ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΟΦΕΛΟΝ ἀνείχεσθέ μου μικρὸν τῇ ἀφροσύνῃ· ἀλλὰ καὶ ἀνέχεσθέ μου·
Εἴθε νὰ μοῦ ἐδείχνατε ἀνοχὴν εἰς κάποιαν μικρὰν ἀνοησίαν, ποὺ θὰ κάμω διηγούμενος τὰ ὅσα ὁ Κύριος κατώρθωσε δι’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μὲ ἀνέχεσθε.
2 ζηλῶ γὰρ ὑμᾶς Θεοῦ ζήλῳ· ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ·
Διότι σᾶς ἀγαπῶ μὲ ζηλοτυπίαν, σὰν ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ πανάγαθος Θεὸς ἀγαπᾷ τοὺς ἀνθρώπους. Σᾶς ζηλοτυπῶ δὲ ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ διὰ τὸν Χριστόν. Διότι σᾶς ἠρραβώνισα πρὸς ἕνα ἄνδρα, πρὸς τὸν Χριστόν, διὰ να σᾶς παρουσιάσω παρθένον ἁγνὴν εἰς αὐτόν. Δηλαδὴ να παρουσιάσω τὰς ψυχάς σας ἁγνὰς καὶ καθαρὰς ἀπὸ κάθε πλάνην καὶ ἁμαρτίαν, ἐνωμένας μὲ τὴν πίστιν καὶ ἀγάπην εἰς μίαν πνευματικὴν νύμφην, τῆς ὁποίας νυμφίος νὰ εἶναι ὁ Χριστός.
3 φοβοῦμαι δὲ μήπως, ὡς ὁ ὄφις Εὔαν ἐξηπάτησεν ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτοῦ, οὕτω φθαρῇ τὰ νοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἁπλότητος τῆς εἰς τὸν Χριστόν.
Φοβοῦμαι ὅμως μήπως, ὅπως τὸ φίδι ἐξηπάτησεν ἄλλοτε μὲ τὴν πανουργίαν του τὴν Εὔαν, ἔτσι διαφθαροῦν αἱ σκέψεις σας καὶ χάσετε τὴν εἰλικρίνειαν καὶ καθαρότητα, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν να ἔχωμεν πρὸς τὸν νυμφίον μας Χριστόν.
4 εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνείχεσθε.
Ἔχω δὲ τὸν φόβον αὐτόν, διότι παρουσιάζεσθε πρόθυμοι νὰ ἀκούετε καὶ ἄλλους ἀδοκιμάστους διδασκάλους, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔπρεπε να ἦσθε διατακτικοί. Διότι, ἐὰν μὲν ἐκεῖνος, ποὺ σᾶς ἔρχεται ὡς διδάσκαλος, κηρύσσῃ ἄλλον Ἰησοῦν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς δὲν σᾶς ἐκηρύξαμεν, ἢ ἐὰν λαμβάνετε μὲ τὸ κήυγμά του ἄλλα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλάβατε ἢ ἄλλο εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠκούσατε καὶ δὲν ἐδέχθητε, καλῶς θὰ ἠνείχεσθε νὰ σᾶς διδάξῃ αὐτὸς ὁ ξένος.
5 λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων.
Τώρα ὅμως ποῖος λόγος ὑπάρχει νὰ τὸν ἀνέχεσθε; Κανείς. Διότι φρονῶ, ὅτι ἑγὼ ὁ διδάσκαλος καὶ ἀπόστολός σας δὲν ἔχω ὑστερήσει καὶ ὑπολειφθῇ εἰς τίποτε ἀπὸ τοὺς ἐξαιρετικὰ διακεκριμένους ἀποστόλους.
6 εἰ δὲ καὶ ἰδιώτης τῷ λόγῳ, ἀλλ᾿ οὐ τῇ γνώσει, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ φανερωθέντες ἐν πᾶσιν εἰς ὑμᾶς.
Καὶ ἐὰν δὲ παραδεχθῶ, ὅτι εἶμαι ἄπειρος κατὰ τὸν λόγον καὶ τὸ ὕφος μου στερεῖται γλαφυρότητα καὶ κάλλος, δὲν εἶμαι ὅμως ἄπειρος κατὰ τὴν γνῶσιν, ἀλλ’ εἰς κάθε περίστασιν καὶ διδασκαλίαν καὶ ἐνέργειάν μας ἐφανερώθημεν εἰς τὰς πρὸς σᾶς σχέσεις μας ἴσοι πρὸς τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους.
7 Ἢ ἁμαρτίαν ἐποίησα ἐμαυτὸν ταπεινῶν ἵνα ὑμεῖς ὑψωθῆτε, ὅτι δωρεὰν τὸ τοῦ Θεοῦ εὐαγγέλιον εὐηγγελισάμην ὑμῖν;
Ἢ μήπως διέπραξα ἁμαρτίαν, ὅταν ἐζήτουν μὲ τὴν ἐργασίαν μου νὰ κερδήσω τὴν συντήρησίν μου καὶ ἐταπείνωσα ἔτσι τὸν ἑαυτόν μου διὰ νὰ ἀπαλλαγῆτε σεῖς ἀπὸ τὴν πλάνην τῆς εἰδωλολατρείας καὶ ὑψωθῆτε πνευματικῶς; Ἡμάρτησα, διότι δωρεὰν σᾶς ἐκήρυξα τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ;
8 ἄλλας ἐκκλησίας ἐσύλησα λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν ὑμῶν διακονίαν, καὶ παρὼν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐδενός·
Ἄλλας Ἐκκλησίας ἐλαφυραγώγησα καὶ ἐπῆρα ἀπὸ αὐτὰς τὴν συντήρησίν μου διὰ νὰ ὑπηρετήσω σᾶς. Καὶ ὅταν ἤμην παρὼν μεταξύ σας καὶ ἐδοκίμασα στερήσεις, δὲν ἐπεβάρυνα κανένα.
9 τὸ γὰρ ὑστέρημά μου προσανεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας· καὶ ἐν παντὶ ἀβαρῆ ὑμῖν ἐμαυτὸν ἐτήρησα καὶ τηρήσω.
Διότι, ὅσα μοῦ ἔλειπαν διὰ τὴν συντήρησίν μου, μοῦ τὰ συνεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοί, ὅταν ἦλθαν ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν. Καὶ εἰς κάθε τι ἐφυλάχθην νὰ μὴ σᾶς γίνω βάρος καὶ θὰ φυλαχθῶ ἔτσι καὶ εἰς τὸ μέλλον.
10 ἔστιν ἀλήθεια Χριστοῦ ἐν ἐμοὶ ὅτι ἡ καύχησις αὕτη οὐ φραγήσεται εἰς ἐμὲ ἐν τοῖς κλίμασι τῆς Ἀχαΐας.
Ἔχω μέσα μου τὴν ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι δὲν ψεύδομαι. Σᾶς βεβαιῶ λοιπὸν ὅτι ἡ καύχησίς μου αὐτή, ὅτι δὲν σᾶς ἔγινα βάρος, δὲν θὰ ἀποστομωθῇ, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἑμέ, εἰς τὰ μέρη τῆς Ἀχαΐας.
11 διατί; ὅτι οὐκ ἀγαπῶ ὑμᾶς; ὁ Θεὸς οἶδεν·
Διατὶ δὲν θὰ φραχθῇ καὶ δὲν θὰ ἀποστομωθῇ; Μήπως, ἐπειδὴ δὲν σᾶς ἀγαπῶ; Ὁ Θεὸς ἠξεύρει, ὅτι σᾶς ἀγαπῶ.
12 ὃ δὲ ποιῶ, καὶ ποιήσω, ἵνα ἐκκόψω τὴν ἀφορμὴν τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα ἐν ᾧ καυχῶνται εὑρεθῶσι καθὼς καὶ ἡμεῖς.
Αὐτὸ δὲ ποὺ κάνω ἕως τώρα ἀποφεύγων νὰ ἐπιβαρύνω ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους κηρύττω, θὰ ἑξακολουθήσω νὰ τὸ πράττω. Καὶ θὰ κηρύττω δωρεὰν τὸ εὐαγγέλιον, διὰ νὰ κόψω τελείως τὴν ἀφορμὴν ἐκείνων, ποὺ θέλουν ἀφορμήν, διὰ νὰ ἐξισώνουν εἰς τὰς καυχησιολογίας των τὸν ἑαυτὸν των μὲ ἠμᾶς, ὥστε, ὅταν σᾶς ἐκμεταλλεύωνται, νὰ εὐρεθοῦν, ὅτι εἶναι καθὼς εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, διότι θὰ λέγουν, ὅτι καὶ ἡμεῖς λαμβάνομεν ἀπὸ σᾶς.
13 οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ.
Καὶ θέλω νὰ τοὺς ἀποκλείσω τὸ δικαίωμα νὰ λέγουν, ὅτι εἶναι σὰν καὶ μᾶς, διότι τοῦ εἴδους αὐτοῦ οἱ κήρυκες εἶναι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, ποὺ ὑποκριτικὰ παίρνουν τὸ ἐξωτερικὸν σχῆμα καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ.
14 καὶ οὐ θαυμαστόν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός.
Καὶ δὲν εἶναι παράδοξον αὐτὸ διότι καὶ αὐτὸς ὁ σατανᾶς μεταβάλλεται κατὰ τὸ ἐξωτερικὸν σχῆμα εἰς ἄγγελον φωτός.
15 οὐ μέγα οὖν εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν.
Δὲν εἶναι λοιπὸν μεγάλο πρᾶγμα, ἐὰν καὶ οἱ ὑπηρέται του ἀλλάζουν σχῆμα καὶ παρουσιάζονται σὰν ὑπηρέται δικαιοσύνης. Τὸ τέλος των ὅμως θὰ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ ἔργα των.
16 Πάλιν λέγω, μὴ τίς με δόξῃ ἄφρονα εἶναι· εἰ δὲ μή γε, κἂν ὡς ἄφρονα δέξασθέ με, ἵνα κἀγὼ μικρόν τι καυχήσωμαι.
Πάλιν λέγω ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς εἶπα προηγουμένως. Δηλαδὴ σᾶς λέγω, μὴ μὲ νομίσῃ κανεὶς ἀπὸ σᾶς, ὅτι εἶμαι ἄφρων καὶ ἀνόητος, ἐπειδὴ θὰ ἐπαινέσω τὸν ἑαυτόν μου. Ἐὰν ὅμως δὲν πείθεσθε, ἔστω ἐκλάβετέ με ὡς ἀνόητον, διὰ νὰ καυχηθῶ καὶ ἐγὼ ὀλίγον τι.
17 ὃ λαλῶ οὐ λαλῶ κατὰ Κύριον, ἀλλ᾿ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν ταύτῃ τῇ ὑποστάσει τῆς καυχήσεως.
Ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἴπω ἐπαινῶν τὸν ἑαυτόν μου, δὲν θὰ τὸ εἴπω ὡς δοῦλος ταπεινὸς τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπω σὰν νὰ ἔγινα ἄφρων καὶ ἀνόητος ἀπὸ τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ἔχω καὶ ἑγὼ δικαίωμα νὰ καυχῶμαι.
18 ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν σάρκα, κἀγὼ καυχήσομαι.
Ἀφοῦ πολλοὶ καυχῶνται διὰ προτερήματα τοῦ ἐξωτερικοῦ των ἀνθρώπου, θὰ καυχηθῶ καὶ ἐγώ.
19 ἡδέως γὰρ ἀνέχεσθε τῶν ἀφρόνων φρόνιμοι ὄντες·
Καὶ θὰ καυχηθῶ, διότι μὲ μεγάλην εὐχαρίστησιν ἀνέχεσθε τοὺς ἄφρονας καὶ ἀνοήτους, μολονότι εἶσθε φρόνιμοι.
20 ἀνέχεσθε γὰρ εἴ τις ὑμᾶς καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς εἰς πρόσωπον δέρει.
Καὶ λέγω μὲ μεγάλην εὐχαρίστησιν, διότι ἀνέχεσθε, ἐὰν κανεὶς σᾶς καταδουλώνῃ, ἐὰν κανεὶς σᾶς κατατρώγῃ καὶ σᾶς ἐκμεταλλεύεται, ἐὰν κανεὶς σᾶς συλλαμβάνῃ σὰν τὰ πουλιὰ εἰς τὴν παγίδα, ἐὰν κανεὶς ὑψώνεται δεσποτικῶς ἐπάνω ἀπὸ σᾶς, ἐὰν κανεὶς σᾶς δέρνῃ κατὰ πρόσωπον.
21 κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν. ἐν ᾧ δ' ἄν τις τολμᾷ, ἐν ἀφροσύνῃ λέγω, τολμῶ κἀγώ.
Μὲ ἐντροπήν μου τὸ λέγω, σὰν νὰ ὑπήρξαμεν ἡμεῖς ἀσθενεῖς καὶ νὰ μὴ ἠμποροῦσαμεν νὰ σᾶς κάμωμεν, ὅ,τι σᾶς ἔκαμαν ἐκεῖνοι. Μάθετε ὅμως, ὅτι εἰς ὀ,τιδήποτε καὶ ἂν τολμᾷ νὰ καυχηθῇ κανεὶς -διαπράττω ἀφροσύνην ποὺ τὸ λέγω - τολμῶ καὶ ἑγὼ νὰ καυχηθῶ.
22 Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραάμ εἰσι; κἀγώ·
Διὰ ποῖον προτέρημα καὶ προσὸν καυχῶνται; Εἶναι Ἑβραῖοι; Καὶ ἑγὼ εἶμαι Ἑβραῖος καὶ ὁμιλῶ τὴν ἀραμαϊκήν. Καυχῶνται ὅτι εἶναι Ἰσραηλῖται; Εἶμαι καὶ ἑγὼ ἀπόγονος τοῦ Ἰσραήλ. Καυχῶνται ὅτι εἶναι ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ; Εἶμαι καὶ ἑγώ.
23 διάκονοι Χριστοῦ εἰσι; παραφρονῶν λαλῶ, ὑπὲρ ἐγώ· ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις·
Καυχῶνται ὅτι εἶναι διάκονοι Χριστοῦ; Καὶ ἐὰν παραδεχθῶ ὅτι εἶναι - ὁμιλῶ σὰν παράφρων ἐγὼ εἶμαι παραπάνω ἀπὸ αὐτοὺς διάκονος τοῦ Χριστοῦ. Ὑπεβλήθην εἰς κόπους περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἐπερίμενε κανείς· ὑπέστην εἰς τὸ σῶμα μου κτυπήματα καὶ πληγὰς ὑπερβολικάς· ἐρρίφθην εἰς φυλακὰς περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον διέτρεξα πολλὰς φορὰς κινδύνους νὰ θανατωθῶ.
24 ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον,
Ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους πέντε φορὰς ἐμαστιγώθην μὲ τεσσαράκοντα παρὰ μίαν μαστιγώσεις.
25 τρὶς ἐρραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθημερὸν ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα·
Τρεῖς φορὰς ἐρραβδίσθην, μίαν φορὰν ἐλιθοβολήθην, τρεῖς φορὰς ὑπέστην ναυάγιον, ἐπὶ ἐν ἡμερονύκτιον ἔμεινα εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος καὶ μὲ ἔδερναν τὰ ἄγρια κύματα.
26 ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις·
Ὑπηρέτησα τὸν Κύριον μὲ ὁδοιπορίας πολλὰς φοράς, μὲ κινδύνους μέσα εἰς πλημμυρισμένα κατὰ τὸν χειμῶνα ποτάμια, μὲ κινδύνους ἀπὸ ληστάς, ποὺ παρεμόνευαν εἰς τὰ μέρη τῶν περιοδειῶν μου· μὲ κινδύνους ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου ἰουδαϊκὸν γένος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔγινα μισητὸς λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκήρυττον τὴν διὰ μόνου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σωτηρίαν πάντων τῶν ἀνθρώπων· μὲ κινδύνους ἀπὸ ἐθνικοὺς καὶ εἰδωλολάτρας· μὲ κινδύνους μέσα εἰς πόλεις μὲ κινδύνους μέσα εἰς ἐρήμους τόπους· μὲ κινδύνους μέσα εἰς θαλάσσας, ποὺ διέσχιζα ταξιδεύων διὰ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου μὲ κινδύνους ἀπὸ ἀνθρώπους, ποὺ ἦσαν ψευδάδελφοι καὶ ἔφεραν ὑποκριτικῶς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ.
27 ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι·
Ὑπηρέτησα τὸν Κύριον μὲ κόπον καὶ μόχθον, μὲ ἀγρυπνίας πολλὰς φοράς, μὲ πεῖναν καὶ μὲ δίψαν ὅταν ἀπεμονούμην εἰς μακρυνὰς ὁδοιπορίας, μὲ νηστείας πολλὰς φοράς, μὲ ψῦχος καὶ γυμνότητα, ὅταν μὲ θερινὰ ρούχα κατελαμβανόμην αἰφνιδίως ἀπὸ τὸν χειμῶνα.
28 χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπισύστασίς μου ἡ καθ᾿ ἡμέραν, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν.
Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποὺ παρέλειψα, μὲ ἐστενοχώρει καὶ ἡ καθημερινὴ πίεσις καὶ ἐπίθεσις τῶν διωκτῶν μου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγωνιώδης φροντίδα μου δι’ ὅλας τὰς Ἐκκλησίας.
29 τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;
Ποῖος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ἀσθενεῖ πνευματικῶς ἢ καὶ σωματικῶς καὶ δὲν ἀσθενῶ καὶ ἐγὼ μαζί του; Ποῖος σκοντάπτει καὶ πίπτει εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ δὲν καίομαι καὶ ἑγὼ εἰς τὴν κάμινον τῆς θλίψεως καὶ τῆς ἐντροπῆς;
30 εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι.
Ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ καυχηθῶ, θὰ καυχηθῶ διὰ τοὺς διωγμοὺς καὶ τοὺς πειρασμούς μου.
31 ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι.
Θὰ σᾶς εἴπω πράγματα, ποὺ ἴσως σᾶς φανοῦν ἀπίστευτα. Ἀλλ’ ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, γνωρίζει, ὅτι δὲν ψεύδομαι.
32 ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων,
Εἰς τὴν Δαμασκὸν ὁ διοικητής, ποὺ εἶχε διορισθῆ ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἄρέταν, ἐφρούρει τὴν πόλιν τῶν Δαμασκηνῶν, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ μὲ συλλάβῃ.
33 καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ.
Καὶ ἀπὸ κάποιο παράθυρο μὲ κατέβασαν κάτω μέσα εἰς κάλαθον δικτυωτὸν διὰ μέσου τοῦ τείχους τῆς πόλεως καὶ ἐξέφυγα ἀπὸ τὰς χεῖρας του.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα