ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΤΟΛΜΑ τις ὑμῶν, πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον, κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων;
Αλλ’ ἀφοῦ οἰ πιστοὶ ἔχουν δικαίωμα να κρίνουν τοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ἀδελφούς, ἐρωτῶ: Πῶς τολμᾷ ὁποιοσδήποτε ἀπὸ σᾶς, ὅταν ἔχῃ διαφορὰν πρὸς τὸν ἄλλον ἀδελφόν, νὰ κρίνεται εἰς τὰ δικαστήρια τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἔχουν πολὺ χαλαρὰν ἰδέαν περὶ δικαιοσύνης, καὶ δὲν προσφεύγει εἰς τὴν κρίσιν καὶ διαιτησίαν τῶν Χριστιανῶν;
2 οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι; καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων;
Δὲν γνωρίζετε, ὅτι οἰ Χριστιανοὶ θὰ δικάσουν τὸ μακρὰν τοῦ Χριστοῦ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων; Καὶ ἐὰν σεῖς θὰ χρησιμοποιηθῆτε ὡς ὑπόδειγμα καὶ μέτρον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου κρίνεται ὁ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμος, εἶσθε ἀνάξιοι να κάμετε κριτήρια, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ δικάζωνται ὑποθέσεις ἐλαχίστης σημασίας;
3 οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν; μήτι γε βιωτικά;
Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι θὰ δικάσωμεν τοὺς ἐκπεσόντας ἀγγέλους; Καὶ δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἱκανοὶ να δικάζωμεν ὑποθέσεις, ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ἐπίγειον βίον;
4 βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξουθενημένους ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τούτους καθίζετε.
Ἐὰν λοιπὸν ἔχετε βιωτικὰς ὑποθέσεις καὶ διαφοράς, εἶναι προτιμότερον τοὺς πιὸ περιφρονημένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν πιστούς, αὐτοὺς νὰ καθίζετε δικαστὰς καὶ ὄχι τοὺς εἰδωλολάτρας.
5 πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω. οὕτως οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς ὃς δυνήσεται διακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ,
Σᾶς λέγω αὐτὰ διὰ νὰ ἐντραπῆτε. Τόσον πλέον δὲν ὑπάρχει μεταξύ σας οὔτε ἕνας συνετὸς καὶ μυαλωμένος, ποὺ θὰ ἠμπορέσῃ νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ διὰ διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἀδελφοῦ καὶ τοῦ ἄλλου;
6 ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ ἀπίστων;
Ἀλλ’ ἀφίνετε ἀδελφὸς Χριστιανὸς μὲ ἄλλον ἀδελφὸν νὰ ἐμπλέκεται εἰς δίκην καὶ δικαστήρια, καὶ ἡ ἐκδίκασις τῆς διαφορᾶς των αὐτῆς νὰ γίνεται ἐνώπιον δικαστῶν ἀπίστων;
7 ἤδη μὲν οὖν ὅλως ἥττημα ὑμῖν ἐστιν ὅτι κρίματα ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν. διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε; διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε;
Καὶ μόνον τὸ νὰ ἔχετε δικαστικὰς διαφορὰς ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε ἔλλειψιν σας ἠθικήν. Διατὶ δὲν προτιμᾶτε να ἀδικῆσθε; Διατὶ δὲν προτιμᾶτε να ἀποστερῆσθε μᾶλλον παρὰ νὰ κινῆτε δίκας;
8 ἀλλὰ ὑμεῖς ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε, καὶ ταῦτα ἀδελφούς;
Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου σεῖς οἰ Χριστιανοὶ ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε κατακρατοῦντες ἐκεῖνα, ποὺ ἀνήκουν εἰς τοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε ἀδελφούς;
9 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται
Αὐτὸ ποὺ κάνετε, τὸ κάνετε λοιπὸν ἀπὸ ἄγνοιαν; Δὲν γνωρίζετε, ὅτι οἰ ἄδικοι δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε οἰ πόρνοι, οὔτε οἰ εἰδωλολάτραι, οὔτε οἱ μοιχοί, οὔτε οἰ ἐκθηλυμένοι καὶ γυναικώδεις, οὔτε οἰ ἀρσενοκοῖται,
10 οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι.
οὔτε οἰ πλεονέκται, οὔτε οἰ κλέπται, οὔτε οἰ μέθυσοι, οὔτε αὐτοὶ ποὺ ἐμπαίζουν καὶ ὑβρίζουν τοὺς ἄλλους, οὔτε οἰ ἅρπαγες κατ’ σὺδένα λόγον θὰ κληρονομήσουν βασιλείαν Θεοῦ.
11 καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Καὶ τέτοιοι ἤσασθε εἰς τὸ παρελθὸν μερικοὶ ἀπὸ σᾶς. Ἀλλ’ ἐλούσθητε ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα· ἀλλ’ ἡγιάσθητε· ἀλλ’ ἐγίνατε δίκαιοι διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἒν τῷ βαπτίσματι καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μας.
12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.
Ἂς ἐπανέλθω τώρα εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἠθικόν. Ὅλα ἔχω ἐξουσίαν νὰ τὰ πράττω, δὲν συμφέρουν ὅμως ὅλα. Ὅλα εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιασθῶ καὶ δὲν θὰ γίνω δοῦλος εἰς τίποτε.
13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι·
Τὰ φαγητὰ ἔχουν γίνει διὰ τὴν κοιλίαν καὶ ἡ κοιλία διὰ τὰ φαγητά. Ὁ Θεὸς δὲ θὰ καταργήσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν καὶ αὐτὴν καὶ ἐκεῖνα. Ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ τρώγετε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε, ἀρκεῖ μόνον να μὴ γίνεσθε δοῦλοι τοῦ φαγητοῦ καὶ τῆς κοιλίας. Δὲν ἰσχύει ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν γενετήσιον ἐπιθυμίαν. Διότι τὸ σῶμα δὲν ἔχει γίνει διὰ τὴν πορνείαν, Ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον διὰ νὰ τοῦ ἀνήκῃ ὡς μέλος του. Καὶ ὁ Κύριος εἶναι διὰ τὸ σῶμα, διὰ νὰ κατοικῇ εἰς αὐτό.
14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.
Τὸ ὅτι δὲ τὸ σῶμα διὰ τοῦ θανάτου διαλύεται, δὲν ἔχει σημασίαν. Ὁ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἀνέστησε καὶ ἡμᾶς ὅλους θὰ ἀναστήσῃ διὰ τῆς δυνάμεώς του.
15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο.
Ναί· τὸ σῶμα δὲν ἔγινε διὰ τὴν πορνείαν, ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον. Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι τὰ σώματα σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Νὰ ἀποσπάσω λοιπὸν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὰ κάμω πόρνης μέλη; Μὴ γένοιτο ποτὲ νὰ τὸ κάμω.
16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·
Ἢ δὲν ἠξεύρετε ὅτι ἐκεῖνος,ποὺ συνδέεται στενῶς καὶ προσκολλᾶται πρὸς τὴν πόρνην εἶναι ἕνα σῶμα μὲ αὐτήν; Διότι λέγει ἡ Γραφή· θὰ γίνουν οἱ δύο μία βάρκα.
17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι.
Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ προσκολλᾶται εἰς τὸν Κύριον, γεμίζει ὁλόκληρος καὶ διευθύνεται ὁλόκληρος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καὶ γίνεται ἓν πνεῦμα μὲ αὐτόν.
18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.
Φεύγετε μακρὰν ἀπὸ τὴν πορνείαν. Κάθε ἁμάρτημα, ποὺ θὰ κάμῃ τυχὸν ὁ ἄνθρωπος, δὲν βλάπτει τόσον ἀμέσως καὶ κατ’ εὐθεῖαν τὸ σῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει εἰς τὸ ἴδιόν του τὸ σῶμα, διότι μὲ τὴν παράνομον μῖξιν μολύνει ἀμέσως καὶ πληγώνει αὐτὴν τὴν ρίζαν τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων καὶ συντελεῖ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς οἰκογενείας.
19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;
Ἢ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖον κατοικεῖ μέσα σας καὶ τὸ ἔχετε λάβει ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ συνεπῶς δὲν ἀνήκετε εἰς τὸν ἑαυτόν σας;
20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.
Ναί· δὲν ὁρίζετε τὸν ἑαυτόν σας. Διότι ἑξαγορασθήκατε μὲ τίμημα βαρύ, μὲ τὸ ἀτίμητον αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀποφεύγετε λοιπὸν κάθε αἰσχρὰν πρᾶξιν, ποὺ γίνεται μὲ τὸ σῶμα· καὶ ἀποδιώκετε κάθε πονηρὰν σκέψιν καὶ ἐπιθυμίαν ἀπὸ τὸ πνεῦμα σας. Καὶ ἔτσι δοξάσατε τὸν Θεόν μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ἀνήκουν εἰς τὸν Θεόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα