ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΠΕΡΙ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·
Όσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ ζητήματα, πού μου ἐγράψατε, ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς· Καλὸν εἶναι εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ μὴ ἐγγίζῃ καὶ νὰ μὴ γνωρίσῃ διόλου γυναῖκα.
2 διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω.
Διὰ τὸν κίνδυνον ὅμως τῆς παρεκτροπῆς εἰς πορνείας, ἂς ἔχῃ καθένας τὴν σύζυγόν του καὶ καθεμία ἂς ἔχῃ τὸν ἰδικόν τας ἄνδρα.
3 τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί.
Εἰς τὴν γυναῖκα του ἂς ἀποδίδῃ ὁ ἄνδρας τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν ἀγάπην ποὺ τῆς χρεωστεῖ. Ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυναῖκα ἂς ἀποδίδῃ τὸ αὐτὸ εἰς τὸν ἄνδρα της.
4 ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ἡ γυνή.
Ὡς πρὸς δὲ τὰς ἰδιαιτέρας σχέσεις τοῦ ἀνδρογύνου, ἂς γνωρίζῃ ἡ γυναῖκα, ὅτι δὲν ἐξουσιάζει τὸ ἴδιόν της σῶμα, ἀλλ’ ἐξουσιαστὴς αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ πάντοτε εἶναι ὁ ἄνδρας της. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμα του, ἀλλ’ ἐξουσιαστὴς αὐτοῦ εἶναι ἢ γυναῖκα του.
5 μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν.
Ἂς μὴ ἀποστερῇ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ ἀποχὴν καὶ ἐγκράτειαν, ἐκτὸς ἐὰν πράττετε τοῦτο ἀπὸ συμφώνου προσκαίρως διὰ νὰ ἐπιδίδεσθε μὲ μεγαλυτέραν προθυμίαν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν· καὶ πάλιν νὰ συνέρχεσθε εἰς τὰς συζυγικάς σχέσεις σας, διὰ νὰ μὴ σᾶς πειράζῃ εἰς πορνείαν ὁ σατανᾶς ἐξ αἰτίας τῆς ἀκρατείας σας.
6 τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ᾿ ἐπιταγήν.
Τὴν σύστασιν δὲ τοῦ νὰ μὴ ἀποστερῇ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον σᾶς τὴν κάνω κατὰ συγκατάβασιν, ἐπειδὴ εἶσθε ἀκόμη ἀδύνατοι πνευματικῶς. Δὲν σᾶς ἐπιβάλλω τοῦτο ὡς ἐντολήν.
7 θέλω γὰρ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ᾿ ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως.
Ναί, κατὰ συγκατάβασιν. Διότι ἑγὼ θέλω νὰ εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅπως εἶμαι καὶ ἑγώ, δηλαδὴ ἄγαμοι. Ἀλλ’ ὁ καθένας ἔχει ἰδικόν του χάρισμα ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἄλλος μὲν ἔχει τὸ χάρισμα νὰ ζῇ ἔτσι, ἄγαμος δηλαδή, ἄλλος δὲ νὰ ζῇ διαφορετικά, δηλαδὴ ἐν γάμῳ.
8 Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ.
Λέγω δὲ εἰς τοὺς ἀγάμους καὶ εἰς τὰς χήρας, ὅτι εἶναι καλὸν εἰς αὐτούς, ἐὰν μείνουν, ὅπως μένω καὶ ἑγώ, δηλαδὴ ἄγαμοι.
9 εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι.
Ἐὰν ὅμως δὲν ἐγκρατεύωνται, ἂς ἔλθουν εἰς γάμον. Διότι προτιμότερον εἶναι νὰ ἔλθῃ κανεὶς εἰς γάμον, παρὰ νὰ καίεται ἀπὸ τὴν φλόγα τῆς ἐπιθυμίας.
10 τοῖς δὲ γεγαμηκόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγώ, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι·
Εἰς ἐκείνους δέ, ποὺ ἔχουν ἔλθει εἰς γάμον, δίδω ἐντολὴν ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ ὁ Κύριος, ἡ γυναῖκα νὰ μὴ χωρισθῇ ἀπὸ τὸν ἄνδρα τας.
11 ἐὰν δὲ καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω· καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι.
Ἐὰν δὲ συμβῇ νὰ χωρισθῇ, ἂς μένῃ ἄγαμος. Ἢ ἐὰν δὲν ἠμπορῇ νὰ ζήσῃ μόνη της, ἂς συμφιλιωθῇ πρὸς τὸν ἄνδρα της. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄνδρας νὰ μὴ ἀφίνῃ τὴν γυναῖκα του.
12 τοῖς δὲ λοιποῖς ἐγὼ λέγω, οὐχ ὁ Κύριος· εἴ τις ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν·
Εἰς δὲ τοὺς λοιποὺς ἐγγάμους λέγω νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ἔθεσε μὲν ἀπ’ εὐθείας ὁ Κύριος, ἀλλὰ τὸν ὁρίζω ἑγὼ ὡς Ἀπόστολός του. Ἐὰν κανένας ἀδελφὸς Χριστιανὸς ἔχῃ γυναῖκα ἄπιστον, μὲ τὴν ὁποίαν ἦλθεν εἰς γάμον προτοῦ νὰ πιστεύσῃ, καὶ αὐτὴ δέχεται μὲ τὴν καρδιά της νὰ κατοικῇ μαζί του, ἂς μὴ τὴν ἀφίνῃ, ἀλλ’ ἂς ἑξακολουθῇ νὰ τὴν ἔχῃ σύζυγον.
13 καὶ γυνὴ εἴ τις ἔχει ἄνδρα ἄπιστον, καὶ αὐτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτῆς, μὴ ἀφιέτω αὐτόν.
Καὶ ἐὰν γυναῖκα Χριστιανὴ ἔχῃ ἄνδρα ἄπιστον, καὶ αὐτὸς προθύμως δέχεται νὰ συγκατοικῇ μαζί της, ἂς μὴ τὸν ἀφίνῃ.
14 ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.
Σᾶς λέγω δὲ νὰ μὴ τὸν ἀφίνῃ, διότι ὁ ἄνδρας ὁ ἄπιστος ἔχει ἁγιασθῇ καὶ αὐτὸς εἰς κάποιον βαθμὸν διὰ μέσου τῆς ἑνώσεώς του μὲ τὴν πιστὴν γυναῖκα του. Καὶ ἡ γυναῖκα ἡ ἄπιστος ἔχει κάπως ἁγιασθῇ διὰ μέσου τῆς ἑνώσεώς της μὲ τὸν πιστὸν ἄνδρα. Ἐπειδή, ἐὰν δὲν συνέβαινε τοῦτο, κατὰ φυσικὴν συνέπειαν καὶ τὰ τέκνα σας θὰ ἦσαν ἀκάθαρτα. Τώρα ὅμως λόγῳ τοῦ ὅτι ἐγεννήθησαν ἀπὸ γονεῖς, ποὺ ἔχουν ἁγιασμόν, εἶναι καὶ αὐτὰ ἅγια.
15 εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις. ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός.
Ἐὰν ὅμως ὁ ἄπιστος σύζυγος ζητῇ χωρισμόν, ἂς χωρίζεται ἀπὸ αὐτὸν ἡ Χριστιανὴ σύζυγος. Δὲν εἶναι δεσμευμένος ὁ ἀδελφὸς Χριστιανὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Ὁ Θεὸς δὲ μᾶς ἔχει καλέσει νὰ ζῶμεν μέσα εἰς ἀτμόσφαιραν εἰρήνης καὶ δὲν εἶναι σωστὸν τὰ ἀνδρόγυνα νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀσυμφωνίαν καὶ διαμάχας.
16 τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις; ἢ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις;
Ἐὰν ὅμως ἠμπορῇ τὸ πιστὸν μέλος νὰ συζήσῃ εἰρηνικὰ μὲ τὸ ἄπιστον μέλος, ἂς μὴ χωρίζεται ἀπὸ αὐτό. Διότι ποὺ ξεύρεις, ὡ Χριστιανὴ γυναῖκα, ἐὰν ζῶσα μαζὶ μὲ τὸν ἄπιστον σύζυγον, ἑλκύσῃς εἰς τὴν πίστιν καὶ σώσῃς εἰς τὸ τέλος τὸν ἄνδρα; Ἢ ποῦ ξεύρεις, ὦ Χριστιανὲ σύζυγε, μήπως σώσῃς τὴν ἄπιστον γυναῖκα;
17 εἰ μὴ ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ Θεός, ἕκαστος ὡς κέκληκεν ὁ Κύριος, οὕτω περιπατείτω. καὶ οὕτως ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.
Μόνον ἂς φροντίζῃ ὁ καθένας νὰ πολιτεύεται καὶ νὰ ζῇ, καθὼς ὁ Θεὸς μὲ τὴν πρόνοιάν του ἐκανόνισε τὸν βίον του καὶ ὅπως εὗρε τὸν καθένα ἡ κλῆσις, ποὺ τοῦ ἔκαμεν ὁ Χριστός. Αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ πιστός, ὅταν ὁ Κύριος τὸν ἐκάλεσε, δὲν ἀποτελοῦν ἐμπόδιον εἰς τὴν χριστιανικὴν ζωήν. Καὶ ἔτσι εἱς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας κανονίζω καὶ καθορίζω.
18 περιτετμημένος τις ἐκλήθη; μὴ ἐπισπάσθω. ἐν ἀκροβυστίᾳ τις ἐκλήθη; μὴ περιτεμνέσθω.
Ἐκλήθη κανεὶς εἰς τὴν πίστιν καὶ ἔγινε Χριστιανός, ἐνῶ ἦτο περιτμημένος; Ἂς μὴ τραβᾷ μὲ βίαν τὸ δέρμα του διὰ νὰ ἑξαλείψῃ τὰ σημεῖα τῆς περιτομῆς. Ἐκλήθη κανεὶς εἰς τὴν πίστιν, ἐνῷ εὑρίσκετο ἒν ἀκροβυστίᾳ καὶ ἦτο ἀπερίτμητος; Ἂς μὴ περιτέμνεται.
19 ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις ἐντολῶν Θεοῦ.
Ἡ περιτομὴ δὲν εἶναι τίποτε καὶ δὲν συντελεῖ εἰς τίποτε διὰ τὴν σωτηρίαν μας. Καὶ ἡ ἀκροβυστία τὸ ἴδιο, δὲν εἶναι τίποτε. Ἀλλ’ ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ πᾶν.
20 ἕκαστος ἐν τῇ κλήσει ᾗ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ μενέτω.
Καθένας εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ εὑρέθη, ὅταν ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Θεόν, εἰς αὐτὴν ἂς μένῃ.
21 δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ᾿ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι.
Ἐκλήθης εἰς τὴν πίστιν εἰς καιρόν, ποὺ ἤσουν δοῦλος; Μὴ σὲ μέλῃ διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς δουλείας σου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠμπορῇς νὰ γίνῃς ἐλεύθερος, χρησιμοποίησε μᾶλλον τὴν δουλείαν καὶ προτίμησε νὰ μείνῃς δοῦλος.
22 ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς δοῦλός ἐστι Χριστοῦ.
Διότι ἐκεῖνος, ποὺ ἐκαλέσθη ἀπὸ τὸν Κύριον εἰς τὴν πίστιν, εἰς καιρὸν ποὺ ἦτο δοῦλος, εἶναι ἀπελεύθερος τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐχειραφέτησε καὶ τὸν ἔκαμε πνευματικῶς ἐλεὐθερον. Τὸ ἴδιο καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἐκαλέσθη εἰς τὴν πίστιν, ἐνῷ το ἐλεύθερος, εἶναι δοῦλος Χριστοῦ.
23 τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.
Καὶ δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι εἶσθε δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ. Εἶσθε ἀγορασμένοι ἀπὸ τὸν Κύριον μὲ τίμημα μεγάλο. Μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.
24 ἕκαστος ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἀδελφοί, ἐν τούτῳ μενέτω παρὰ τῷ Θεῷ.
Ὁ καθένας εἰς ὅποιαν κατάστασιν ἐκαλέσθη, εἰς αὐτὴν ἂς μένῃ, ἀδελφοί, ἐπιδιώκων πάντοτε νὰ εἶναι πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ εὐαρεστῇ εἰς αὐτόν.
25 Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐχ ἔχω, γνώμην δὲ δίδωμι ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.
Ὅσον δὲ διὰ τὰ ἀνύπανδρα κοράσια δὲν ἔχω ἐντολὴν ρητὴν τοῦ Κυρίου. Δίδω ὅμως γνώμην σὰν ἄνθρωπος, ποὺ ἔχω ἐλεηθῆ ἀπὸ τὸν Κύριον, διὰ να εἶμαι διδάσκαλός σας καὶ σύμβουλος ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης σας.
26 νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.
Νομίζω λοιπόν, ὅτι αὐτὸ εἶναι καλὸν ἐξ αἰτίας τῶν δυσκολιῶν τῆς παρούσης ζωῆς· εἶναι δηλαδὴ καλὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, εἴτε ἄνδρας εἶναι εἴτε γυναῖκα, νὰ μένῃ ἔτσι, δηλαδὴ ἄγαμος καὶ παρθένος.
27 δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναικός; μὴ ζήτει γυναῖκα·
Εἶσαι δεμένος μὲ γυναῖκα διὰ τοῦ γάμου; Μὴ ζητῇς νὰ λυθῇς ἀπὸ τὸν δεσμόν, ποὺ ἔχεις μαζί της. Εἶσαι λυμένος καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ γυναῖκα; Μὴ ζητῇς γυναῖκα.
28 ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρτε· θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.
Καὶ ἐὰν ὅμως ἔλθῃς εἰς γάμον, δὲν ἠμάρτησες. Καὶ ἐὰν ἡ ἄγαμος κόρη ἔλθῃ εἰς γάμον, δὲν ἡμάρτησε. Θὰ ἔχουν ὅμως θλῖψιν καὶ φροντίδας καὶ ἄλλας δοκιμασίας ἂς τὸν σωματικόν τους βίον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Ἐγὼ δὲ σᾶς λυποῦμαι σὰν πατέρας καὶ θέλω νὰ προλάβω τὰς δοκιμασίας σας αὐτάς.
29 τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες ὦσι,
Θέλω δέ, ἀδελφοί, νὰ προσέξετε ἰδιαιτέρως αὐτό, ποὺ θὰ σᾶς εἴπω· ὅτι δηλαδὴ ὁ καιρὸς τοῦ παρόντος βίου εἶναι συμμαζευμένος καὶ λιγοστός, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν γυναῖκας, νὰ εἶναι σὰν νὰ μὴν ἔχουν γυναῖκας· καὶ συνεπῶς ἂς μὴ εἶναι προσηλωμένοι καὶ προσκολλημένοι εἰς αὐτάς.
30 καὶ οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες, καὶ οἱ ἀγοράζοντες ὡς μὴ κατέχοντες,
Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ κλαίουν, νὰ περνοῦν τὰς ἡμέρας των σὰν νὰ μὴ τοὺς ἔχῃ συμβῆ κάτι θλιβερόν· καὶ ἐκεῖνοι ποὺ χαίρουν, σὰν νὰ μὴ εἶχαν λόγον νὰ χαίρουν, ἀλλὰ νὰ θεωροῦν τὰς ἀφορμὰς καὶ τῆς λύπης καὶ τῆς χαρᾶς ὡς προσωρινὰς καὶ περαστικάς. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀγοράζουν, νὰ μὴ ἀπορροφῶνται ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀγόρασαν, σὰν νὰ πρόκειται νὰ τὰ κατέχουν γιὰ πάντα, ἀλλὰ νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ διατίθενται δι’ αὐτά, σὰν νὰ μὴ τὰ παίρνουν εἰς τὴν πλήρη καὶ τελείαν κατοχήν των.
31 καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου.
Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ μεταχειρίζονται τὰ ἐγκόσμια καὶ εὑρίσκονται ἂς ὁποιανδήποτε σχέσιν μὲ τὸν κόσμον, νὰ ἀποφεύγουν κάθε ἄμετρον ἀπόλαυσίν των καὶ κατάχρησίν των καὶ μόνον εἰς τὰ ἀναγκαῖα νὰ ἀρκοῦνται. Διότι περνᾷ καὶ φεύγει διαρκῶς σὰν σκιὰ τὸ ἐξωτερικὸν φαινόμενον τοῦ κόσμου αὐτοῦ.
32 θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ·
Θέλω δὲ νὰ εἶσθε ἐλεύθεροι ἀπὸ φροντίδας, ποὺ ζαλίζουν καὶ σᾶς ρίπτουν εἰς μεγάλην σκέψιν. Ὁ ἄγαμος στρέφει ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν καὶ φροντίδα του εἰς ὅσα παραγγέλλει ὁ Κύριος· φροντίζει πολὺ πῶς νὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν Κύριον.
33 ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί.
Ἐκεῖνος δὲ ποὺ ἦλθεν εἰς γάμον, φροντίζει μὲ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον διὰ τὰ κοσμικά, πῶς θὰ ἀρέσῃ εἰς τὴν γυναῖκα του.
34 μεμέρισται καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος. ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, ἵνα ᾖ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι· ἡ δὲ γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί.
Διαφέρουν ὡς πρὸς τὰς φροντίδας καὶ τὰ ἐνδιαφέροντά των ἡ ἔγγαμος γυναῖκα καὶ ἡ ἄγαμος παρθένος. Ἡ ἄγαμος μὲ ὅλην τὴν φροντίδα της ἐπιμελεῖται ἐκεῖνα, ποὺ ἀρέσκουν εἰς τὸν Κύριον καὶ προσπαθεῖ νὰ εἶναι ἅγια, ἀφωσιωμένη εἰς τὸν Θεόν καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν. Ἐκείνη δὲ ποὺ ἦλθεν εἰς γάμον, φροντίζει πολὺ διὰ τὰ κοσμικά, πῶς θὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν ἄνδρα της.
35 τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπάρεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως.
Λέγω δὲ αὐτὰ περὶ τῆς ἀγαμίας μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ συμφέρον σας. Ὄχι διὰ νὰ σᾶς βάλω θηλιὰ εἰς τὸν λαιμὸν καὶ νὰ σᾶς ἑξαναγκάσω νὰ μείνετε ἄγαμοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλίσω συμπεριφορὰν σεμνὴν καὶ θέσιν τιμημένην πλησίον τοῦ Κυρίου χωρὶς περισπασμοὺς καὶ βασανιστικὰς φροντίδας.
36 Εἰ δέ τις ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν παρθένον αὐτοῦ νομίζει, ἐὰν ᾖ ὑπέρακμος, καὶ οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι ὃ θέλει ποιείτω· οὐχ ἁμαρτάνει· γαμείτωσαν.
Ἐὰν ὅμως κανένας πατέρας νομίζῃ ὅτι εἶναι ντροπή του τὸ ὅτι ἀφῆκε τὴν κόρην του νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀκμὴν τῆς ἡλικίας καὶ ἔγινε γεροντοκόρη, ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πείθεται, ὅτι ἔτσι πρέπει νὰ γίνῃ, δηλαδὴ νὰ τὴν ὑπανδρεύσῃ, ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει. Δὲν ἁμαρτάνει. Ἂς ἔλθουν εἰς γάμον.
37 ὃς δὲ ἕστηκεν ἑδραῖος ἐν τῇ καρδίᾳ, μὴ ἔχων ἀνάγκην, ἐξουσίαν δὲ ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τοῦτο κέκρικεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, τοῦ τηρεῖν τὴν ἑαυτοῦ παρθένον, καλῶς ποιεῖ.
Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ στέκει ἀκλόνητος μέσα στὴν καρδία του καὶ δὲν ἀναγκάζεται ἀπὸ τίποτε νὰ ἀλλάξῃ ἀπόφασιν, Ἔχει δὲ ἐξουσίαν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει καὶ ἔχει ἀποφασίσει μέσα του αὐτό, δηλαδὴ τὸ νὰ φυλάττῃ τὴν κόρην του ἄγαμον, καλῶς πράττει.
38 ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ, ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ.
Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν ἐξάγεται ὡς συμπέρασμα, ὅτι καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ὑπανδρεύει τὴν κόρην του, καλῶς πράττει, ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν τὴν ὑπανδρεύει, ἀλλὰ τὴν ἀφίνει παρθένον, κάνει καλύτερα.
39 Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ.
Κάθε γυναῖκα ἔγγαμος εἶναι δεμένη εἰς τὸν γάμον ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ Κυρίου, ὅσον καιρὸν ζῇ ὁ ἄνδρας της. Ἐὰν ὅμως ἀποθάνῃ ὁ ἄνδρας της, εἶναι ἐλευθέρα νὰ ὑπανδρευθῇ μὲ ὁποῖον θέλει, ἀρκεῖ μόνον ὁ γάμος της νὰ γίνῃ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου.
40 μακαριωτέρα δέ ἐστιν ἐὰν οὕτω μείνῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.
Κατὰ τὴν γνώμην μου ὅμως εἶναι εὐτυχεστέρα, ἐὰν μείνῃ ἔτσι, δηλαδὴ χήρα. Νομίζω δέ, ὅτι ἔχω καὶ ἐγώ Πνεῦμα Θεοῦ, τὸ ὁποῖον μὲ καθοδηγεῖ διὰ νὰ μὴ πλανῶμαι.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα