ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΚΑΥΧΑΣΘΑΙ δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου.
Νὰ σᾶς ὁμιλήσω λοιπὸν καὶ δι’ ἄλλους διωγμούς μου, δὲν μὲ συμφέρει νὰ καυχῶμαι. Παύω διὰ τοῦτο νὰ ὁμιλῶ περὶ τῶν διωγμῶν καὶ τῶν ἄλλων κόπων μου, διότι ἄλλως τε θὰ ἔλθω εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀπὸ τὸν Κύριον.
2 οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ.
Γνωρίζω ἄνθρωπον, ποὺ εὑρίσκεται εἰς στενὴν σχέσιν καὶ ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Χριστόν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πρὸ δεκατεσσάρων ἐτῶν, εἴτε ἦτο εἰς τὸ σῶμα του κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, εἴτε ἦτο εἰς ἔκστασιν ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του, δὲν γνωρίζω.Ὁ Θεὸς ἠξεύρει. Γνωρίζω μόνον ὅτι ἡρπάγῃ ὁ τοιοῦτος καὶ ἐσηκώθη ἕως τὸν τρίτον οὐρανόν, ποὺ διαμένουν αἱ ἀγγελικαὶ δυνάμεις.
3 καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν·
Καὶ γνωρίζω, ὅτι ὁ τοιοῦτος ἄνθρωπος (εἴτε μὲ τὸ σῶμα του, εἴτε ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του μὲ μόνην τὴν ψυχήν του δὲν γνωρίζω· ὁ Θεὸς γνωρίζει)
4 ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.
ἡρπάγη εἰς τὸν Παράδεισον καὶ ἤκουσε λόγους, ποὺ γλῶσσα ἀνθρωπίνη δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τοὺς εἴπη, καὶ τοὺς ὁποίους διὰ τὴν ἱερότητά των δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἄνθρωπον νὰ τοὺς εἴπῃ.
5 ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου.
Διὰ τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον θὰ καυχηθῶ. Δὲν εἶναι ὁ συνήθης Παῦλος αὐτός, ἀλλὰ ἄλλος Παῦλος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἔδωκε χάριτας. Διὰ τὸν ἑαυτόν μου ὅμως δὲν θὰ καυχηθῶ παρὰ μόνον εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς μου, ὅπου δεικνύεται ἡ ἀσθένειά μου, ἀλλὰ καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν μὲ ἀφίνει νὰ καταβληθῶ.
6 ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ.
Μόνον διὰ τὰς ἀσθενείας μου αὐτὰς θὰ καυχηθῶ καὶ ὄχι διὰ τὰς ἐπιτυχίας καὶ τὴν δρᾶσιν μου. Διότι, ἐὰν θελήσω καὶ δι' αὐτὰ νὰ καυχηθῶ, δὲν θὰ εἶμαι ἄφρων καὶ ἀνόητος, διότι θὰ εἴπω ἀλήθειαν. Δυσκολεύομαι ὅμως νὰ καυχηθῶ, διὰ νὰ μὴ μοῦ λογαριάσῃ κανεὶς παραπάνω ἀπ’ ἐκεῖνο, ποὺ βλέπει εἰς ἑμὲ ἢ ἀκούει ἀπὸ ἑμέ.
7 Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι.
Καὶ ἕνεκα τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἀποκαλύψεων ἐπέτρεψεν ὁ Θεὸς καὶ μοῦ ἐδόθη ξύλον ἀκανθωτὸν εἰς τὸ σῶμα, ἀρρώστια ἀθεράπευτος, ἄγγελος τοῦ σατανᾶ διὰ νὰ μὲ κτυπᾶ κατὰ πρόσωπον καὶ μὲ ταλαιπωρῇ, διά νὰ μὴ ὑπερηφανεύωμαι.
8 ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ·
Διὰ τὸν πειρασμὸν αὐτὸν τρεῖς φορὰς παρεκάλεσα τὸν Κύριον νὰ μοῦ τὸν ἀπομακρύνῃ.
9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ μοῦ ἔχει εἴπει ὁ Κύριος· Σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρις ποὺ σοῦ δίδω. Διότι ἡ δύναμίς μου ἀναδεικνύεται τελεία, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενὴς καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσίν μου κατορθώνῃ μεγάλα καὶ θαυμαστά. Πάρα πολὺ εὐχαρίστως λοιπὸν θὰ καυχῶμαι περισσότερον εἰς τὰς ἀσθενείας μου, διὰ νὰ κατοικήσῃ μέσα μου ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.
10 διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι.
Διὰ τοῦτο εὐφραίνομαι εἰς ἀσθενείας, εἰς ὕβρεις, εἰς ἀνάγκας, εἰς διωγμούς, εἰς στενοχωρίας, ὅταν ὑποφέρω ταῦτα πρὸς δόξαν τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὅταν μὲ τὰς θλίψεις καὶ περιπετείας παρουσιάζομαι ἑξαιρετικῶς ἀσθενής, τότε εἶμαι δυνατός, διότι μοῦ δίδει τότε ὁ Θεὸς περισσοτέραν χάριν.
11 Γέγονα ἄφρων καυχώμενος! ὑμεῖς με ἠναγκάσατε. ἐγὼ γὰρ ὤφειλον ὑφ᾿ ὑμῶν συνίστασθαι· οὐδὲν γὰρ ὑστέρησα τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων, εἰ καὶ οὐδέν εἰμι.
Ἔγινα ἀνόητος μὲ τὰς καυχήσεις μου αὐτάς! Ἀλλὰ σεῖς μὲ ἠναγκάσατε νὰ γίνω. Διότι ἑγὼ ἐδικαιούμην νὰ συσταίνωμαι ἀπὸ σᾶς καὶ ὄχι νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς συστήσω τὸν ἑαυτόν μου. Καὶ ἐδικαιούμην νὰ συσταίνωμαι ἀπὸ σᾶς, διότι εἰς τίποτε δὲν ἀπεδείχθην κατώτερος ἀπὸ τοὺς περισσότερον ἐπιφανεῖς ἀποστόλους, ἂν καὶ χωρὶς τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δὲν εἶμαι τίποτε.
12 τὰ μὲν σημεῖα τοῦ ἀποστόλου κατειργάσθη ἐν ὑμῖν ἐν πάσῃ ὑπομονῇ, ἐν σημείοις καὶ τέρασι καὶ δυνάμεσι.
Ὅλαι αἱ ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι πιστοποιοῦν ὅτι αὐτὸς ποὺ τὰς παρουσιάζει εἶναι Ἀπόστολος, συνετελέσθησαν μεταξύ σας ἀπὸ ἑμὲ μὲ πᾶσαν ὑπομονὴν καὶ μὲ θαύματα διάφορα, δηλαδὴ μὲ σημεῖα, μὲ τέρατα καὶ μὲ δυνάμεις.
13 τί γάρ ἐστιν ὃ ἡττήθητε ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας, εἰ μὴ ὅτι αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν; χαρίσασθέ μοι τὴν ἀδικίαν ταύτην.
Διότι, τί εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἐδείχθητε κατώτεροι ἀπὸ τὰς ἄλλας Ἐκκλησίας, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἑγὼ δὲν σᾶς ἐπεβάρυνα μὲ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεώς μου; Συγχωρήσατέ μου τὴν ἀδικίαν αὐτήν.
14 Ἰδοὺ τρίτον ἑτοίμως ἔχω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐ καταναρκήσω ὑμῶν· οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλὰ ὑμᾶς. οὐ γὰρ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσιν θησαυρίζειν, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις.
Ἰδοὺ διὰ τρίτην φορὰν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἔλθω πρὸς σᾶς καὶ δὲν θὰ σᾶς ἐπιβαρύνω. Διότι δὲν ζητῶ τὰ ἰδικά σας, ἀλλὰ σᾶς τοὺς ἰδίους, διὰ νὰ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὴν σωτηρίαν. Καὶ δὲν ζητῶ τὰ χρήματά σας, διότι δὲν ὑποχρεοῦνται τὰ τέκνα νὰ θησαυρίζουν διὰ τοὺς γονεῖς, ἀλλ’ οἱ γονεῖς διὰ τὰ τέκνα.
15 ἐγὼ δὲ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, εἰ καὶ περισσοτέρως ὑμᾶς ἀγαπῶν ἧττον ἀγαπῶμαι.
Ἑγὼ ὅμως θὰ πράξω καὶ κάτι περισσότερον. Λίαν εὐχαρίστως θὰ δαπανήσω χρήματα, ἀλλὰ καὶ ἑγὼ ὁ ἴδιος θὰ δαπανηθῶ ἐξ ὁλοκλήρου χάριν τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν σας. Καίτοι, ἐνῷ ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ ἀσυγκρίτως περισσότερον, κατὰ πολὺ ὀλιγώτερον ἀγαπῶμαι ἀπὸ σᾶς.
16 Ἔστω δέ, ἐγὼ οὐ κατεβάρησα ὑμᾶς, ἀλλ᾿ ὑπάρχων πανοῦργος δόλῳ ὑμᾶς ἔλαβον.
Ἔστω δέ, καθὼς λέγουν οἱ ψευδοδιδάσκαλοι, ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν σᾶς ἐπεβάρυνα, ἀλλὰ διότι εἶμαι φύσει πανοῦργος, μὲ δόλον σᾶς ἐπιασα εἰς τὰ δίκτυά μου.
17 μή τινα ὧν ἀπέσταλκα πρὸς ὑμᾶς, δι᾿ αὐτοῦ ἐπλεονέκτησα ὑμᾶς;
Εἰς τί σᾶς ἐδολιεύθην; Μήπως διὰ μέσου κανενὸς ἄλλου ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ σᾶς ἔχω ἀποστείλει, σᾶς ἐξεμεταλλεύθην καὶ σᾶς ἐπῆρα πλεονεκτικῶς χρήματα;
18 παρεκάλεσα Τίτον καὶ συναπέστειλα τὸν ἀδελφόν· μήτι ἐπλεονέκτησεν ὑμᾶς Τίτος; οὐ τῷ αὐτῷ πνεύματι περιεπατήσαμεν; οὐ τοῖς αὐτοῖς ἴχνεσι;
Παρεκάλεσα τὸν Τίτον νὰ ἔλθῃ εἰς Κόρινθον καὶ ἔστειλα μαζί του τὸν γνωστόν σας ἀδελφόν. Μήπως ὁ Τίτος σᾶς ἐξεμεταλλεύθη εἰς τίποτε; Δὲν συμπεριεφέρθημεν ὅλοι μας μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα καὶ φρόνημα καὶ μὲ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα; Δὲν ἐβαδίσαμεν ὅλοι εἰς τὰ αὐτὰ ἀχνάρια;
19 Πάλιν δοκεῖτε ὅτι ὑμῖν ἀπολογούμεθα; κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν· τὰ δὲ πάντα, ἀγαπητοί, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν οἰκοδομῆς.
Πάλιν νομίζετε, ὅτι μὲ αὐτὰ ζητοῦμεν νὰ ἀπολογηθῶμεν εἰς σᾶς; Ὄχι· σεῖς δὲν ἔχετε ἁρμοδιότητα νὰ μᾶς κρίνετε καὶ νὰ μᾶς δικάσετε. Ἀλλ’ ὁμιλοῦμεν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὸν Χριστόν. Τὰ λέγομεν δὲ ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί, χάριν τῆς πνευματικῆς σας ὠφελείας καὶ οἰκοδομῆς.
20 φοβοῦμαι γὰρ μήπως ἐλθὼν οὐχ οἵους θέλω εὕρω ὑμᾶς, κἀγὼ εὑρεθῶ ὑμῖν οἷον οὐ θέλετε, μήπως ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, καταλαλιαί, ψιθυρισμοί, φυσιώσεις, ἀκαταστασίαι,
Σᾶς γράφω αὐτά, διότι φοβοῦμαι, μήπως ὅταν ἔλθω δὲν σᾶς εὕρω ὅποιους θέλω νὰ σᾶς εὕρω, καὶ κατ’ ἀνάγκην εὑρεθῶ καὶ ἑγὼ εἰς σᾶς τέτοιος, ὁποῖον δὲν μὲ θέλετε. Δηλαδὴ φοβοῦμαι μήπως εὕρω νὰ ὑπάρχουν μεταξύ σας ἔριδες, φθόνοι, θυμοί, φιλονεικίαι, καταλαλιαί, κρυφομιλήματα εἰς βάρος τοῦ πλησίον, ἀλαζονεῖαι, ἀκαταστασίαι.
21 μὴ πάλιν ἐλθόντα με ταπεινώσῃ ὁ Θεός μου πρὸς ὑμᾶς καὶ πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ πορνείᾳ καὶ ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν.
Φοβοῦμαι μήπως, ὅταν ἔλθω πρὸς σᾶς, μὲ ταπεινώσῃ πάλιν ὁ Θεός, ὅπως μὲ ἐταπείνωσε καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ταξίδιον καὶ πενθήσω πολλοὺς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν τυχὸν ἁμαρτήσει πρὸ τοῦ νέου τούτου ταξιδίου μου καὶ δὲν μετενόησαν διὰ τὴν ἀκαθαρσίαν καὶ πορνείαν καὶ ἀσέλγειαν, τὴν ὁποίαν ἔπραξαν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα