ελ
Καινή Διαθήκη
1 Ω ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι, οἷς κατ' ὀφθαλμοὺς Ἰησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν ἐσταυρωμένος;
Ω ἀνόητοι Γαλάται, ποῖος σᾶς ἐβάσκανε διὰ τὰς προόδους σας εἰς τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετήν, ὥστε τώρα νὰ μὴ πείθεσθε εἰς τὴν ἀλήθειαν σεῖς, ἐμπρὸς εἰς τὰ μάταα τῶν ὁποίων καθαρὰ καὶ μὲ κάθε ἀκρίβειαν ἐζωγραφήθη διὰ τοῦ κηρύγματος, ποὺ ἐκάμαμεν μεταξύ σας ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐσταυρωμένος;
2 τοῦτο μόνον θέλω μαθεῖν ἀφ' ὑμῶν· ἐξ ἔργων νόμου τὸ Πνεῦμα ἐλάβετε ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως;
Καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι μόνον πονηρὰ καὶ διαβολικὴ συνεργία ἔφερε τὴν σημερινὴν ὀπισθοδρομησν σας, δὲν θὰ χρησιμοποιήσω πολλοὺς συλλογισμοὺς καὶ ἀποδείξεις. Τοῦτο μόνον θέλω νὰ μάθω ἀπὸ σᾶς. Τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ ἐλάβατε ἀπὸ τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἢ διὰ μέσου τοῦ κηρύγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιστεύσατε; Ἀναντιρρήτως τὰ ἐλάβατε, διότι ἠκούσατε καὶ ἐπιστεύσατε εἰς τὸ κήρυγμά μας.
3 οὕτως ἀνόητοί ἐστε; ἐναρξάμενοι πνεύματι νῦν σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε;
Εἶσθε λοιπὸν τόσον πολὺ ἀνόητοι; Ἀφοῦ ἐκάματε ἀρχὴν μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καταλήγετε τώρα εἰς τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ποῦ ἔχουν νὰ κάμουν μὲ τὴν σάρκα καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀναγέννησιν τῆς καρδίας;
4 τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῆ; εἴ γε καὶ εἰκῆ.
Τόσας εὐεργεσίας, ποὺ ἐλβατε μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰς εὐηργετήθητε ἀνωφελῶς καὶ εἰς μάτην; Καὶ εἴθε νὰ ἦσαν μόνον εἰς μάτην, ὄχι δὲ καὶ πρὸς ζημίαν καὶ πνευματικὴν κατάκρισίν σας.
5 ὁ οὖν ἐπιχορηγῶν ὑμῖν τὸ Πνεῦμα καὶ ἐνεργῶν δυνάμεις ἐν ὑμῖν, ἐξ ἔργων νόμου ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως;
Ὁ Θεὸς λοιπόν, ὁ ὁποῖος σᾶς χορηγεῖ πλουσίως τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐνεργεῖ μεταξύ σας ἔργα ὑπερφυσικῆς δυνάμεως, σᾶς χορηγεῖ καὶ ἐνεργεῖ ταῦτα λόγῳ τοῦ ὅτι ἐτηρήσατε τὸν νόμον ἢ διότι ἐπιστεύσατε εις τὸ κήρυγμα; Βεβαίως διότι ἐπιστεύσατε.
6 καθὼς Ἀβραὰμ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην.
Καθὼς καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐπίστευσεν εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἐλογαριάσθη εἰς αὐτὸν ἡ πίστις αὐτὴ ἔτσι, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ τὸν δικαιώσῃ.
7 Γινώσκετε ἄρα ὅτι οἱ ἐκ πίστεως, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Ἀβραάμ.
Συνεπῶς μάθετε καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὄχι ἐκεῖνοι ποῦ τηροῦν τὸν νόμον, ἀλλ’ ὅσοι κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὴν πίστιν, αὐτοὶ εἶναι τέκνα τοῦ Ἀβραάμ.
8 προϊδοῦσα δὲ ἡ γραφὴ ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ τὰ ἔθνη ὁ Θεός, προευηγγελίσατο τῷ Ἀβραὰμ ὅτι ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη.
Ἐπειδὴ δὲ ἡ Γραφὴ προεῖδεν, ὅτι διὰ μέσου τῆς πίστεως μέλλει νὰ δικαιώσῃ τοὺς ἐθνικοὺς ὁ Θεός, προανήγγειλε τὸ χαρμόσυνον μήνυμα εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὅτι θὰ εὐλογηθοῦν διὰ σοῦ ὄχι μόνον ἐν ἔθνος, τὸ ἰουδαϊκόν, ἀλλ’ ὅλα τὰ ἔθνη.
9 ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοῦνται σὺν τῷ πιστῷ Ἀβραάμ.
Διὰ νὰ λέγῃ δὲ ὁ Θεός, ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη θὰ εὐλογηθοῦν διὰ μέσου τοῦ Ἀβραάμ, σημαίνει ὅτι δὲν λογαριάζεται διόλου ἡ σαρκικὴ συγγένεια, ἀλλ’ ὅσοι πιστεύουν, εἰς ὁποιονδήποτε ἔθνος καὶ ἂν ἀνήκουν, εὐλογοῦνται μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ἠξιώθη τῆς εὐλογίας, διότι ἐπίστευσε.
10 ¨Οσοι γὰρ ἐξ ἔργων νόμου εἰσίν, ὑπὸ κατάραν εἰσί· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς γεγραμμένοις ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου τοῦ ποιῆσαι αὐτά·
Μόνον δὲ διὰ τῆς πίστεως δίδονται αι εὐλογίαι. Διότι ὅσοι βασίζονται εἰς τὰ ἔργα τοῦ νόμου, διατελοῦν ὑπὸ κατᾶραν. Διότι ἔχει γραφῆ εἰς αὐτὸν τὸν νόμον: Εἶναι καταράμενος καθενας, ποὺ δὲν μένει σταθερὸς εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ γραμμένα εἰς τὸ βιβλίον τοῦ νόμου διὰ νὰ ἐκτελεσῃ ἐπακριβῶς αὐτά.
11 ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ, δῆλον· ὅτι ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται.
Ὅτι δὲ διὰ τοῦ νόμου κανεὶς δὲν λαμβάνει τὴν δικαίωσιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, εἶναι φανερόν. Διότι καθὼς λέγει αὐτὸς ὁ νόμος: Ὁ δίκαιος θὰ ζήσῃ καὶ θὰ σωθῇ διὰ τῆς πίστεως.
12 ὁ δὲ νόμος οὐκ ἔστιν ἐκ πίστεως, ἀλλ' ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς.
Ὁ νόμος ὅμως τὴν δικαίωσιν ποὺ ὑπόσχεται δὲν τὴν βασίζει ἐπὶ τῆς πίστεως, ἀλλὰ καθὼς λέγεται εἰς τὸ Λευϊτικόν: Ἐκεῖνος ποῦ ἐποίησε καὶ ἐτήρησεν αὐτά, δηλαδὴ τὰ προστάγματα τοῦ νόμου, θὰ ζήσῃ δι’ αὐτῶν. Ποῖος ὅμως τὰ ἐτήρησεν ὅλα; Κανείς. Ὅλοι λοιπὸν ὡς παραβάται τοῦ νόμου διατελοῦμεν ὑπὸ κατᾶραν.
13 Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου·
Ἀπὸ τὴν κατάραν δὲ αὐτὴν τοῦ νόμου μας ἐξηγόρασεν ὁ Χριστὸς καὶ ὡς λύτρα διὰ τὴν ἑξαγοράν μας αὐτὴν κατέβαλε τὸ ὅτι ἔγινε χάριν ἠμῶν καταραμένος. Καὶ ἔγινε καταραμένος, διότι ἐκρεμάσθη εἰς τὸν σταυρόν. Εἶναι δὲ γραμμένον: Καταράμενος νὰ εἶναι καθένας, ποὺ κρέμεται καὶ πεθαίνει ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον.
14 ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία τοῦ Ἀβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πνεύματος λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως.
Καὶ ἔτσι ἔγινεν ὁ Χριστὸς καταράμενος, διὰ νὰ ἔλθῃ διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἡ εὐλογία, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ὑπεσχέθη εἰς τὸν Ἀβραάμ, διὰ νὰ λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ἀνεκτίμητον αὐτὴν εὐλογίαν, ποὺ μᾶς ὑπεσχέθη ὁ Θεός.
15 Ἀδελφοί, κατὰ ἄνθρωπον λέγω· ὅμως ἀνθρώπου κεκυρωμένην διαθήκην οὐδεὶς ἀθετεῖ ἢ ἐπιδιατάσσεται.
Ἀδελφοί, πρὸς περισσοτέραν σαφήνειαν σᾶς ὁμιλῶ μὲ παραδείγματα, ὅπως συμβαίνουν τὰ πράγματα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ θὰ χρησιμοποιήσω ἀνθρώπινον παράδειγμα, διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω, πῶς ἡ Ἐπαγγελία αὐτή, ποὺ μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεὸς περὶ τῆς εὐλογίας, ἔχει μεγαλυτέραν ἰσχὺν ἀπὸ τὸν νόμον. Ἰδοὺ τὸ παράδειγμα: Διαθήκην ἀνθρώπου, ποὺ ἀνεγνωρίσθη μετὰ τὸν θάνατόν του ὡς γνησία καὶ ἔγκυρος, καίτοι αὕτη εἶναι ἔγγραφον ἀνθρώπινον, ὅμως κανένας δὲν τὴν καταργεῖ ἢ δὲν προσθέτει κάτι εἰς αὐτήν.
16 τῷ δὲ Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ' ὡς ἐφ' ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί σου, ὅς ἐστι Χριστός.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς διαθήκην ἔκαμε πρὸς τὸν Ἀβραάμ, ὅταν ἔδωκε τὰς ὑποσχέσεις εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸ σπέρμα αὐτοῦ. Δὲν εἶπε δὲ ὁ Θεὸς καὶ εἰς τὰ σπέρματα, ὅπως θὰ ἔλεγεν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ πολλῶν ἀπογόνων. Ἀλλ’ εἶπεν ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐνὸς ἀπογόνου, εἰς τὸ σπέρμα σου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ Χριστός.
17 τοῦτο δὲ λέγω· διαθήκην προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς Χριστὸν ὁ μετὰ ἔτη τετρακόσια καὶ τριάκοντα γεγονὼς νόμος οὐκ ἀκυροῖ, εἰς τὸ καταργῆσαι τὴν ἐπαγγελίαν.
Ἐφαρμόζω τώρα τὸ προηγούμενον παράδειγμα καὶ λέγω τὰ ἑξῆς: Τὴν διαθήκην αὐτήν, ποῦ ἐπεκυρώθη προτήτερα ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ ὅρκον καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν Χριστόν, δὲν ἠμπορεῖ ὁ νόμος, ποὺ ἦλθεν ὕστερα ἀπὸ τετρακόσια τριάντα ἔτη νὰ τὴν ἀκυρώσῃ, ὥστε νὰ καταργήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Θεοῦ. Θὰ τὴν κατήργει δέ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν κληρονομίαν διὰ τοῦ νόμου.
18 εἰ γὰρ ἐκ νόμου ἡ κληρονομία, οὐκέτι ἐξ ἐπαγγελίας· τῷ δὲ Ἀβραὰμ δι' ἐπαγγελίας κεχάρισται ὁ Θεός.
Διότι ἐὰν ἐκ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου ἐπετυγχάνετο ἡ κληρονομία καὶ σωτηρία, δὲν θὰ μᾶς ἐδίδετο πλέον αὕτη ὡς δωρεὰ ἐξ ὑποσχέσεως, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐδίδετο ὡς ἀνταμοιβὴ καὶ μισθὸς τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ εἰς τὸν Ἀβραὰμ ἔχει κάμει χαριστικὴν δωρεὰν ὁ Θεὸς δι’ ὑποσχέσεως.
19 Τί οὖν ὁ νόμος; τῶν παραβάσεων χάριν προσετέθη, ἄχρις οὗ ἔλθῃ τὸ σπέρμα ᾧ ἐπήγγελται, διαταγεὶς δι' ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου.
Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ κληρονομία, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Πρὸς ποῖον λοιπὸν σκοπὸν ἐδόθη ὁ νόμος; Ἀπάντησις: Προσετέθη ὁ νόμος εἰς τὴν ἐπαγγελίαν, ἵνα μὲ τὰς καθημερινάς μας παραβάσεις του ὁδηγηθῶμεν εἰς συναίσθησιν τῆς ἐνοχῆς καὶ ἀδυναμίας μας, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ ἀπόγονος, χάριν τοῦ ὁποίου εἶχον δοθῇ αἱ ἐπαγγελίαι. Ὁπότε ἡμεῖς μὲ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀθλιότητός μας εὐκολώτερον θὰ ἐνεκολπούμεθα τὸν ἀπόγονον τοῦ Ἀβραάμ, ἤτοι τὸν Χριστόν, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς δίδονται αἱ εὐλογίαι. Ἔτσι ὁ νόμος εἶχε προσωρινὴν ἰσχύν. Διετάχθη δὲ μὲ μεσολάβησιν ἀγγέλων καὶ ἐδόθη διὰ χειρὸς τοῦ Μωϋσέως, ὡς μεσίτου μεταξὺ Θεοῦ καὶ Ἰουδαίων.
20 ὁ δὲ μεσίτης ἑνὸς οὐκ ἔστιν, ὁ δὲ Θεὸς εἷς ἐστιν.
Ὁ μεσίτης δὲ δὲν εἶναι ἐνός, ἀλλὰ δύο τουλάχιστον προσώπων μεσολαβητής. Διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ δὲ ἡ συμφωνία, ποὺ γίνεται μὲ τὸν μεσίτην, πρέπει καὶ τὰ δύο πρόσωπα νὰ τηρήσουν τὰ συμφωνηθέντα. Ὁ Θεὸς δὲ εἶναι τὸ ἓν πρόσωπον. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ λοιπὸν τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου, ἔπρεπε καὶ τὸ ἕτερον μέρος, οἱ ἄνθρωποι δηλαδή, νὰ τηρήσουν τὴν συμφωνίαν ἐφαρμόζοντες ἐπακριβῶς τὸν διὰ τοῦ μεσίτου δοθέντα νόμον. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι παρέβαινον τὸν νόμον καὶ ἐγίνοντο διὰ τοῦτο ἐπικατάρατοι.
21 ὁ οὖν νόμος κατὰ τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἐδόθη νόμος ὁ δυνάμενος ζωοποιῆσαι, ὄντως ἂν ἐκ νόμου ἦν ἡ δικαιοσύνη·
Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ νόμος εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ γίνωνται οἱ ἄνθρωποι ἐπικατάρατοι, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Ὁ νόμος λοιπὸν εἶναι ἐναντίος πρὸς τὰς ἐπαγγελίας καὶ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Θεὸς περὶ τοῦ ὅτι θὰ ηὐλογοῦντο διὰ μέσου τοῦ Ἀβραὰμ ὅλα τὰ ἔθνη; Μὴ γένοιτο νὰ παραδεχθῇ κανεὶς τοῦτο. Ὄχι. Ὁ νόμος δὲν ἀκυρώνει τὰς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ. Διότι θὰ τὰς ἠκύρωνε τότε μόνον, ἐὰν ἐδίδετο τέτοιος νόμος, ποὺ θὰ ἠμποροῦσε νὰ δώσῃ αἰωνίαν ζωὴν εὶς τὸν ἄνθρωπον. Πράγματι τότε ἡ δικαίωσις θὰ συνετελεῖτο ἀπὸ τὸν νόμον αὐτὸν καὶ θὰ ἀκυρώνοντο αἱ ἐπαγγελίαι.
22 ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῇ τοῖς πιστεύουσι.
Τώρα ὅμως ἔγινε διὰ τοῦ νόμου τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον τῆς δικαιώσεως. Ἔκλεισε δηλαδὴ ἐξ ὁλοκλήρου ὁ γραπτὸς τοῦ Θεοῦ νόμος τὰ πάντα ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν, διὰ νὰ ποθήσουν οἱ ἄνθρωποι τὸν ἰατρὸν καὶ σωτῆρα, καὶ ἔτσι ἡ εὐλογία, ποὺ ὑπεσχεθη ὁ Θεός, νὰ δοθῇ διὰ μέσου τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰς ὅλους, ὅσοι πιστεύουν.
23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι.
Προτοῦ δὲ νὰ ἔλθῃ ἡ νέα αὐτὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἰσχύει πλέον ἡ πίστις, ἐφυλαττόμεθα ἀπὸ τὸν νόμον κλεισμένοι καλὰ σὰν εἰς κάποιον φρούριον διὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν πίστιν, ἡ ὁποία ἔμελλεν ἐν καιρῷ νὰ ἀποκαλυφθῇ.
24 ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν·
Ὥστε ὁ μωσαϊκὸς νόμος ἔγινε παιδαγωγός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς προπαρεσκεύαζεν εἰς τὸ νὰ ποθήσωμεν καὶ γνωρίσωμεν τὸν Χριστόν, διὰ νὰ λάβωμεν τὴν δικαίωσιν ἐκ τῆς πρὸς αὐτὸν πίστεως.
25 ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν.
Ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ νέα κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἰσχύει ἡ πίστις, δὲν εἴμεθα πλέον κάτω ἀπὸ τὴν παιδαγωγίαν τοῦ νόμου.
26 πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ·
Διότι ὅλοι διὰ μέσου τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγίνατε καὶ εἶσθε υἱοὶ τοῦ Θεοῦ ἐνήλικες, ὥριμοι καὶ χειραφετημένοι.
27 ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε.
Εἶσθε δὲ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, διότι ὅσοι ἐβαπτίσθητε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ πιστεύοντες εἰς αὐτὸν ὡς σωτῆρα, ἐνεδύθητε τὸν Χριστὸν καὶ ἠνώθητε μετ’ αὐτοῦ.
28 οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ ¨Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Δὲν ὑπάρχουν πλέον διαφοραὶ ἐθνικότητος καὶ κοινωνικῆς τάξεως καὶ φύλου. Δὲν ὑπάρχει πλέον διαφορὰ Ἰουδαίου καὶ Ἕλληνος, δὲν ὑπάρχει διάκρισις δούλου καὶ ἐλευθέρου· δὲν ὑπάρχει ἄρσεν καὶ θῆλυ. Διότι ὅλοι σεῖς ἐγίνατε εἷς νέος ἄνθρωπος διὰ τῆς ἑνώσεώς σας μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
29 εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ' ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.
Ἐὰν δὲ σεῖς, οἱ ἐξ ἐθνῶν Χριστιανοί, ἀνήκετε εἰς τὸν Χριστόν, ἄρα διὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ὁ εὐλογημένος ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, εἶσθε καὶ σεῖς ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐπαγγελίαν εἶσθε κληρονόμοι τῆς εὐλογίας.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα