ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΕΚΡΙΝΑ δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς.
Απεφάσισα δὲ τοῦτο καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Ηὗρα δηλαδὴ καλύτερον καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου νὰ μὴ ἔλθω πάλιν εἰς σᾶς ἀναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς λυπῶ μὲ τοὺς ἐλέγχους μου, ἀλλὰ καὶ σεῖς νὰ μὲ λυπῆτε μὲ τὰς ἀταξίας, ποὺ θὰ βλέπω μεταξύ σας.
2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;
Ὠρισμένως δὲ ἡ ἐγὼ ἢ σεῖς θὰ ἐδοκιμάζαμεν λύπην. Διότι, ἐὰν ἑγὼ μὲ τοὺς ἐλέγχους μου προκαλῶ λύπην μετανοίας εἰς σᾶς, ποῖος ἄλλος μὲ εὐφραίνει παρὰ ἐκεῖνος, ποὺ δέχεται τοὺς ἐλέγχους μου καὶ λυπεῖται ἀπὸ ἑμέ; Ἔτσι ἐὰν ἐγὼ δὲν λυποῦμαι, θὰ λυπῆσθε ὅμως σεῖς.
3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν.
Καὶ σᾶς ἔγραψα ἀκριβῶς τοῦτο εἰς προηγουμένην μου ἐπιστολήν, διὰ νὰ διορθώσετε ἐν τῷ μεταξὺ τὰς ἀταξίας, ὥστε, ἐὰν ἔλθω εἰς Κόρινθον, νὰ τὰ εὕρω ὅλα ἐν τάξει καὶ νὰ μὴ δοκιμάσω λύπην ἐξ αἰτίας ἐκείνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ χαίρω. Ἄλλως τε ἡ λύπη μου θὰ ἐλύπει καὶ σᾶς. Διότι ἔχω δι’ ὅλους σας πεποίθησιν, ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι χαρὰ ὅλων σας.
4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.
Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι διὰ τοὺς ἐλέγχους, ποὺ σᾶς ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολήν μου ἐκείνην, ἐγὼ δὲν ἐδοκίμασα τίποτε. Διότι σᾶς ἔγραψα ἀπὸ πολλὴν θλῖψιν καὶ στενοχώριαν τῆς καρδίας, μὲ δάκρυα πολλά, ὄχι διὰ νὰ λυπηθῆτε, ἀλλὰ διὰ νὰ γνωρίσετε τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ὑπερβολικὰ ἔχω πρὸς σᾶς.
5 Εἰ δέ τις λελύπηκεν, οὐκ ἐμὲ λελύπηκεν, ἀλλά, ἀπὸ μέρους ἵνα μὴ ἐπιβαρῶ, πάντας ὑμᾶς.
Ἐὰν δὲ κάποιος μὲ τὴν σοβαρὰν ἁμαρτίαν του ἔγινε πρόξενος λύπης, αὐτὸς δὲν ἔχει λυπήσει μόνον ἐμέ, ἀλλ’ εἰς κάποιον βαθμὸν ἐλύπησεν ὅλους σας, διὰ να μὴ σᾶς ἐπιβαρύνω μὲ τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐμείνατε ἀδιάφοροι εἰς τὴν παρεκτροπήν του.
6 ἱκανὸν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αὕτη ἡ ὑπὸ τῶν πλειόνων·
Εἶναι ἀρκετὴ εἰς τὸν τοιοῦτον ἡ ἐπίπληξις αὐτή, ποὺ τοῦ ἔγινεν ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους.
7 ὥστε τοὐναντίον μᾶλλον ὑμᾶς χαρίσασθαι καὶ παρακαλέσαι, μήπως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ ὁ τοιοῦτος.
Ὥστε τώρα χρειάζεται ἡ ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπίπληξιν συμπεριφορά. Πρέπει μᾶλλον σεῖς νὰ τοῦ δώσετε τώρα χάριν καὶ συγγνώμην καὶ νὰ τὸν παρηγορήσετε, μήπως ἕνεκα τῆς ὑπερβολικῆς λύπης ἀπελπισθῇ οὗτος καὶ τὸν καταπίῃ ὁ διάβολος.
8 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς κυρῶσαι εἰς αὐτὸν ἀγάπην.
Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ δείξετε δημοσίᾳ εἰς αὐτὸν ἀγάπην πραγματικὴν καὶ βεβαίαν.
9 εἰς τοῦτο γὰρ καὶ ἔγραψα, ἵνα γνῶ τὴν δοκιμὴν ὑμῶν, εἰ εἰς πάντα ὑπήκοοί ἐστε.
Διότι δι’ αὐτὸ καὶ σᾶς ἔγραψα εἰς τὴν προηγουμένην μου ἐπιστολήν, διὰ νὰ γνωρίσω τὴν δοκιμασμένην πρόοδόν σας, ἐὰν εἰς ὅλα ἔχετε ὑπακοήν. Καὶ τὴν ἐδείξατε, ὅταν ἀπεκόψατε τὸν παρεκτραπέντα, ὅπως καὶ τώρα θὰ τὴν δείξετε δεχόμενοι πάλιν αὐτόν.
10 ᾧ δέ τι χαρίζεσθε, καὶ ἐγώ· καὶ γὰρ ἐγὼ εἴ τι κεχάρισμαι ᾧ κεχάρισμαι, δι᾿ ὑμᾶς ἐν προσώπῳ Χριστοῦ,
Εἰς ὅποιον δὲ παρέχετε χάριν καὶ συγγνώμην εἰς κάτι, δίδω καὶ ἑγὼ χάριν. Διότι καὶ ἐγώ, ἂν ἔχω χαρίσει κάτι, εἰς ὅποιον τὸ ἔχω χαρίσει, διὰ σᾶς τὸ ἐχάρισα ὑπὸ τὰ βλέμματα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸν αἰσθάνομαι νὰ μὲ παρακολουθῇ.
11 ἵνα μὴ πλεονεκτηθῶμεν ὑπὸ τοῦ σατανᾶ· οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν.
Δηλαδὴ πρὸς πνευματικὴν ὠφέλειαν καὶ πρὸς δόξαν τοῦ Χριστοῦ ἔκαμα τὴν χάριν αὐτήν, διὰ νὰ μὴ νικηθῶμεν μὲ ἀπάτην ἀπὸ τὸν σατανᾶν. Λέγω δὲ μὲ ἀπάτην τοῦ σατανᾶ, διότι γνωρίζομεν τὰς δολίας ἐπινοήσεις του.
12 Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν Τρῳάδα εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, καὶ θύρας μοι ἀνεῳγμένης ἐν Κυρίῳ,
Σᾶς εἶπα, ὅτι εἰς τὴν Ἀσίαν ἐδοκίμασα πειρασμοὺς καὶ θλίψεις. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἔφυγα ἀπ’ ἐκεῖ, ἄλλου εἴδους θλῖψις μὲ εὗρεν. Ὅταν δηλαδὴ ἦλθα εἰς τὴν Τρῳάδα διὰ νὰ κηρύξω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐνῶ ἐκεῖ μοῦ εἶχε ἀνοιχθῆ θύρα καὶ εὐκαιρία διὰ τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου,
13 οὐκ ἔσχηκα ἄνεσιν τῷ πνεύματί μου τοῦ μὴ εὑρεῖν με Τίτον τὸν ἀδελφόν μου, ἀλλὰ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἐξῆλθον εἰς Μακεδονίαν.
δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἔχω ἀνακούφισιν καὶ ἀνάπαυσιν εἰς τὸ πνεῦμα μου, ἐπειδὴ δὲν εὗρον τὸν Τίτον τὸν ἀδελφόν μου, ποὺ τὸν ἐπερίμενα νὰ μοῦ φέρῃ ἐκεῖ εἰδήσεις ἀπὸ σᾶς. Δὲν ἔμεινα λοιπὸν ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀφοῦ τοὺς ἀπεχαιρέτησα, ἐβγῆκα καὶ ἐπῆγα εἰς Μακεδονίαν, ὅπου ἔλαβα τὰς εὐχαρίστους αὐτὰς εἰδήσεις.
14 Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ·
Εὐχαριστία δὲ ὀφείλεται εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος νικῶν καὶ θριαμβεύουν περιφέρει καὶ ἡμᾶς πάντοτε εἰς τὸν θρίαμβόν του, ὡς διακόνους τῆς νίκης του, ποὺ συντελεῖται διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸ εὐαγγέλιόν του.Ὁ Θεὸς κατὰ τὴν θριαμβευτικὴν αὐτὴν πορείαν τοῦ εὐαγγελίου του φανερώνει διὰ μέσου ἡμῶν τὴν εὐωδίαν τῆς γνώσεώς του εἰς κάθε τόπον.
15 ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις,
Διότι πράγματι ἠμεῖς οἰ ἀπόστολοι καὶ κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου εἴμεθα Χριστοῦ εὐωδία, εὐχάριστος εἰς τὸν Θεόν· εὐωδία δὲ μεταξὺ τῶν σωζομένων, καθὼς καὶ μεταξὺ ἐκείνων ποὺ καταδικάζονται εἰς αἰωνίαν ἀπώλειαν.
16 οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός;
Εἰς ἄλλους μὲν μυρωδιὰ θανατηφόρος, ποὺ φέρει θάνατον, εἰς ἄλλους δὲ μυρωδιὰ ζωηφόρος ποὺ παρέχει ζωήν. Καὶ ποῖος εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ κατορθώματα καὶ ἀποτελέσματα αὐτά; Ὄντως κανεὶς ἄλλος παρὰ μόνος ὁ Θεός.
17 οὐ γάρ ἐσμεν ὡς οἱ λοιποὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ Θεοῦ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν.
Ἂς καυχῶνται ἄλλοι, ὅτι τάχα εἶναι ἱκανοί. Ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴμεθα σὰν τοὺς πολλούς, ποὺ ἐμπορεύονται τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξ ἰδιοτελείας τὸν νοθεύουν. Ἀλλὰ κηρύττομεν, ὅπως κηρύττει καθένας ποὺ κινεῖται ἀπὸ εἰλικρίνειαν καὶ ἄδολον ἐνδιαφέρον ὅπως ὁμιλεῖ ἕνας ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν Θεόν, ἔτσι ὁμιλοῦμεν ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, ἐνωμένοι ἀχώριστα μὲ τὸν Χριστόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα