ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΑΡΧΟΜΕΘΑ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνειν; εἰ μὴ χρῃ£ζομεν ὥς τινες συστατικῶν ἐπιστολῶν πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐξ ὑμῶν συστατικῶν;
Αρχίζομεν πάλιν νὰ συσταίνωμεν τὸν ἑαυτόν μας; Ἢ μήπως χρειαζόμεθα, ὅπως μερικοὶ ἄλλοι, συστατικὰ γράμματα πρὸς σᾶς ἢ νὰ πάρωμεν ἀπὸ σᾶς συστατικὰ πρὸς ἄλλους;
2 ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, ἐγγεγραμμένη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων,
Ἡ συστατική μας ἐπιστολή, ποὺ βεβαιώνει ποῖοι εἴμεθα, εἶσθε σεῖς· ἐπιστολὴ γραμμένη μέσα εἰς τὰς καρδίας μας, ἡ ὁποία παραμένει ἀνεξάλειπτος καὶ γνωρίζεται καὶ ἀναγινώσκεται ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
3 φανερούμενοι ὅτι ἐστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις.
Καὶ γίνεσθε εἰς ὅλους φανεροί, ὅτι εἶσθε ἐπιστολή, ποὺ τὴν ἔγραψεν ὁ Χριστὸς μὲ διακόνους του ἠμᾶς. Καὶ ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ ἔχει γραφῆ ὄχι μὲ μελάνι, ἀλλὰ μὲ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Καὶ ἐγράφη ὄχι εἰς πλάκας λιθίνας, ὅπως ἄλλοτε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος, ἀλλ’ εἰς ἄλλου εἴδους πλάκας, δηλαδὴ εἰς καρδίας σαρκίνας, αἱ ὁποῖαι αἰσθάνονται καὶ κατανοοῦν καὶ ἐγκολπώνονται αὐτά, ποὺ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα γράφει εἰς αὐτάς.
4 Πεποίθησιν δὲ τοιαύτην ἔχομεν διὰ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Θεόν.
Τὴν πεποίθησιν δέ, ὅτι εἶσθε ἐπιστολὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ὑπηρετήθη ἀπὸ ἡμᾶς, καθὼς καὶ τὸ θάρρος ποὺ μᾶς ἐμπνέει αὕτη, τὴν ἔχομεν διὰ μέσου τοῦ Χριστοῦ· καὶ τὴν πηγὴν καὶ τὸ στήριγμά της τὸ ἔχομεν εἰς τὸν Θεόν.
5 οὐχ ὅτι ἱκανοί ἐσμεν ἀφ᾿ ἑαυτῶν λογίσασθαί τι ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ἱκανότης ἡμῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ,
Ὄχι διότι εἴμεθα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας ἱκανοὶ διὰ νὰ λογαριάσωμεν, ὅτι κάτι ἀπὸ αὐτά, ποὺ κατορθώνονται εἰς τὴν ἀποστολικὴν διακονίαν μας προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας καὶ ἀπὸ τὴν δύναμίν μας, ἀλλ’ ἡ ἱκανότης μας εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν.
6 ὃς καὶ ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος· τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ.
Αὐτὸς δὲ καὶ κανένας ἄλλος μᾶς ἔκαμεν ἱκανοὺς νὰ διακονήσωμεν εἰς διαθήκην νέαν. Αὐτὸς μᾶς ἀνέδειξε διακόνους ὄχι νόμου γραπτοῦ, ποὺ ἦτο γράμμα ἀνίσχυρον νὰ μεταδώσῃ ζωήν, ἀλλὰ πνεύματος, ποὺ ζωοποιεῖ. Διότι ὁ γραπτὸς νόμος, ἐπειδὴ δὲν παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν ἐφαρμογήν του, ὁδηγεῖ εἰς τὸν πνευματικὸν θάνατον. Τὸ πνεῦμα ὅμως τῆς Καινῆς Διαθήκης μὲ τὴν χάριν καὶ ἐνίσχυσιν, ποὺ μεταδίδει εἰς τοὺς πιστούς, χορηγεῖ εἰς αὐτοὺς ζωήν.
7 Εἰ δὲ ἡ διακονία τοῦ θανάτου ἐν γράμμασιν ἐντετυπωμένη ἐν λίθοις ἐγενήθη ἐν δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ πρόσωπον Μωϋσέως διὰ τὴν δόξαν τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν καταργουμένην,
Ἐὰν δὲ ἡ διακονία τοῦ νόμου, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὸν θάνατον καὶ εἶχε χαραχθῆ μὲ γράμματα εἰς λίθους, συνωδεύθη μὲ δόξαν, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν οἱ Ἰσραηλῖται νὰ κυττάξουν κατ’ εὐθεῖαν τὸ πρόσωπον τοῦ Μωϋσέως διὰ τὴν λαμπρότητα καὶ δόξαν τοῦ προσώπου του, ἡ ὁποία μ’ ὅλα ταῦτα ἦτο πρόσκαιρος καὶ θὰ κατηργεῖτο μίαν ἡμέραν,
8 πῶς οὐχὶ μᾶλλον ἡ διακονία τοῦ πνεύματος ἔσται ἐν δόξῃ;
πῶς δὲν θὰ εἶναι περισσότερον ἔνδοξος ἡ διακονία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ δίδει εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
9 εἰ γὰρ ἡ διακονία τῆς κατακρίσεως δόξα, πολλῷ μᾶλλον περισσεύει ἡ διακονία τῆς δικαιοσύνης ἐν δόξῃ.
Διότι, ἐὰν ἡ διακονία ἐκείνη, ποὺ κατέληγεν εἰς τὴν κατάκρισιν, ἦτο ἔνδοξος, πολὺ περισσότερον ἡ διακονία αὕτη, ποὺ παρέχει εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν δικαίωσιν καὶ σωτηρίαν, ἔχει ὑπεράφθονον τὴν δόξαν.
10 καὶ γὰρ οὐδὲ δεδόξασται τὸ δεδοξασμένον ἐν τούτῳ τῷ μέρει ἕνεκεν τῆς ὑπερβαλλούσης δόξης.
Πράγματι δὲ ἔχει περισσεύουσαν τὴν δόξαν. Διότι δὲν εἶναι κἂν δόξα ἡ δόξα τοῦ δοξασμένου παλαιοῦ νόμου, ἐὰν ἤθελε συγκριθῆ πρὸς τὴν Καινὴν Διαθήκην ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς δόξης, ποὺ ἔχει ἡ Διαθήκη αὐτή.
11 εἰ γὰρ τὸ καταργούμενον διὰ δόξης, πολλῷ μᾶλλον τὸ μένον ἐν δόξῃ.
Καὶ εἶναι φυσικὸν ἡ δόξα τῆς Καινῆς Διαθήκης νὰ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα. Διότι ἐὰν ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦτο προσωρινὸς καὶ θὰ κατηργεῖτο μίαν ἡμέραν, ἐδοξάσθη, πολὺ περισσότερον εἶναι ἔνδοξος ἡ Καινὴ Διαθήκη, ἡ ὁποία μένει καὶ δὲν θὰ καταργηθῇ ποτέ.
12 Ἔχοντες οὖν τοιαύτην ἐλπίδα πολλῇ παρρησίᾳ χρώμεθα,
Ἔχοντες λοιπὸν μιὰ τέτοια ἐλπίδα, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἔργον, ποὺ ὑπηρετοῦμεν, θὰ παρουσιασθῇ καὶ θὰ λάμψη εἰς τὸ μέλλον ἐνδοξότερον ἀπὸ τὴν διακονίαν τοῦ Μωϋσέως, μεταχειριζόμεθα εἰς τὸ κήρυγμά μας πολλὴν παρρησίαν καὶ ἐλευθερίαν.
13 καὶ οὐ καθάπερ Μωϋσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ πρὸς τὸ μὴ ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ τέλος τοῦ καταργουμένου.
Καὶ δὲν θέτομεν κάλυμμα εἰς τὴν διδασκαλίαν μας διὰ νὰ ἀποκρύψωμεν ἢ συσκιάσωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅπως ὁ Μωϋσῆς ἔθετεν εἰς τὸ πρόσωπόν του κάλυμμα, ποὺ ἐσυμβόλιζεν, ὅτι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἦτο συσκιασμένη ἐμφάνισις τῆς ἀληθείας. Καὶ προετύπωνε τὸ κάλυμμα ἐκεῖνο, ὅτι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραὴλ δὲν θὰ ἠμπορέσουν ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας των νὰ ἀτενίσουν καὶ νὰ ἴδουν τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἦτο τέλος καὶ σκοπός του καταργουμένου νόμου.
14 ἀλλ᾿ ἐπωρώθη τὰ νοήματα αὐτῶν. ἄχρι γὰρ τῆς σήμερον τὸ αὐτὸ κάλυμμα ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῆς παλαιᾶς διαθήκης μένει, μὴ ἀνακαλυπτόμενον ὅτι ἐν Χριστῷ καταργεῖται,
Ἀλλ’ ἐτυφλώθησαν αἱ διάνοιαί των. Διότι μέχρι σήμερον μένει τὸ αὐτὸ κάλυμμα, ὅταν ἀναγινώσκεται ἀπὸ αὐτοὺς ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, καὶ δὲν σηκώνεται τοῦτο, διότι μόνον διὰ τῆς πίστεως καὶ ἑνώσεως μὲ τὸν Χριστὸν καταργεῖται τὸ κάλυμμα αὐτό.
15 ἀλλ᾿ ἕως σήμερον, ἡνίκα ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν κεῖται·
Ἀλλὰ μέχρι σήμερον, ὅταν ἀναγινώσκεται ὁ νόμος τοῦ Μωϋσέως, ὑπάρχει κάλυμμα εἰς τὴν καρδίαν των, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ καταλάβουν, ὅτι πρὸς τὸν Ἰησοῦν τοὺς ὁδηγοῦν ὁ νόμος καί οἱ προφῆται.
16 ἡνίκα δ᾿ ἂν ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα.
Ὅταν δὲ καθένας, ποὺ ἀναγινώσκει τὸν Μωϋσῆν, ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τότε θὰ σηκωθῇ τὸ κάλυμμα καὶ θὰ καταλάβῃ, ὅτι εἰς τὸν Χριστὸν ὡδήγει ὁ νόμος.
17 ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία.
Πράγματι δὲ μὲ τὴν ἐπιστροφήν του πρὸς τὸν Χριστὸν λαμβάνει μέσα του ὁ καθένας μας καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Τὸ Πνεῦμα δὲ εἶναι ὁ Κύριος. Καὶ ὅπου ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν διὰ μέσου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἐλευθερία ἀπὸ τὸ κάλυμμα καὶ τὴν δουλείαν τοῦ νόμου.
18 ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος.
Καὶ ὅλοι ἡμεῖς μὲ ξέσκεπον τὸ πρόσωπον τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ἀνθρώπου, σὰν ἄλλοι καθρέπται πνευματικοὶ δεχόμεθα καὶ ἀντανακλῶμεν τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου. Καὶ ἔτσι μεταμορφωνόμεθα καὶ λαμβάνομεν τὴν αὐτὴν ἔνδοξον εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Καὶ προοδεύομεν ἀπὸ ἕνα βαθμὸν δόξης εἰς ἄλλον βαθμὸν ἀνώτερον, ὅπως εἶναι ἑπόμενον να προοδεύῃ ὁ φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ Κύριος.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα