ελ
Καινή Διαθήκη
Τήν πρώτην έπιστολήν έφεραν είς Κόρινθον ό Τίτος μετ΄ άλλου άδελφού, τού όποίου τό όνομα δέν μάς άναφέρει ό θεϊος Παϋλος.
Άφού δέ ώργάνωσεν είς Κόρινθον ό Τίτος τήν λογίαν, ήτοι τήν συνεισφοράν ύπέρ τών έν 'Ίεροσολύμοις πτωχών Χριστιανών, έπέστρεψεν είς τήν Έφεσον. Έν τω μεταξύ ήλθε καί ό Τιμόθεος είς Κόρινθον καί άντελήφθη κατάστασιν πραγμάτων ούχι ευχάριστον, διότι τό κύρος τοϋ Άποστόλου διημφεσβητεϊτο καί πάλιν σοβαρώς καί τό σχίσμα, τό όποϊον είχε διαιρέσει τήν Έκκλησίαν τής Κορίνθου, εξηκολούθει. Αναγκάζεται λοιπόν ό Απόστολος νά πέμψη πρός τούς Κορινθίους καί δευτέραν αύστηράν έπιστολήν, τήν όποίαν έκόμισεν είς αύτους ό Τίτος καί ή όποία άπωλέσθη. Έν τώ μεταξύ ή παραμονή τού Παύλου είς την Έφεσον κατέστη γεμάτη άπό κινδύνους, ένεκα τών όποίων καί άναχωρεϊ έκεϊθεν, έρχεται δε είς Τρωάδα, ελπίζων ότι θά συνήντα έκεϊ τόν Τίτον, κομίζοντα είδήσεις περί των έν Κορίνθω. Άλλ' έπειδή δεν εύρε τούτον έκεϊ, πλήρης άνησυχίας, φεύγει έκ Τρωάδος σπεύδων πρός συνάντησιν τού Τίτου, ήτις επραγματοποιήθη είς Μακεδονίαν. Αί είδήσεις, τάς όποίας ό Τίτος μετέδωκεν είς αύτόν περί της έν Κορίνθω καταστάσεως, ήσαν ένθαρρυντικαί καί ευχάριστοι. Γράφει λοιπόν τότε τήν δευτέραν ταύτην έπιστολήν του καί άποστέλλει αύτήν πρός τούς Κορινθίους πάλιν διά τού Τίτου, διά τρίτην ήδη φοράν έπισκεπτομένου τήν Κόρινθον.
Ό χρόνος κατά ταϋτα, κατά τόν όποϊον άπεστάλη ή έπιστολή αύτη, δέν άπέχει πολύ άπό τόν χρόνον, κατά τόν όποϊον συνεγράφη ή πρώτη έπιστολή, διότι τα γεγονότα, τά όποϊα ύπαινίττεται ή Β΄ πρός Κορινθίους, θά ήδύναντο νά σημειωθούν είς χρονικόν διάστημα 7 - 8 μηνών. Έαν λοιπόν ή πρώτη έπιστολή συνεγράφη είς το τέλος τού 54 ή τάς άρχας του 55 μ. Χ., ή δευτέρα συνεγράφη περί τό φθινόπωρον τοϋ 55.
1 ΠΑΥΛΟΣ, ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός, τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ οὔσῃ ἐν Κορίνθῷ σὺν τοῖς ἁγίοις πᾶσι τοῖς οὖσιν ἐν ὅλῃ τῇ Ἀχαΐᾳ·
Εγὼ ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος εἶμαι ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διότι τὸ ἠθέλησεν ὁ Θεός, χωρὶς νὰ πάρω μόνος μου τὸ ἀξίωμα τοῦτο, καὶ ὁ Τιμόθεος ὁ γνωστός σας ἀδελφός, πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν Κόρινθον, καθὼς καὶ πρὸς ὅλους τοὺς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἀχαΐας.
2 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Εἴθε ἡ χάρις καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς εἰρήνη νὰ σᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν Πατέρα μας καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν.
3 Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως,
Ἂς εἶναι εὐλογημένος καὶ δοξασμένος ὁ Θεός, ποὺ εἶναι Πατὴρ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν θείαν του φύσιν, ἀλλὰ καὶ Θεός του κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ἂς εἶναι δοξασμένος, διότι αὐτὸς εἶναι Πατὴρ καὶ πηγὴ ἐλέους, συμπαθείας καὶ εὐσπλαγχνίας, καὶ Θεός, ποὺ χορηγεῖ κάθε παρηγορίαν.
4 ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ·
Αὐτὸς μᾶς παρηγορεῖ εἰς κάθε θλῖψιν μας, διὰ νὰ ἠμποροῦμεν καὶ ἡμεῖς μὲ τὴν παρηγορίαν, μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς παρηγορεῖ ὁ Θεός, νὰ παρηγορῶμεν τοὺς ἄλλους εἰς ὁποιανδήποτε θλῖψιν καὶ ἂν εὑρίσκωνται.
5 ὅτι καθὼς περισσσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς, οὕτω διὰ Χριστοῦ περισσεύει καὶ ἡ παράκλησις ἡμῶν.
Τὸν δοξάζομεν λοιπὸν καὶ τὸν εὐχαριστοῦμεν, διότι, καθὼς πάρα πολλὰ εἶναι τὰ παθήματα καὶ αἱ θλίψεις, ποὺ πάσχομεν σὰν τὸν Χριστὸν καὶ πρὸς δόξαν αὐτοῦ, οὕτω πολλὴ καὶ ὑπὲρ ἄφθονος εἶναι καὶ ἡ παρηγορία, τὴν ὁποίαν διὰ μέσου τοῦ Χριστοῦ λαμβάνομεν.
6 εἴτε δὲ θλιβόμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας τῆς ἐνεργουμένης ἐν ὑπομονῇ τῶν αὐτῶν παθημάτων ὧν καὶ ἡμεῖς πάσχομεν, καὶ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν βεβαία ὑπὲρ ὑμῶν· εἴτε παρακαλούμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας,
Καὶ εἴτε θλιβόμεθα, θλιβόμεθα καὶ κακοπαθοῦμεν διὰ νὰ σᾶς κηρύξωμεν τὸ Εὐαγγέλιον καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσωμεν εἰς τὴν πίστιν, ὥστε νὰ ἐπιτύχετε τὴν παρηγορίαν καὶ σωτηρίαν σας. Τὴν παρηγορίαν δὲ καὶ σωτηρίαν σας ἐνεργεῖ ἡ θεία χάρις, ἡ ὁποία σᾶς ἐνισχύει νὰ ὑπομένετε τὰ ἴδια παθήματα καὶ τὰς ἰδίας θλίψεις, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς πάσχομεν. Εἴτε παρηγορούμεθα, παρηγορούμεθα πάλιν διὰ τὴν παρηγορίαν καὶ σωτηρίαν σας, διότι ὅταν μᾶς βλέπετε παρηγορημένους, ἐνθαρρύνεσθε καὶ παρηγορεῖσθε καὶ στηρίζεσθε εἰς τὴν ἐλπίδα καὶ ὑπομονήν, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς ἑξασφαλίσουν τὴν σωτηρίαν.
7 εἰδότες ὅτι ὥσπερ κοινωνοί ἐστε τῶν παθημάτων, οὕτω καὶ τῆς παρακλήσεως.
Καὶ εἶναι βεβαία ἡ ἐλπίς, ποὺ ἔχομεν διὰ σᾶς, ὅτι τὰ δεινὰ καὶ αἱ θλίψεις δὲν θὰ κλονίσουν τὴν πίστιν σας. Διότι γνωρίζομεν ὅτι, ὅπως συμμετέχετε εἰς τὰ παθήματα καὶ τὰς κακοπαθείας μας, ἔτσι θὰ γίνετε συμμέτοχοι καὶ εἰς τὴν παρηγορίαν μας. Καὶ θὰ ἐνισχυθῆτε ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅπως καὶ ἡμεῖς, διὰ νὰ ὑποφέρετε μὲ γενναιότητα καὶ μὲ παρηγορημένην καρδίαν τὰς δοκιμασίας καὶ κακοπαθείας.
8 Οὐ γὰρ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὑπὲρ τῆς θλίψεως ἡμῶν τῆς γενομένης ἡμῖν ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐβαρήθημεν ὑπὲρ δύναμιν, ὥστε ἐξαπορηθῆναι ἡμᾶς καὶ τοῦ ζῆν·
Σᾶς ὁμιλῶ δὲ περὶ παθημάτων καὶ παρηγορίας μας, διότι δὲν θέλω νὰ ἔχετε ἄγνοιαν, ἀδελφοί, διὰ τὴν θλῖψιν, ποὺ μᾶς εὗρεν εἰς τὴν Ἀσίαν. Διότι ἔπεσεν ἐπάνω μας μεγάλο βάρος ὑπερβολικῶν δοκιμασιῶν καὶ πειρασμῶν, ποὺ ἦσαν πάρα πάνω ἀπὸ τὴν δύναμίν μας τόσον πολύ, ὥστε νὰ ἀπελπισθῶμεν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ζωήν μας.
9 ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μὴ πεποιθότες ὦμεν ἐφ' ¦ἑαυτοῖς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς νεκρούς·
Καὶ ἦσαν τέτοια τὰ γεγονότα, ὥστε ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς κινδύνους ποὺ διετρέχαμεν, ἐγίνετο φανερὸν καὶ μᾶς ἐδίδετο ἡ ἀπόκρισις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς οἰ ἴδιοι εἴχομεν πεισθῆ, ὅτι ὁ θάνατος μας ἦτο πλέον βέβαιος. Καὶ ἐπέτρεπεν ὁ Θεὸς οἱ πρωτοφανεῖς αὐτοὶ κίνδυνοι νὰ μᾶς προκαλοῦν τὴν βεβαιότητα αὐτήν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν μας, ἀλλ’ εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς.
10 ὃς ἐκ τηλικούτου θανάτου ἐρύσατο ἡμᾶς καὶ ρύεται, εἰς ὃν ἠλπίκαμεν ὅτι καὶ ἔτι ρύσεται,
Αὐτὸς ἀπὸ ἕνα τόσον μεγάλον κίνδυνον, ποὺ μᾶς ἀπειλοῦσε μὲ βέβαιον θάνατον, μᾶς ἐγλύτωσε καὶ ἑξακολουθεῖ νὰ μᾶς γλυτώνῃ. Εἰς αὐτὸν δὲ ἔχομεν στηρίξει τὰς ἐλπίδας μας, ὅτι ἀκόμη καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ μᾶς γλυτώσῃ ἀπὸ κάθε κίνδυνον.
11 συνυπουργούντων καὶ ὑμῶν ὑπὲρ ἡμῶν τῇ δεήσει, ἵνα ἐκ πολλῶν προσώπων τὸ εἰς ἡμᾶς χάρισμα διὰ πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπὲρ ἡμῶν.
Ναί· θὰ μᾶς γλυτώσῃ, ἀφοῦ καὶ σεῖς θὰ συνεργῆτε μὲ τὰς προσευχὰς καὶ δεήσεις σας ὑπὲρ ἡμῶν, ὥστε ἡ ζωή, ποὺ θὰ μᾶς χαρίζῃ ὁ Θεός, νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς δωρεά του ἀπὸ πολλὰ πρόσωπα, καὶ ἀπὸ ἡμᾶς δηλαδὴ καὶ ἀπὸ σᾶς. Καὶ ἔτσι μὲ πολλὰς εὐχαριστίας νὰ ἐκφρασθῇ πρὸς τὸν Θεόν ἡ διὰ τὴν σωτηρίαν μας εὐγνωμοσύνη ὅλων.
12 Ἡ γὰρ καύχησις ἡμῶν αὕτη ἐστί, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ, ἀλλ᾿ ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς.
Ἔχομεν δὲ κάποιο δικαίωμα νὰ ζητῶμεν τὰς προσευχὰς ὅλων σας. Διότι ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον καυχώμεθα, εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως μας, ὅτι συμπεριεφέρθημεν μέσα εἰς τὸν κόσμον καὶ πρὸ παντὸς ἀπέναντί σας μὲ εὐθύτητα καὶ εἰλικρίνειαν, ὅπως ζητεῖ ὁ Θεός. Ὄχι μὲ σοφιστείαν καὶ μὲ χρησιμοποίησιν ἀπατηλῶν συλλογισμῶν, ποὺ μεταχειρίζονται οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, ἀλλὰ μὲ τὸν φωτισμὸν καὶ τὰ σημεῖα, ποὺ μᾶς χαρίζει ὡς δωρεάν του ὁ Θεός.
13 οὐ γὰρ ἄλλα γράφομεν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ ἃ ἀναγινώσκετε ἢ καὶ ἐπιγινώσκετε, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἕως τέλους ἐπιγνώσεσθε,
Διότι δὲν σᾶς γράφομεν ἄλλα, διφορούμενα ἢ διάφορα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ σᾶς ἐκηρύξαμεν, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ διαβάζετε καὶ ἀντιλαμβάνεσθε ἀπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ σημασίαν τῶν λέξεων ποὺ σᾶς γράφομεν, ἡ ὁποία εἶναι καθαρὰ καὶ σαφής. Ἢ καὶ ὅπως μᾶς ἠξεύρετε καλὰ ἀπὸ τὴν προτέραν διδασκαλίαν μας καὶ συμπεριφοράν μας, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας θὰ μᾶς γνωρίσετε.
14 καθὼς καὶ ἐπέγνωτε ἡμᾶς ἀπὸ μέρους ὅτι καύχημα ὑμῶν ἐσμεν, καθάπερ καὶ ὑμεῖς ἡμῶν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Καὶ θὰ μᾶς γνωρίσετε τοὺς ἰδίους πάντοτε. Εἴμεθα δηλαδὴ καὶ τώρα, θὰ εἴμεθα καὶ εἰς τὸ μέλλον, καθὼς μᾶς ἐγνωρίσατε εἰς κάποιον βαθμόν, ὅτι εἴμεθα καύχημά σας, διότι τόσον εἰλικρινεῖς καὶ θεοφωτίστους ἀπεκτήσατε διδασκάλους. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι καὶ σεῖς εἶσθε καύχημά μας, διότι ἐδείχθητε εὐπειθεῖς καὶ πρόθυμοι εἰς τὸ κήρυγμά μας. Καὶ ἀκόμη καλύτερα θὰ μᾶς γνωρίσετε κατὰ τὴν ἡμέράν του Κυρίου Ἰησοῦ, ὁπότε ὁ ὑπέρτατος Κριτὴς θὰ διακηρύξῃ τὴν εἰλικρίνειάν μας καὶ τὸν ἀποστολικὸν ζῆλον μας.
15 Καὶ ταύτῃ τῇ πεποιθήσει ἐβουλόμην πρὸς ὑμᾶς ἐλθεῖν πρότερον, ἵνα δευτέραν χάριν ἔχητε,
Καὶ μὲ τὸ θάρρος καὶ τὴν πεποίθησιν αὐτήν, ὅτι εἴμεθα καύχημά σας καὶ σεῖς ἰδικόν μας καύχημα, ἤθελα νὰ ἔλθω πρὸς σᾶς προτήτερα, προτοῦ ὑπάγω εἰς Μακεδονίαν, ὥστε νὰ κάμω δύο ταξίδια εἰς Κόρινθον, διὰ νὰ ἔχετε διπλὴν χαρὰν καὶ παρηγορίαν καὶ πνευματικὴν ὠφέλειαν ἀπὸ τὰς δύο αὐτὰς ἐπισκέψεις μου.
16 καὶ δι᾿ ὑμῶν διελθεῖν εἰς Μακεδονίαν, καὶ πάλιν ἀπὸ Μακεδονίας ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑφ᾿ ὑμῶν προπεμφθῆναι εἰς τὴν Ἰουδαίαν.
Ἤθελα δηλαδὴ νὰ ἔλθω πρῶτον εἰς Κόρινθον καὶ διὰ μέσου τῆς Κορίνθου νὰ διαβῶ εἰς Μακεδονίαν καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν νὰ ἐπιστρέψω εἰς σᾶς καὶ ἀπὸ σᾶς νὰ προπεμφθῶ εἰς τὴν Ἰουδαίαν.
17 τοῦτο οὖν βουλόμενος μήτι ἄρα τῇ ἐλαφρίᾳ ἐχρησάμην; ἢ ἃ βουλεύομαι, κατὰ σάρκα βουλεύομαι, ἵνα ᾖ παρ᾿ ἐμοὶ τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ;
17Ἐνῳ λοιπὸν ἐσκεπτόμην καὶ ἐσχεδίαζα τοῦτο, δὲν τὸ ἐπραγματοποίησα. Μήπως ἄραγε ἀπὸ τὴν ματαίωσιν τοῦ σχεδίου μου αὐτοῦ ἠμπορεῖ νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, ὅτι μετεχειρίσθην τὴν ἐλαφρότητα καὶ ἐπιπολαιότητα, τὴν ὁποίαν μερικοὶ μοῦ ἀποδίδουν; Ὄχι. Ἢ μήπως ἐκεῖνα, ποὺ ἀποφασίζω, τὰ ἀποφασίζω σὰν ἄνθρωπος σαρκικός, ποὺ ὁρίζει τὸν ἑαυτόν του καὶ δὲν διευθύνεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα; Μόνον ἐὰν ὤριζα τὸν ἑαυτόν μου, θὰ ἦτο βέβαιον τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι μου. Ἀλλὰ δὲν ἀποφασίζω σὰν ἄνθρωπος σαρκικὸς καὶ ἔτσι ἀναγκάζομαι νὰ ἀθετῶ τὸν λόγον μου καὶ τὰς ἀποφάσεις μου, ὅταν τὸ Πνεῦμα, ποὺ μὲ κυβερνᾷ, διατάσσῃ διαφορετικά.
18 πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς ὅτι ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρὸς ὑμᾶς οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ.
Μὴ ὑποθέσετε ὅμως ἐξ αὐτοῦ, ὅτι ὅλα ὅσα λέγω, εἶναι ἄστατα καὶ ἀβέβαια. Εἶναι ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐγγυᾶται, ὅτι ὁ λόγος μας, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐκηρύξαμεν καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι λόγος ἰδικός του, δὲν ἔγινεν ἀμφίβολος καὶ ἀβέβαιος, ναὶ καὶ ὄχι.
19 ὁ γὰρ τοῦ Θεοῦ υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐν ὑμῖν δι᾿ ἡμῶν κηρυχθείς, δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σιλουανοῦ καὶ Τιμοθέου, οὐκ ἐγένετο ναί καὶ οὔ, ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν·
Διότι τὸ κήρυγμά μου περὶ τοῦ Υἱοῦ του Θεοῦ, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐκηρύχθη μεταξύ σας διὰ μέσου ἡμῶν, ἤτοι δι’ ἐμοῦ καὶ τοῦ Σιλουανοῦ καὶ τοῦ Τιμοθέου, δὲν ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν πεῖραν σας ναὶ καὶ ὄχι, ἀβέβαιον δηλαδὴ καὶ ἄστατον, ἀλλ’ ἀπεδείχθησαν τὰ ἀναφερόμενα εἰς αὐτόν (τὸν Χριστὸν) βέβαια καὶ ἀπαρασάλευτα.
20 ὅσαι γὰρ ἐπαγγελίαι Θεοῦ, ἐν αὐτῷ τὸ ναὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ ἀμὴν τῷ Θεῷ πρὸς δόξαν δι᾿ ἡμῶν.
Διότι ὅλαι αἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, διὰ μέσου τοῦ Χριστοῦ ἐπραγματοποιήθησαν καὶ ἐβεβαιώθησαν ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἀπεδείχθησαν ναὶ καὶ ἀμήν, διὰ νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς διὰ τῆς διακονίας καὶ τοῦ κηρύγματος ἠμῶν τῶν Ἀποστόλων.
21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός,
Ἐκεῖνος δέ, ὁ ὁποῖος δίδει τὴν βεβαιότητα καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς σᾶς, καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς στηρίζει, ὥστε νὰ μένωμεν πιστοὶ καὶ ἀσάλευτοι εἰς τὸν Χριστόν, καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς ἔχρισε μὲ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματός του, εἶναι ὁ Θεός.
22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν.
Αὐτὸς καὶ μᾶς ἐσφράγισεν ὡς ἰδικούς του καὶ ἔδωκεν εἰς τὰς καρδίας μας τὸ Πνεῦμα του ὡς ἀρραβῶνα καὶ ἀσφαλῆ ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι θὰ πληρώσῃ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις, ποὺ μᾶς δίδει μὲ τὸ εὐαγγέλιόν του.
23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον.
Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ταξιδίου μου, ἐπικαλοῦμαι τὸν καρδιογνώστην Θεόν νὰ ἴδῃ αὐτὸς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου καὶ νὰ μαρτυρήσῃ, ἐὰν εἶναι ἀλήθεια, ὅτι δὲν ἦλθα ἀκόμη εἰς τὴν Κόρινθον, ἐπειδὴ σᾶς λυποῦμαι καὶ δὲν θέλω νὰ δοκιμάσετε τὴν αὐστηρότητά μου.
24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.
Λέγω δὲ τὸ τελευταῖον αὐτό, ὄχι διότι εἴμεθα κύριοι τῆς πίστεώς σας καὶ ἔχομεν ἐξουσίαν εἰς σᾶς σὰν νὰ εἶσθε δοῦλοι μας. Εἴμεθα ὅμως συνεργάται τῆς χαρᾶς σας καὶ θέλομεν νὰ συντελῶμεν, ὅπως αὐξάνῃ ἡ χαρά σας. Ἀποκλείεται δὲ ὁλότελα τὸ νὰ ἐξουσιάζωμεν τὴν πίστιν σας, διότι σεῖς στέκεσθε καλὰ καὶ εἶσθε στερεωμένοι εἰς τὴν πίστιν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα