ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΓΙΝΕΣΘΕ οὖν μιμηταὶ τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά,
Αφοῦ δὲ ὁ Θεὸς σᾶς συνεχώρησε, γίνεσθε λοιπὸν καὶ σεῖς μιμηταὶ τοῦ Θεοῦ, σὰν τέκνα ἀγαπητά.
2 καὶ περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν προσφορὰν καὶ θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας.
Καὶ νὰ πολιτεύεσθε μὲ ἀγάπην, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς ἠγάπησε καὶ παρέδωκε τὸν ἑαυτόν του πρὸς χάριν μας καὶ πρὸς σωτηρίαν μας προσφορὰν καὶ θυσίαν εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ εἶναι ἐνώπιόν του ἡ θυσία αὐτὴ σὰν μυρωδιὰ εὐωδιάζουσα.
3 πορνεία δὲ καὶ πᾶσα ἀκαθαρσία ἢ πλεονεξία μηδὲ ὀνομαζέσθω ἐν ὑμῖν, καθὼς πρέπει ἁγίοις,
Πορνεῖα δὲ καὶ κάθε εἶδος σαρκικῆς ἀκαθαρσίας ἢ πλεονεξίας δὲν πρέπει οὐδὲ κἂν ὡς ἁπλῆ ὀνομασία νὰ ἀναφέρεται μεταξύ σας, καθὼς ἁρμόζει εἰς ἀνθρώπους, ποὺ ἁγιάσθησαν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἔχουν προορισμὸν νὰ ἐμμένουν εἰς τὴν ἁγιότητα.
4 καὶ αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἢ εὐτραπελία, τὰ οὐκ ἀνήκοντα, ἀλλὰ μᾶλλον εὐχαριστία.
Καθὼς ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ ὀνομάζεται οὔτε αἰσχρὰ διαγωγὴ καὶ μωρολογία ἡ ἀστειότης ἀπρεπὴς καὶ βωμολόχος, τὰ ὁποῖα δὲν ἀρμόζουν εἰς Χριστιανούς, ἀλλὰ φροντίζετε περισσότερον νὰ ἀκούεται προσευχὴ εὐχαριστίας.
5 τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι πᾶς πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ.
Φυλαχθῆτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, διότι πρέπει νὰ ξεύρετε καλὰ τοῦτο, ὅτι κάθε πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδωλολάτρης, διότι ἡ λατρεία τοῦ χρήματος ἀπορροφᾷ ὁλόκληρον τὴν καρδίαν του, δὲν ἔχει οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον δικαίωμα κληρονομίας εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ.
6 Μηδεὶς ὑμᾶς ἀπατάτω κενοῖς λόγοις· διὰ ταῦτα γὰρ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας.
Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀλάθεια. Καὶ ἂς μὴ σᾶς ἐξαπατᾷ κανεὶς μὲ λόγους κούφιους καὶ ψευδεῖς. Διότι διὰ τὰ ἁμαρτήματα αὐτὰ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ κατὰ τῶν ἀπειθῶν καὶ ἀνυποτάκτων ἀνθρώπων.
7 μὴ οὖν γίνεσθε συμμέτοχοι αὐτῶν.
Μὴ γίνεσθε λοιπὸν συμμέτοχοι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὰ πονηρὰ ἔργα των.
8 ἦτε γάρ ποτε σκότος, νῦν δὲ φῶς ἐν Κυρίῳ· ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε· ~
Σκεφθῆτε, τί ἦσθε εἰς τὸ παρελθόν. Τόσον πολὺ εἶχεν εἰσχωρήσει μέσα σας ὁ σκοτισμὸς τῆς ἁμαρτίας, ὥστε εἴχετε μεταβληθῆ εἰς σκότος. Τώρα ὅμως διὰ τῆς ἑνώσεώς σας μὲ τὸν Κύριον ἐγίνατε φῶς. Νὰ συμπεριφέρεσθε λοιπὸν σὰν παιδιὰ φωτός· σὰν ἄνθρωποι, ποὺ εἰς ὅλα των εἶναι φῶς καὶ διὰ τῆς ἀρετῆς των λάμπουν.
9 ὁ γὰρ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ·~
Ὀφείλετε δέ, ἀφοῦ ἐλάβατε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, νὰ δεικνύετε διαγωγὴν φωτεινήν, διότι ὁ καρπός, ποὺ παράγει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τὰς ψυχὰς τῶν φωτισμένων ὑπ’ αὐτοῦ, δεικνύεται ἐξωτερικῶς μὲ κάθε καλωσύνην καὶ δικαιοσύνην καὶ φιλαλήθειαν.
10 δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ.
Καὶ ἐξετάζετε νὰ μάθετε, τί εἶναι εὐάρεστον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
11 καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε·
Καὶ μὴ γίνεσθε μὲ τὴν ἀνοχήν σας συγκοινωνοὶ καὶ συνένοχοι εἰς τὰ ἔργα τοῦ σκότους, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουν κανένα ὠφέλιμον καρπόν. Ἀντὶ νὰ τὰ σκεπάζετε καὶ νὰ τὰ ἀνέχεσθε, ὀφείλετε μᾶλλον νὰ ἐλέγχετε τὰ ἔργα αὐτὰ καὶ νὰ τὰ βγάζετε εἰς τὸ φῶς, ἀποδεικνύοντες πόσον ὀλέθρια εἶναι.
12 τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ' αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν·
Ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ διαφώτισις αὐτὴ εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ὠφέλιμος, διότι τὰ ἔργα, ποὺ πράττουν κρυφίως οἱ ἀπειθεῖς αὐτοί, εἶναι τόσον αἰσχρά, ὥστε καὶ μόνον τὸ νὰ ὁμιλῇ κανεὶς δι’ αὐτὰ φέρει ἐντροπήν.
13 τὰ δὲ πάντα ἐλεγχόμενα ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦται· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι.
Διὰ τοῦ ἐλέγχου ὅμως τὰ ἔργα αὐτά, ποὺ γίνονται κρυφά, φανερούνται. Γίνεται δηλαδὴ γνωστὸς ὁ αἰσχρός των χαρακτὴρ καὶ αἱ ὀλέθριαι συνέπειαί των καὶ διορθοῦνται ὅσοι ἔχουν καλὴν προαίρεσιν. Καὶ παύουν πλέον νὰ κάνουν τὰ κρυφὰ καὶ ἐργάζονται εἰς τὸ ἑξῆς φανερά. Διότι κάθε τι ποὺ δὲν φοβεῖται τὸν ἔλεγχον καὶ δὲν δυσκολεύεται νὰ φανερωθῇ, εἶναι φῶς.
14 διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός.
Ἐπειδὴ δὲ πράγματι ἐπέρχεται διόρθωσις διὰ τοῦ ἐλέγχου, δι’ αὐτὸ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον χρησιμοποιεῖ τὸν ἔλεγχον καὶ φωνάζει πρὸς κάθε ἁμαρτωλὸν διὰ στόματος τῶν προφητῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης: Σήκω ἐπάνω σύ, ποὺ κοιμᾶσαι τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀναστήσου ἀπὸ τὴν νέκραν καὶ τὸν θάνατον, εἰς τὸν ὁποῖον σὲ ἔρριψεν ἡ ἁμάρτια. Καὶ θὰ σὲ φωτίσῃ ὁ Χριστός.
15 Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ' ὡς σοφοί,
Ἐλάβατε δὲ καὶ σεῖς τὸν φωτισμὸν αὐτὸν ἀπὸ τὸν Χριστόν. Λοιπὸν προσέχετε, πῶς μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν νὰ συμπεριφέρεσθε ὄχι σὰν ἄσοφοι καὶ ἀσύνετοι, ἀλλ’ ὡς σοφοὶ καὶ φρόνιμοι.
16 ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι.
Ἡ σύνεσις δὲ καὶ ἡ σοφία σας θὰ φαίνεται μὲ τὸ νὰ ἐπωφελῆσθε πνευματικῆς κάθε εὐκαιρίαν καὶ μὲ πᾶσαν σπουδὴν νὰ ἁρπάζετε αὐτήν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ χάνετε καμμίαν εὐκαιρίαν, διότι αἱ ἡμέραι ἕνεκα τοῦ ἐπικρατοῦντος κακοῦ εἶναι γεμᾶται σκάνδαλα, καὶ ὡς ἐκ τούτου αἱ μὲν εὐκαιρίαι τοῦ ἀγαθοῦ παρουσιάζονται σπανιώτερον, αἱ δὲ ἀφορμαὶ πρὸς τὸ κακὸν εἶναι πολυπληθέστεροι.
17 διὰ τοῦτο μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου.
Δι’ αὐτὸ λοιπὸν προσέχετε νὰ μὴ γίνεσθε ἀνόητοι, ἀλλὰ νὰ ἐξετάζετε καὶ νὰ κατανοῆτε, ποῖον εἶναι τὸ εἰς ἑκάστην περίπτωσιν θέλημα τοῦ Κυρίου, ὁπότε, ἐὰν συμμορφώνεσθε πρὸς αὐτό, θὰ γίνεσθε πράγματι σοφοὶ καὶ συνετοί.
18 καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι,
Καὶ μὴ μεθᾶτε μὲ οἶνον. Εἰς τὴν μέθην ὑπάρχει διαφθορὰ καὶ ἀσωτία. Ἀλλὰ γεμίζετε τὸ ἐσωτερικόν σας μὲ Πνεῦμα Ἅγιον.
19 λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ,
Καὶ ὁ θεῖος τότε ἐνθουσιασμός, ποὺ θὰ γεμίζῃ τὰς καρδίας σας, θὰ ἐξωτερικεύεται μὲ τὸ νὰ λαλῆτε μεταξύ σας μὲ ψαλμοὺς καὶ μὲ ὕμνους καὶ μὲ ᾠδὰς πνευματικὰς καὶ μὲ τὸ νὰ τραγουδᾶτε καὶ ψάλλετε εἰς τὸν Κύριον ὄχι μόνον μὲ τὸ στόμα σας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καρδίαν σας, ποὺ θὰ προσέχῃ τὰ ψαλλόμενα.
20 εὐχαριστοῦντες πάντοτε ὑπὲρ πάντων ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ Θεῷ καὶ πατρί,
Καὶ νὰ εὐχαριστῆτε πάντοτε δι’ ὅλα, ὄχι μόνον διὰ τὰ εὐχάριστα, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὰ τὰ θλιβερὰ τὸν Θεόν καὶ Πατέρα ὡς δοῦλοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
21 ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ.
Ἐὰν δὲ μὲ τοὺς ὕμνους σας καὶ τὰς εὐχαριστίας σας αὐτὰς ἐπιτελῆτε στοιχειῶδες καθῆκον σας πρὸς τὸν Θεόν, ὡς πρὸς τὸν πλησίον καθῆκον ἔχετε νὰ ὑποτάσσεσθε ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον μὲ φόβον Χριστοῦ.
22 Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ,
Αἱ γυναῖκες νὰ ὑποτάσσεσθε εἰς τοὺς ἰδίους σας ἄνδρας, σὰν νὰ κάνετε τὴν ὑποταγήν σας αὐτὴν πρὸς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος παραγγέλλει καὶ ζητεῖ νὰ ὑποτάσσωνται αἱ γυναῖκες εἰς τοὺς ἄνδρας ταν.
23 ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος.
Ζητεῖ δὲ ὁ Κύριος τὴν ὑποταγὴν αὐτήν, διότι ὁ δνδρας εἶναι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ τοῦτο δὲ ὁ Χριστὸς διακρίνεται, καθότι αὐτὸς εἶναι συγχρόνως καὶ σωτὴρ τοῦ σώματος, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας.
24 ἀλλ' ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντί.
Ἄλλὰ καθὼς ἡ Ἐκκλησία ὑποτάσσεται εἰς τὸν Χριστόν, ἔτσι καὶ αἱ γυναῖκες ἂς ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς εὐσεβεῖς καὶ θεοφοβουμένους ἄνδρας των εἰς ὅλα.
25 οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς,
Οἱ ἄνδρες ἐξ ἄλλου νὰ ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας σας, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν καὶ παρέδωκε τὸν ἑαυτόν του εἰς θάνατον ὑπὲρ αὐτῆς,
26 ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ρήματι,
διὰ νὰ ἁγιάσῃ αὐτήν, ἀφοῦ τὴν καθαρίσῃ διὰ τοῦ λουτροῦ τοῦ ὕδατος, ἤτοι τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, μὲ τὸν λόγον τῆς ἐπικλήσεως ποὺ συνοδεύει τὸ λουτρὸν τοῦτο.
27 ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ' ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος.
Καὶ ἔτσι, ἀφοῦ τὴν καθαρίσῃ καὶ τὴν ἁγιάσῃ, νὰ τὴν στήσῃ εἰς τὸ πλευρόν του ὡς ἄλλην νύμφην, ἔνδοξον, τὴν Ἐκκλησίαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ λέραν ἡ ζαρωματιὰν ἢ ἄλλο τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ τὴν ἀσχημίζουν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἁγία καὶ ἄμεμπτος.
28 οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ·
Ἔτσι ὀφείλουν οἱ ἄνδρες νὰ ἀγαποῦν τὰς γυναῖκας των σὰν τὰ ἴδιά των σώματα. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ τὴν γυναῖκα του, τὸν ἑαυτόν του ἀγαπᾷ
29 οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ' ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Κύριος τὴν ἐκκλησίαν·
Διότι κανείς ποτὲ δὲν ἐμίσησε τὴν σάρκα του, ἀλλὰ τὴν τρέφει καλὰ καὶ τὴν περιθάλπει, καθὼς καὶ ὁ Κύριος τρέφει καὶ περιθάλπει τὴν Ἐκκλησίαν.
30 ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ·
Καὶ ἐπιμελεῖται ὁ Κύριος τὴν Ἐκκλησίαν, διότι ἡμεῖς, ποὺ τὴν ἀποτελοῦμεν, εἴμεθα μέλη τοῦ σώματός του, ἀπὸ τὴν σάρκα του καὶ ἀπὸ τὰ ὀστᾶ του, ὅπως ἄλλοτε ἡ Εὔα ἦτο ἀπὸ τὰ ὀστᾶ καὶ τὴν σάρκα τοῦ Ἀδάμ.
31 ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.
Ἐπειδὴ δὲ αὐτὴ ἦτο ἡ καταγωγὴ τῆς Εὔας καὶ τόσον στενὸς ὁ σύνδεσμός της πρὸς τὸν Ἀδάμ, ἕνεκα τούτου, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὴν Γραφήν, θὰ ἐγκαταλείψῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα καὶ θὰ προσκολληθῇ πρὸς τὴν γυναῖκα του καὶ θὰ εἶναι οἱ δύο ἐνωμένοι εἰς ἕνα σῶμα.
32 τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
Ἡ ἀλήθεια δὲ αὐτὴ περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἕως τώρα ἦτο ἄγνωστον μυστήριον καὶ μᾶς ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὸν Θεόν, εἶναι μεγάλης σημασίας. Λέγω δὲ τοῦτο ἀναφερόμενος εἰς τὴν πνευματικὴν ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι δηλαδὴ ἐλέχθη εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δημιουργίας περὶ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, τὸ αὐτὸ ἐπληρώθη καὶ ἐπραγματοποιήθη διὰ τῆς μυστικῆς ἑνώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
33 πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ' ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα.
Τὸ ὅτι δὲ ἡ ἕνωσις τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικὸς ἐν τῷ γάμῳ ὑπῆρξε μόνον εἰκὼν τῆς ἑνώσεως τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἐλαττώνει τὰς ὑποχρεώσεις κάθε ἀνδρὸς πρὸς τὴν γυναῖκα του. Ἀλλὰ καὶ καθένας ἀπὸ σᾶς, ὅσοι εἶσθε νυμφευμένοι, ἂς ἀγαπᾷυτὴν γυναῖκα τοῦ ἀκριβῶς ἔτσι, ὅπως ἀγαπᾷ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ δὲ γυναῖκα παραγγέλλω νὰ σέβεται καὶ νὰ τιμᾷ τὸν ἄνδρα της.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα