ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΟΙΔΑΜΕΝ γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Δι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀποκάμνομεν. Διότι γνωρίζομεν καλά, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος κατοικία τῆς ψυχῆς μας, ποὺ εἶναι κατοικία πρόσκαιρος καὶ διαλύεται εὔκολα σὰν σκηνή, ἤτοι τὸ σῶμα μας, γίνῃ ἐρείπιον ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ διαλυθῇ ἀπὸ τὸν θάνατον, ἔχομεν ὡς ἄλλην οἰκοδομήν, ποὺ μᾶς ἑτοιμάζεται ἀπὸ τὸν Θεόν, τὸ νέον ἀθάνατον σῶμα. Αὐτὸ πλέον θὰ εἶναι σπίτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔκτισαν χεῖρες ἀνθρώπινοι, καὶ θὰ εἶναι αἰώνιον εἰς τοὺς οὐρανούς.
2 καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες,
Καὶ ἀληθῶς, ὅσον καιρὸν εὑρισκόμεθα εἰς τὸ φθαρτὸν αὐτὸ σῶμα, στενάζομεν, διότι μὲ πολὺν πόθον ἐπιθυμοῦμεν νὰ φορέσωμεν ἐπάνω μας σὰν ἄλλο ἔνδυμα τὴν μόνιμον κατοικίαν μας, ἡ ὁποία θὰ μᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸν οὐρανόν.
3 εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα.
Καὶ ἐὰν ἀκόμη ὡς ἔνδυμα ἐκλάβωμεν τὸ νέον σῶμα, μιὰ φορὰ ποὺ θὰ φορέσωμεν τὸ ἔνδυμα αὐτό, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν γυμνοί, χωρὶς κάποιο σῶμα.
4 καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ' ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ᾿ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς.
Ἡμεῖς δηλαδή, ὅσοι εἴμεθα εἰς τὸ σῶμα αὐτό, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς σκηνήν, στενάζομεν σὰν νὰ πιεζώμεθα ἀπὸ κάποιο βαρὺ φόρτωμα. Καὶ στενάζομεν, ὄχι διότι θέλομεν νὰ ἐκδυθῶμεν τὸ σῶμα, ἀλλὰ διότι θέλομεν νὰ ἐνδυθῶμεν ἐπάνω μας τὸ οὐράνιον σῶμα, διὰ νὰ καταποθῇ ἡ θνητότης τοῦ σημερινοῦ μας σώματος ἀπὸ τὴν ἄφθαρτον ζωὴν τοῦ ἄλλου.
5 ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος.
Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην βέβαια δύναμιν εἶναι ἀδύνατον αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω. Ἂλλ’ ἐκεῖνος, ποὺ μᾶς ἔπλασε διὰ τὸν σκοπὸν αὐτόν, ἤτοι διὰ νὰ ἐπενδυθῶμεν τὴν ἀφθαρσίαν, δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὡς ἀρραβῶνα καὶ ἐπίσημον ὑπόσχεσιν περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἀφθαρτισθῶμεν, μᾶς ἔδωκε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
6 Θαρροῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου·
Ἔχομεν λοιπὸν θάρρος πάντοτε καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ὅσον καιρὸν μένομεν εἰς τὸ σῶμα, εἴμεθα ξενητευμένοι ἀπὸ τὸν Κύριον.
7 διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους· ~
ἑγὼ ξενητευμένοι, ὄχι διότι εἴμεθα χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Κύριον, ἀλλὰ διότι δὲν τὸν βλέπομεν μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος. Διότι τὴν παροῦσαν ζωὴν τὴν περνῶμεν μὲ πίστιν, χωρὶς νὰ βλέπιομεν κατὰ πρόσωπον τὸν Κύριον.
8 θαρροῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον.
Εἴμεθα δὲ γεμᾶτοι θάρρος καὶ ἐπιθυμοῦμεν πολὺ νὰ ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ να μεταβῶμεν διὰ νὰ μείνωμεν μονίμως πλησίον τοῦ Κυρίου.
9 διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι.
Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ προσπαθοῦμεν μὲ κάθε φιλοτιμίαν, εἴτε εὑρισκόμεθα μέσα εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ τὸ φθαρτὸν καὶ ἐνδημοῦμεν εἰς αὐτό, εἴτε ἀποθνήσκομεν καὶ ἀναχωροῦμεν ἀπὸ τὸ σῶμα, νὰ εἴμεθα εὐάρεστοι εἰς αὐτόν.
10 τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν.
Διότι ὅλοι ἡμεῖς πρέπει νὰ παρουσιασθῶμεν φανεροὶ καὶ ξεσκεπασμένοι ἐμπρὸς εἰς τὸ δικαστικὸν βῆμα τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ ὁ καθένάς μας ἐκεῖνα, ποὺ ἔκαμε μὲ τὸ σῶμα, ἀναλόγως τῶν ὅσων ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἶναι τὸ σύνολον τῶν πράξεών του εἴτε κακόν.
11 Εἰδότες οὖν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι.
Ἐπειδὴ λοιπὸν γνωρίζομεν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου, ποὺ ἐμπνέει τὸ δικαστήριόν του αὐτό, ἐπιχειροῦμεν νὰ πείσωμεν περὶ τῆς εἰλικρινείας μας τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ δὲν μᾶς ξεύρουν, εἴμεθα ὅμως φανεροὶ καὶ ξεσκεπασμένοι ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἐλπίζω δέ, ὅτι ἔχομεν φανερωθῇ καὶ εἰς τὰς συνειδήσεις σας.
12 οὐ γὰρ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ.
Διότι δὲν συσταίνομεν πάλιν τοὺς ἑαυτούς μας εἰς σᾶς, ἀλλὰ μὲ αὐτά, ποὺ γράφομεν, σᾶς δίδομεν ἀφορμὴν νὰ καυχάσθε δι’ ἠμᾶς τοὺς διδασκάλους σας καὶ νὰ ἔχετε θὰ λέγετε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται διὰ πλεονεκτήματα ἐξωτερικὰ καὶ ὄχι δι’ ἐσωτερικὰ προσόντα τῆς καρδίας.
13 εἴτε γὰρ ἐξέστημεν, Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν.
Ἡμεῖς ὅμως κάθε τι ποὺ πράττομεν, τὸ κάνομεν μὲ εἰλικρίνειαν καὶ χωρὶς ἰδιοτέλειαν καὶ συμφεροντολογίαν. Καὶ εἴτε ἐκαταντήσαμεν εἰς τρέλλαν ἐπαινοῦντες τοὺς ἑαυτούς μας, πράττομεν τοῦτο πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ, διότι ἀποβλέπομεν εἰς τὸ νὰ μὴ μειωθῇ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀποστόλου καὶ ἐμποδισθῇ ἡ πρόοδος τοῦ εὐαγγελίου. Εἴτε μέτρια καὶ ταπεινὰ λέγομεν διὰ τοὺς ἑαυτούς μας, τὰ λέγομεν διὰ τὴν ἰδικήν σας ὠφέλειαν, διὰ νὰ διδάσκεσθε δηλαδὴ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά μας τὴν ταπεινοφροσύνην.
14 ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς,
Καὶ ἔχομεν τὰ ἀνιδιοτελῆ αὐτὰ ἐλατήρια, διότι ἡ ἀγάπη, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός, μᾶς σφίγγει ὅλους μαζὶ καὶ μᾶς συγκροτεῖ προσκολλημένους εἰς αὐτόν. Καὶ κρατούμεθα προσκολλημένοι εἰς αὐτόν, διότι μὲ φωτισμένην κρίσιν ἐσχηματίσαμεν πεποίθησιν περὶ τούτου, ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἕνας ὁ Χριστὸς ἀπέθανε δι’ ὅλους ὡς ἀντιπρόσωπός των, ἄρα ὅλοι ἀπέθανον ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ.
15 κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι.
Καὶ ἀπέθανε δι’ ὅλους ὁ Χριστός, ὥστε ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν νὰ μὴ ζοῦν πλέον διὰ τὸν ἑαυτόν τους, ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε καὶ ἀνέστη ὑπὲρ αὐτῶν, πράττοντες πάντοτε τὰ ἀρεστὰ εἰς αὐτόν.
16 Ὣστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν.
Ὥστε ἡμεῖς ἀφ’ ὅτου ἔσχηματίσαμεν τὸ φρόνημα τοῦτο, δὲν λογαριάζομεν κανένα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐξωτερικῶν προσόντων τῆς σαρκός, δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εὐγενοῦς καταγωγῆς του ἢ τοῦ πλούτου του ἢ τῆς κατὰ κόσμον σοφίας ἢ ἐπιρροής του. Ἐὰν δὲ κάποτε, προτοῦ νὰ πιστεύσωμεν, ἐγνωρίσαμεν τὸν Χριστόν, ὅπως τὸν παρουσίαζαν τὸ ταπεινὸν ἐξωτερικόν του καὶ ἡ καταδίκη του, τώρα ὅμως δὲν τὸν γνωρίζομεν πλέον ἔτσι.
17 ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα.
Ἀλλ’ ἐὰν συναπεθάναμεν μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, ἐξάγεται λοιπὸν τὸ συμπέρασμα, ὅτι καθένας, ποὺ εἶναι ἐνωμένος μὲ τὸν Χριστόν, εἶναι νέον δημιούργημα. Ἡ ἀρχαία κατάστασις, τὴν ὁποίαν εἶχε δημιουργήσει ὁ νόμος καὶ ἡ ἁμαρτία, ἐπέρασεν. Ἰδοὺ ἔχουν γίνει ὅλα νέα.
18 τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δόντος ἡμῖν τὴν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς,
Ὅλα δὲ αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐσυμφιλίωσε μὲ τὸν ἑαυτόν του διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους τὴν διακονίαν τῆς συνδιαλλαγῆς. Μᾶς ἀνέθεσε τουτέστι νὰ περιοδεύωμεν καὶ μὲ τὸ κήρυγμά μας νὰ συμφιλιώνωμεν τοὺς ἀνθρώπους μὲ αὐτόν.
19 ὡς ὅτι Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα αὐτῶν, καὶ θέμενος ἐν ἡμῖν τὸν λόγον τῆς καταλλαγῆς.
Ἐννοῶ δηλαδή, ὅτι ὁ Θεὸς ἦτο ἐνωμένος μὲ τὸν Χριστὸν καὶ συνεπῶς ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρξε θάνατος ἀπλοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ Θεανθρώπου. Καὶ αὐτὸς ὁ ἓν τῷ Χριστῷ Θεὸς συνεφιλίωσε τὸν κόσμον πρὸς τὸν ἑαυτόν του, μὴ λογαριάζων εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὰ ἁμαρτήματα των. Καὶ αὐτὸς μᾶς ἀνέθεσε τὸ κήρυγμα τῆς συμφιλιώσεως.
20 Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ·
Ἀντιπροσωπεύοντες λοιπὸν τὸν Χριστὸν ἐνεργοῦμεν ὡς ἀπεσταλμένοί του καὶ ὡς πρεσβευταί του. Διότι ὁ Θεὸς παρακαλεῖ διὰ μέσου ἡμῶν. Παρακαλοῦμεν τοὺς ἀνθρώπους ἐξ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς λέγομεν· Συμφιλιωθῆτε μὲ τὸν Θεόν.
21 τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ.
Εἶναι δὲ εὔκολον νὰ συμφιλιωθῆτε, διότι τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώρισεν ἐκ πείρας ἁμαρτίαν, ἀφῆκεν ὁ Θεὸς νὰ κατακριθῇ ὡς ἁμαρτωλὸς χάριν ἠμῶν, διὰ νὰ γίνωμεν ἠμεῖς δικαιοσύνη Θεοῦ διὰ τῆς ἑνώσεώς μας μετ' αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ).
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα