέν κηρύττω τήν περιτομήν. Ἂς λέγουν καὶ κάμνουν ὅ,τι θέλουν αὐτοί, ποὺ συκοφαντοῦν καὶ ἐμὲ καὶ τὸ εὐαγγέλιον. Ἐὰν θέλουν, ὄχι μόνον ἂς περιτμηθοῦν, ἀλλὰ καὶ ἂς ἀκρωτηριασθοῦν δι’ εὐνουχισμοῦ αὐτοὶ ποὺ σᾶς ἀναστατώνουν.
13 Ὑμεῖς γὰρ ἐπ' ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις.
Ἀγανακτῶ ἐναντίον των, διότι σεῖς, ἀδελφοί, προσεκλήθητε ἀπὸ τὸν Κύριον διὰ νὰ εἶσθε ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε δουλείαν. Μόνον προσέξατε, μήπως ἐκλάβετε τὴν ἐλευθερίαν ὡς πρόφασιν διὰ νὰ ζῆτε κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός. Ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ γίνεσθε δοῦλοι μεταξύ σας ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀνιδιοτελοῦς χριστιανικῆς ἀγάπης.
14 ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ πληροῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.
Διότι, μὴ τὸ λησμονεῖτε, ὅλος ὁ νόμος ἐκτελεῖται καὶ τηρεῖται πλήρως μὲ ἕνα λόγον, δηλαδὴ μὲ τὸ παράγγελμα· Θὰ ἀγαπᾷς τὸν πλησίον σου, ὅπως ἀγαπᾷς τὸν ἑαυτόν σου.
15 εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ' ἀλλήλων ἀναλωθῆτε.
Ἐὰν ὅμως ἀντὶ νὰ ἀγαπᾶσθε, δαγκώνετε καὶ κατατρώγετε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, προσέχετε, μήπως ἀφανισθῆτε μεταξύ σας, ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.
16 Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε.
Μὲ αὐτὰ δέ, ποὺ λέγω, ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρεσθε σύμφωνα μὲ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τότε δὲν θὰ ἐκτελέσετε ἐπιθυμίαν τῆς σαρκός, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ δαγκώνῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, οὔτε θὰ ὑπάρχῃ μίσος μεταξύ σας.
17 ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε ταῦτα ποιῆτε.
Ναί· δὲν θὰ ἐκτελέσετε ἐπιθυμίαν τῆς σαρκός, διότι ἡ κατωτέρα φύσις μας, ποὺ δουλεύει εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, ἐπιθυμεῖ ἐναντίον τῆς ἀνωτέρας πνευματικῆς φύσεώς μας, ποὺ ἐμπνέεται ἀπό το Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνωτέρα αὐτὴ φύσις μᾶς ἐπιθυμεῖ ἐναντίον τῆς κατωτέρας φύσεώς μας. Τὰ δύο δὲ αὐτά, ἤτοι ἡ σάρξ καὶ τὸ πνεῦμα, εἶναι ἐναντία τὸ ἕνα πρὸς τὸ ἄλλο, οὕτως ὥστε νὰ μὴ πράττετε χωρὶς ἀντίδρασιν ἐκεῖνα ποὺ θέλετε. Οὔτε τὸ κακὸν χωρὶς ἀντίδρασιν, διότι ἐξεγείρεται τότε μέσα σας ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, οὔτε τὸ ἀγαθόν, διότι πολλάκις πρέπει νὰ βιάσετε τὸν ἑαυτόν σας διὰ νὰ τὸ πράξετε. Ὅταν λοιπὸν κυριαρχήσῃ μέσα σας τὸ πνεῦμα, ἡ σάρξ μὲ τὰς ἐπιθυμίας της θὰ ὑποταχθῇ καὶ σεῖς δὲν θὰ τελέσετε ποτὲ ἐπιθυμίαν σαρκός.
18 εἰ δὲ Πνεύματι ἄγεσθε, οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον.
Ἔτσι λοιπὸν ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐὰν φέρεσθε καὶ ὁδηγῆσθε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε πάντοτε νά κυριαρχοῦν μέσα σας αἱ ἀνώτεραι πνευματικαὶ δυνάμεις σας, δὲν εἶσθε κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸν καὶ τὴν καταδίκην τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ πλέον θὰ εἶσθε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰς ἐπιθυμίας τῆς σαρκός, δὲν θὰ ἔχετε ἐνάγκην ἀπὸ τὴν συμβουλὴν καὶ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ νόμου, οὔτε θὰ ὑπόκεισθε εἰς τὴν κατάραν τοῦ νόμου.
19 φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια,
Τὰ ἔργα δέ, εἰς τὰ ὀποῖα μᾶς παρασύρει ἡ διεφθαρμένη σαρκικὴ προαίρεσίς μας, εἶναι φανερά. Εἶναι δὲ αὐτὰ μοιχεία, πορνεία, κάθε πράξις ἀκατονόμαστος ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπον ἀκάθαρτον, ἀκολασία καὶ ἀχόρταστος μανία πρὸς ἀπόλαυσιν τῆς ἡδονῆς,
20 εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις,
εἰδωλολατρία, μαγεία, διάφοροι ἐκδηλώσεις ἔχθρας, φιλονεικιῶν, ζηλοτυπίας, θυμοί, φατριασμοί, διχόνοιαι, διαφωνίαι·
21 φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, ἃ προλέγω ὑμῖν καθὼς καὶ προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν.
φθόνοι, φόνοι, μέθαι, ἄσεμνα γλέντια καὶ τὰ ὅμοια πρὸς αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς προλέγω καὶ τώρα, ὅπως καὶ ἄλλοτε, ὅταν σᾶς ὲκήρυξα τὸ εὐαγγέλιον, σᾶς προεῖπα, ὅτι ὅσοι ἐπιμένουν νὰ πράττουν τέτοια ἁμαρτήματα, χωρὶς νὰ δείξουν εἰλικρινῆ μετάνοιαν δι’ αὐτά, δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις,
Ὁ καρπὸς ὅμως, τὸν ὁποῖον παράγει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν χάριν, ποὺ χορηγεῖ εἰς τὰς ψυχᾶς μας, εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴν συνείδησιν, ἡ ἀχώριστος ἀπὸ αὐτὴν εἰρήνη, ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ πλατειὰ καρδία εἰς τὰς ἀδικίας ποὺ μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ἡ ἀγαθὴ διάθεσις καὶ καλοσύνη, ἡ εὐεργετικὴ ἐκδήλωσις καὶ ἡ ἐξωτερίκευσίς της, ἡ ἀξιοπιστία εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις μας,
23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος.
ἡ πρᾳότης, ἡ εἰς κάθε πονηρόν ἐγκράτεια. Κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ποὺ ἔχουν τὰς ἀρετὰς αὐτάς, δὲν ἰσχύει νόμος,
24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις.
Ὅσοι δὲ ἀνήκουν πράγματι εἰς τὸν Χριστόν, ἐνέκρωσαν τὸν σαρκικὸν ἄνθρωπον μὲ τὰ πάθη καὶ τὰς ἐπιθυμίας του.
25 Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν.
Ἐὰν ζῶμεν σύμφωνα πρὸς τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂς συμπεριφερώμεθα καὶ σύμφωνα μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Πνεύματος καὶ ὄχι κινούμενοι ἀπὸ ἐλατήρια ἰδιοτελείας καὶ ματαιοδοξίας.
26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες.
Ἂς μὴ γινώμεθα ματαιόδοξοι, προκαλοῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον εἰς φιλονεικίας καὶ φθονοῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα