ελ
Καινή Διαθήκη
Γαλατία ελέγετο ή εν τή Μ. Ασία χώρα, τής όποίας κυριώταται πόλεις ύπήρξαν ή "Άγκυρα, ή Πεσσινούς καί τό Τάβιον, και ή όποία διεκρίνετο της Φρυγίας, τής Πισιδίας καί τής Λυκαονίας, αίτινες βραδύτερον συναπετέλεσαν μετ' άλλων τινών Μικρασιατικών τμημάτων τήν Ρωμαϊκήν επαρχίαν της Γαλατίας. Τήν χώραν ταύτην έπεσκέφθη ό Απόστολος διά πρώτην φοράν κατά τήν δευτέραν άποστολικήν όδοιπορίαν του, ότε «διήλθε τήν Φρυγίαν καί την Γαλατικήν χώραν» (Πράξ. ιστ' 6) καί εγένετο δεκτός ύπό τών Γαλατών μετ΄ ένθουσιασμού καί μετ' εξαιρετικών εκδηλώσεων στοργής καί σεβασμού (Γαλάτ. δ' 13 καί έξης).
Άλλά μετά τήν είς Γαλατίαν έπίσκεψιν ταύτην τοϋ Παύλου είσεχώρησαν είς τάς νεοσυστάτους έκεϊ Έκκλησίας 'Ίουδαίζοντες ψευδοδιδάσκαλοι, οτινες έκήρυττον ώς άπαραίτητον πρός σωτηρίαν τήν τήρησιν των τελετουργικών διατάξεων τοϋ νόμου καί πρό παντός τής περιτομής. Όπως δε επιτύχουν τήν διάδοσιν των πλανών των τούτων, έπεχείρησαν με συκοφαντίας καί διαβολάς να κλονίσουν τό άποστολικόν κύρος του Παύλου, βεβαιούντες ότι ούτος δέν ήτο άληθινός Απόστολος όπως ήσαν οί μεγάλοι Απόστολοι Πέτρος, 'Ίωάννης καί 'Ίάκωβος, οίτινες έθεωροϋντο στύλοι της Έκκλησίας. Τάς συκοφαντίας και πλάνας ταύτας άνεσκεύασε προφορικώς ό Απόστολος πιθανώτατα κατά τήν δευτέραν επίσκεψίν του είς τάς Έκκλησίας της Γαλατίας, ή όποία εγένετο κατά τήν τρίτην άποστολικήν όδοιπορίαν, όλίγον προτού νά καταλήξη είς τήν Έφεσον, όπου παρέμεινεν έπί τριετίαν (Πράξ. ιη΄ 23 καί ιθ΄ 1-20). Άλλά καί μετά τήν προφορικήν ταύτην άναίρεσιν, άπό τήν οποίαν εφάνησαν πρός στιγμήν οι Γαλάται ότι έπείσθησαν, είσεχώρησαν εκ νέου οί ψευδάδελφοι καί προεκάλεσαν μεγάλην μεταξύ τών Χριστιανών άναταραχήν. Κατόπιν τούτου άπευθύνει ό θεϊος Παϋλος τήν έπιστολήν ταύτην όλίγον χρόνον μετά τήν άφιξίν του είς "Έφεσον, ήτοι περί το τέλος του 52 μ. Χ.
1 ΠΑΥΛΟΣ, ἀπόστολος οὐκ ἀπ' ἀνθρώπων, οὐδὲ δι' ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ νεκρῶν,
Εγὼ ὁ Παῦλος, Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος, οὔτε ἀπὸ ἀνθρώπους ἔλαβα τὸ ἀξίωμα αὐτό, οὔτε διὰ μέσου ἀνθρώπου ἐκλήθην εἰς αὐτό, ἀλλὰ κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὸν Θεὸν Πατέρα, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν·
2 καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες ἀδελφοί, ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας·
καὶ ὅλοι οἱ ἀδελφοί, ποὺ εἶναι μαζί μου, γράφομεν τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν πρὸς τὰς Ἐκκλησίας τῆς Γαλατίας.
3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
Εἴθε νὰ εἶναι μαζί σας χάρις καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Κύριον μας Ἰησοῦν Χριστόν,
4 τοῦ δόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, ὅπως ἐξέληται ἡμᾶς ἐκ τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος πονηροῦ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν,
ὁ ὁποῖος παρέδωκε θεληματικῶς τὸν ἑαυτόν του εἰς θάνατον διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, διὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὴν πονηρίαν καὶ κακίαν, ποὺ ἐπικρατεῖ εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Καὶ ὁ θάνατός του αὐτὸς διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ ἀπολύτρωσίν μας ἔγινε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Πατήρ μας.
5 ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
Εἰς αὐτὸν πρέπει πᾶσα ἡ δόξα εἰς τοὺς ἀπεράντους καὶ ἀτελειώτους αἰῶνας. Ἀμήν.
6 Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον,
Ἀπορῶ, διότι τόσον γρήγορα ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐκάλεσεν ἐξ αἰτίας τῆς χάριτος καὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ, καὶ μεταπηδᾶτε εἰς ἄλλην περὶ σωτηρίας διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ποὺ σᾶς τὴν διδάσκουν, κακῶς τὴν λέγουν εὐαγγέλιον.
7 ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μὴ τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.
Πράγματι· αὐτὸ ποὺ λέγουν αὐτοὶ εὐαγγέλιον, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ὅτι ὑπάρχουν μερικοί, οἱ ὁποῖοι σᾶς ταράττουν καὶ θέλουν νὰ μεταβάλουν καὶ νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ἀληθὲς περὶ Χριστοῦ κήρυγμα.
8 ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.
Ἀλλὰ νὰ ἠξεύρετε τὸ ἑξῆς: Ἐὰν ἀκόμη καὶ ἡμεῖς οἰ ἀπόστολοι ἢ καὶ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸν κηρύττῃ εἰς σᾶς ἄλλα εὐαγγέλιον, διαφορετικὸν ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς ἐκηρύξαμεν, ἂς εἶναι ἀνάθεμα καὶ χωρισμένος διὰ παντὸς ἀπὸ τὸν Χριστόν.
9 ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω.
Καθὼς καὶ προτήτερα, ὅταν ἤμεθα μαζί σας, σᾶς ἔχομεν εἴπει, καὶ τώρα πάλιν σᾶς λέγω: Ἐὰν κανεὶς κηρύττῃ εἰς σᾶς εὐαγγέλιον ἄλλο ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδιδάχθητε ἀπὸ ἐμέ, ἂς εἶναι ἀναθεματισμένος καὶ χωρισμένος ἀπὸ τὸν Χριστόν.
10 ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν Θεόν; ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην.
Τὸ εὐαγγέλιον, ποῦ σᾶς ἐδιδάξαμεν, αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι τὸ ἀληθινὸν εὐαγγέλιον. Διότι τώρα θέλω νὰ πείθω καὶ νὰ ἑξασφαλίζω τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν ἀνθρώπων ἢ προσπαθῶ πῶς νὰ εἶμαι ἐν τάξει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως ζητῶ νὰ ἀρέσκω εἰς ἀνθρώπους; Ὄχι. Διότι, ἐὰν ἀκόμη καὶ τώρα ἐπεδίωκον νὰ ἀρέσκω εἰς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἤμην δοῦλος τοῦ Χριστοῦ.
11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ' ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον·
Σᾶς γνωστοποιῶ δέ, ἀδελφοί, ὅτι τὸ εὐαγγέλιον, ποὺ ἐκηρύχθη εἰς σᾶς ἀπὸ ἑμέ, δὲν εἶναι ἐπινόημα ἀνθρώπου.
12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι' ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Διότι ὄχι μόνον οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν παρέλαβον αὐτὸ ἀπὸ ἄνθρωπον, οὔτε τὸ ἐδιδάχθην ἀπὸ ἄνθρωπον, ἀλλὰ παρέλαβον αὐτὸ κατ’ εὐθεῖαν δι’ ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀμέσως μοῦ ἐφανέρωσε καὶ μοῦ ἀπεκάλυψε τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
13 Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν,
Ὅτι δὲ μὲ ὑπερφυσικὴν ἀποκάλυψίν μου παρεδόθη ἀπὸ αὐτὸν τὸν Θεὸν τὸ εὐαγγέλιον, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν δρᾶσίν μου. Διότι ἠκούσατε τὴν διαγωγήν, ποὺ ἔδειξα κάποτε, ὅταν ἠκολούθουν τὸν νόμον καὶ τὰ ἔθιμα τῶν Ἰουδαίων. Ἠκούσατε δηλαδή, ὅτι ὑπερβολικὰ κατεδίωκον τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ προσεπάθουν νὰ τὴν καταστρέψω.
14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων.
Καὶ προώδευα εἰς τὸν Ἰουδαϊσμὸν περισσότερον ἀπὸ πολλοὺς συνομήλικάς μου εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ ἐδείκνυον περισσότερον ἀπὸ αὐτοὺς ζῆλον ὑπὲρ τῶν παραδόσεων, ποὺ παρελάβομεν ἀπὸ τοὺς πατέρας.
15 ¨Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ
Ὅταν ὅμως εὐηρεστήθη ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μὲ ἐξεχώρισε καὶ μὲ ἐξέλεξεν ἀπὸ τὸν καιρὸν ἀκόμη, ποὺ ἤμην εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μου, καὶ μὲ ἐκάλεσε διὰ τῆς χάριτός του, χωρὶς ἐγὼ ἀπὸ τὰ ἔργα μου νὰ εἶμαι ἄξιος διὰ μίαν τέτοιαν ἐκλογήν,
16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι,
διὰ νὰ ἀποκαλύψῃ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μου, διὰ νὰ τὸν κηρύττω μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, εὐθὺς δὲν συνεβουλεύθην σάρκα καὶ αἷμα, δηλαδὴ ἄνθρωπόν τινα οἰονδήποτε.
17 οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν.
Οὔτε ἀνέβην εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα πρὸς συνάντησιν τῶν Ἀποστόλων, ποὺ εἶχον κληθῆ πρὸ ἑμοῦ εἰς τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα, ἀλλὰ ἐπῆγα εἰς τὴν Ἀραβίαν καὶ πάλιν ἐπέστρεψα εἰς τὴν Δαμασκόν.
18 Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε·
Ἔπειτα, μετὰ τρία ἔτη ἀφ’ ὅτου ἐπέστρεψα εἰς τὸν Χριστόν, ἀνέβην εἰς Ἱεροσόλυμα διὰ νὰ γνωρίσω τὸν Πέτρον καὶ ἔμεινα πλησίον τοῦ δεκαπέντε ἡμέρας.
19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.
Ἄλλον δὲ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους δὲν εἶδον παρὰ μόνον τὸν Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου.
20 ἃ δὲ γράφω ὑμῖν, ἰδοὺ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι οὐ ψεύδομαι.
Ἀπὸ αὐτά, ποὺ σᾶς γράφω, ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα καὶ τὸ Εὐαγγέλιον δὲν τὰ ἔλαβα ἀπὸ ἄνθρωπον, οὔτε ἀπὸ ἄλλον ἀπόστολον. Εἶναι δὲ ταῦτα ἀλήθεια, καὶ ἰδοὺ βεβαιώνω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν ψεύδομαι.
21 ἔπειτα ἦλθον εἰς τὰ κλίματα τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας.
Ἔπειτα μετὰ τὴν διαμονήν μου αὐτὴν εἰς Ἱεροσόλυμα ἦλθον εἰς τὰ μέρη τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας.
22 ἤμην δὲ ἀγνοούμενος τῷ προσώπῳ ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Ἰουδαίας ταῖς ἐν Χριστῷ·
Ἤμην δὲ ἄγνωστος προσωπικῶς εἰς τὰς Ἐκκλησίας τῆς Ἰουδαίας, ποὺ ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸν ἐπέστρεψαν εἰς Χριστὸν καὶ διατελοῦν ἐν κοινωνίᾳ μετὰ τοῦ Χριστοῦ.
23 μόνον δὲ ἀκούοντες ἦσαν ὅτι ὁ διώκων ἡμᾶς ποτε νῦν εὐαγγελίζεται τὴν πίστιν ἥν ποτε ἐπόρθει,
Μόνον δὲ ἤκουαν συνεχῶς οἱ Χριστιανοὶ τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν, ὅτι ἐκείνος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε μᾶς κατεδίωκε, τώρα κηρύττει τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε προσεπάθει νὰ ἀφανίσῃ.
24 καὶ ἐδόξαζον ἐν ἐμοὶ τὸ Θεόν.
Καὶ ἐδοξολόγουν τὸν Θεὸν διὰ τὴν θαυμαστὴν αὐτὴν μεταβολήν μου.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα